Ο φίλος μου, ο Μπάμπης...
Πριν από λίγο καιρό, πέρασε τα βρυχώμενα νερά του Αχέροντα ένας παλιός συμφοιτητής μου στο Πολυτεχνείο του Γκρατς και φίλος, ο Μπάμπης.
Το 1960 άρχισα τις σπουδές μου στο Πολυτεχνείο του Γκρατς. Το Πολυτεχνείο είχε πολλούς Έλληνες, αλλά και άλλους ξένους φοιτητές. Το επέλεγαν πολλοί φοιτητές, καθώς ήταν γερμανόφωνο αλλά και φημισμένο Πολυτεχνείο. Στα θρανία του είχε καθίσει, ογδόντα χρόνια πριν, ο μεγάλος Σέρβος εφευρέτης Νίκολα Τέσλα. Εκεί γνώρισα και τον Μπάμπη, συμφοιτητή μου στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, ηλικιακά λίγο μεγαλύτερό μου. Ο Μπάμπης ήταν οργανωμένο στέλεχος της Αριστεράς.
Οι φοιτητές της δεκαετίας του ’50 και ’60, ευαισθητοποιημένοι από το εκδικητικό μένος της νικήτριας του εμφυλίου δεξιάς, με διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες των ηττημένων αριστερών, αλλά και συνεπαρμένοι από τις άφθαρτες ακόμη επαναστατικές ιδέες του Μαρξισμού, είχαμε στραφεί πλειοψηφικά προς την Αριστερά.
Τελειώνοντας το Προδίπλωμά μου στο Γκρατς το 1963, έφυγα για να συνεχίσω τις σπουδές μου στο Μόναχο. Την άνοιξη του 1966, τελειώνοντας τις εξετάσεις του διπλώματος, άρχισα τη διπλωματική μου εργασία. Σε κανονικές συνθήκες, σε τρεις ή τέσσερις μήνες θα έπρεπε να είχα τελειώσει και τη διπλωματική. Όμως, μια υποτροφία του Γερμανικού Υπουργείου, που κανονικά θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τα έξοδα συντήρησής μου για τον χρόνο της διπλωματικής, τη χρησιμοποίησα για την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου OPEL KADETT. Επειδή κατά τη διάρκεια των σπουδών μου τα οικονομικά μου ήταν αρκετά «στριμωγμένα», θεώρησα σκόπιμο, πριν επιστρέψω στην Ελλάδα όπως σκόπευα, να γνωρίσω την κεντρική Ευρώπη. Αρχικά δούλεψα για δύο-τρεις μήνες ως μηχανικός, για να εξοικονομήσω χρήματα, και μετά άρχισα τα ταξίδια στις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις. Με τον φίλο μου Αντρέα επισκεφθήκαμε το Παρίσι, τη Βενετία, τη Ρώμη, τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη και άλλες μικρότερες ευρωπαϊκές πόλεις. Πότε-πότε επισκεπτόμουν και το εργαστήριο της σχολής, όπου εκπονούσα τις μετρήσεις για τη διπλωματική μου εργασία. Εκεί βρέθηκα και το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, όπου στις ειδήσεις άκουσα πως «ομάδα συνταγματαρχών κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία στην Ελλάδα».
Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, μόλις πληροφορηθήκαμε την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα των συνταγματαρχών, συναντηθήκαμε αθρόα, αρκετοί φοιτητές, στον Σύλλογο Ελλήνων Φοιτητών του Μονάχου. Μετά από επαναστατικά λογύδρια ατόμων που ενδιαφέρονταν κυρίως για προσωπική προβολή και εκφραζόταν η βεβαιότητα ότι «ο υπερήφανος ελληνικός λαός θα επαναστατούσε και θα απέπεμπε σε ημέρες ή εβδομάδες την επάρατη χούντα», αποφασίσαμε να οργανώσουμε διαδήλωση διαμαρτυρίας μετά από δύο μέρες. Πήραμε άδεια από την Αστυνομία, φυσικά σύμφωνα με τους γερμανικούς νόμους, με ακριβή ώρα έναρξης και λήξης της διαδήλωσης, καθορισμένη διαδρομή και φυσικά πορεία μόνο στο πεζοδρόμιο. Η διαδήλωση ήταν ογκώδης, πήραν μέρος και αρκετοί Γερμανοί φοιτητές αλλά και Βαυαροί πολιτικοί. Μετά από την πορεία, οι περισσότεροι καταλήξαμε, - συνηθισμένη γερμανική τελετουργία – σε μια μπυραρία-κελάρι (Bierkeller).
Τι είχαν βιώσει και αυτές οι τεράστιες μπυραρίες της Βαυαρίας. Τις επευφημίες των Σπαρτακιστών από τους πύρινους λόγους ευγενών ψυχών, της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, με ελπιδοφόρα μηνύματα για τους αδικημένους και τους ανθρώπους του μόχθου. Αναρχικές επαναστατικές παρόλες οπαδών του Μπακούνιν, αλλά και τις μοχθηρές αλλόφρονες κραυγές των υπανθρώπων του ναζισμού. Τώρα, στις ίδιες τεράστιες αίθουσες, αντηχούσαν οι δικές μας ιαχές για πτώση της χούντας των συνταγματαρχών και επαναφορά της δημοκρατίας.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβρη του 1967, με πήρε στο τηλέφωνο ο φίλος μου ο Γιώργης, που συνέχιζε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Γκρατς. Μου είπε ότι θα έπρεπε να πάω με ένα κομματικό στέλεχος της Αριστεράς στην Πράγα, επειδή ήμουν ο μόνος που διέθετα αυτοκίνητο. Κανονίσαμε τηλεφωνικά ημερομηνία και διαδρομή. Μου είπε ότι θα μας φιλοξενούσε στην Πράγα μια Ελληνίδα φοιτήτρια, που θα μας χρησίμευε και ως μεταφράστρια. Ήταν κόρη ενός πολιτικού εξόριστου από την Κρήτη. Το επόμενο Σάββατο έφυγα από το Μόναχο για το Γκρατς και έμεινα στην αδελφή μου, φοιτήτρια κι αυτή στο Πολυτεχνείο. Την Κυριακή, περίπου στις έντεκα, ξεκινήσαμε με τον Μπάμπη το ταξίδι μας για την Πράγα. Ο Μπάμπης ήταν αρκετά οργανωτικός και προετοιμασμένος για το ταξίδι μας. Μετά τη Βιέννη μου είπε:
«Θα πάρεις την κατεύθυνση για Μπρνο και όχι για Μπρατισλάβα. Είναι η πιο κοντινή απόσταση για την Πράγα».
Μετά από μία ώρα περίπου φτάσαμε στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας. Πολλά χρόνια αργότερα θα χωριζόταν σε Τσεχία και Σλοβακία. Οι Αυστριακοί συνοριοφύλακες μας κοίταξαν αδιάφορα και μας έκαναν σήμα να προχωρήσουμε. Οι Τσεχοσλοβάκοι συνοριοφύλακες, βλοσυροί, με σχεδόν θυμωμένη έκφραση, άρχισαν να μας ελέγχουν εξονυχιστικά. Διαβατήρια, δίπλωμα οδήγησης, άδεια και ασφάλεια αυτοκινήτου. Κατόπιν οι τελωνειακοί, με το ίδιο ύφος και προσταγές συνοδευόμενες, ευτυχώς, από κατανοητές χειρονομίες, μας υποχρέωσαν να κατεβούμε από το αυτοκίνητο, να ανοίξουμε το πορτμπαγκάζ και τις τσάντες μας. Έψαξαν εξονυχιστικά τσάντες και αυτοκίνητο, ερευνώντας κάτω από τις θέσεις αλλά και ανοίγοντας το μπροστινό καπό του αυτοκινήτου. Μας ζήτησαν κατόπιν να δείξουμε αν είχαμε χρήματα για την παραμονή μας, σε δολάρια, μάρκα ή σελίνια Αυστρίας. Μάλλον δυσαρεστημένοι, με σχεδόν θυμωμένο ύφος, μας έκαναν σήμα ότι είμαστε ελεύθεροι να φύγουμε. Τακτοποιήσαμε τα πεταμένα στο πορτμπαγκάζ ρούχα μας και φύγαμε αμίλητοι. Δεν κρατήθηκα και είπα στον Μπάμπη: «Ότι οι συνοριοφύλακες θα είναι προσεκτικοί με τους επισκέπτες από τις καπιταλιστικές χώρες το καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω όμως το θυμωμένο ύφος και την αγένειά τους, σαν να τους σκοτώσαμε μάνα, πατέρα και παιδιά».
Ο Μπάμπης δεν αντέδρασε στον υπαινιγμό μου. Ένιωσα όμως πως ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος. Σαν αριστεροί, όταν βλέπαμε ή ακούγαμε κάτι δυσάρεστο για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, προσπαθούσαμε πάντοτε να το δικαιολογήσουμε. Συνήθως για όλα ήταν υπεύθυνοι οι δεξιοί καπιταλιστές, αργότερα ρίχναμε τις ευθύνες στους ρεβιζιονιστές, και σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις τα ενοχλητικά ή δυσάρεστα περιστατικά τα ονομάζαμε «παιδικά νοσήματα» του σοσιαλισμού, που φυσικά θα εξέλειπαν με την ενηλικίωσή του. «Ευτυχώς δεν μας έκαναν σωματική έρευνα», είπα στον Μπάμπη και είχα τους λόγους μου.
Λίγο πριν τα σύνορα ο Μπάμπης μου είπε να σταματήσω δεξιά σε ένα πάρκινγκ. Έβγαλε από την τσάντα του ένα φάκελο, άνοιξε το πουκάμισό του και έκρυψε το φάκελο μέσα, φόρεσε και το μπουφάν για να μη φαίνεται το διογκωμένο πουκάμισο.
"Τι έχεις στο φάκελο"; τον ρώτησα. "Μαγνητοταινία με κάτι τραγούδια", μου απάντησε.
Ήθελα να τον ρωτήσω σε τι χρησίμευε η μαγνητοταινία χωρίς μαγνητόφωνο, κατάλαβα όμως πως δε θα έπαιρνα καμία απάντηση. Για να κρύβει τον φάκελο, μάλλον αυτός ήταν ο λόγος του ταξιδιού μας στην Πράγα. Ούτε ο Γιώργης ούτε ο Μπάμπης, τηρώντας κάποιους συνωμοτικούς κανόνες –προφανώς από υπερβολικό ζήλο- δεν μου φανέρωσαν τον λόγο του ταξιδιού μας στην Πράγα. Ο Γιώργης, όταν τον ρώτησα, μου απάντησε γενικά «για κομματικούς λόγους». Προφανώς δεν μου φανέρωσαν τον λόγο του ταξιδιού γιατί, αν και ανήκα στους «συμπαθούντες», δεν ήμουν όμως οργανωμένος στο κόμμα. Απλώς είχαν εμπιστοσύνη στην εχεμύθειά μου.
Ο δρόμος ήταν σε κακή κατάσταση, στενός και με λακκούβες. Όμως ευτυχώς δεν είχε πολύ κίνηση. Λίγα φορτηγά και λιγότερες κούρσες ανατολικογερμανικής κατασκευής που εύκολα προσπερνούσαμε. Σταματήσαμε μόνο μια φορά για να φάμε κάτι σάντουιτς που είχαμε μαζί μας. Μετά από τρεις ώρες περίπου φτάσαμε στην Πράγα. Ενώ σε όλη τη διαδρομή ο καιρός ήταν απλώς συννεφιασμένος, η «χρυσή πόλη», όπως ονομάζεται η Πράγα, ήταν πνιγμένη στην ομίχλη και τη βροχή. Ο Μπάμπης έβγαλε τον χάρτη της πόλης, είχε σημειώσει τη διαδρομή και άρχισε να με καθοδηγεί. Με κόπο, λόγω της μειωμένης ορατότητας και μετά από πολλές στάσεις για επιβεβαίωση των δρόμων, φτάσαμε και παρκάραμε μπροστά σε ένα μεγάλο πενταόροφο κτήριο. Ήταν το φοιτητικό οικοτροφείο. Ανεβήκαμε στον τρίτο όροφο με τα πόδια –το ασανσέρ δεν δούλευε– και διασχίζαμε διαδρόμους με λίγο φωτισμό, ενώ ο Μπάμπης παρακολουθούσε τους αριθμούς στις πόρτες. «Εδώ είμαστε», μου είπε και χτύπησε την πόρτα. Μια νεαρή κοπέλα μας άνοιξε. "Είμαι ο Μπάμπης και από δω ο Μιχάλης", είπε.
"Είμαι η Μαρία", απάντησε η κοπέλα και καταλάβαμε από την άπταιστη προφορά της πως ήταν Ελληνίδα.
Στο δωμάτιο ήταν και μια άλλη κοπέλα, φίλη και συμφοιτήτρια της Ελληνίδας, Βουλγάρα. Μας οδήγησαν σε ένα δωμάτιο που ήταν ελεύθερο και είχαν πάρει άδεια να μείνουμε για λίγες μέρες, δωρεάν. Αφού τακτοποιηθήκαμε, πήγαμε στο δωμάτιο της Ελληνίδας.
"Θέλετε καφέ ή τσάι";
Ο Μπάμπης της είπε: "Ο Μιχάλης οδηγούσε πολλές ώρες από το Γκρατς μέσω Βιέννης και είναι κουρασμένος. Καλύτερα να πάμε για φαγητό εδώ κοντά για να ξεκουραστεί μετά. Τον χρειαζόμαστε αύριο. Είναι ο ταξιτζής μας".
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο με τα πόδια για φαγητό. Όταν επιστρέψαμε από το εστιατόριο, ο Μπάμπης μου είπε να πάω για ύπνο να ξεκουραστώ. Αυτός θα ερχόταν αργότερα, αφού κανόνιζε πρώτα με την Ελληνίδα το αυριανό ραντεβού.
Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε στις οκτώ. Οι κοπέλες μας είχαν ετοιμάσει πρωινό και στις εννιά μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε μεγάλη κίνηση. Η Ελληνίδα με καθοδήγησε προς το κέντρο της πόλης και μου υπέδειξε ένα κτήριο για να σταματήσω. Μπήκαμε στο κτήριο και σε ένα γραφείο που από τη διαρρύθμιση και τη διακόσμηση αβίαστα συμπέραινες ότι επρόκειτο για δισκογραφική εταιρεία. Η γραμματέας μας προέτρεψε να περάσουμε αμέσως στο γραφείο του διευθυντή. Ο διευθυντής σηκώθηκε από το γραφείο του και αγκάλιασε με οικειότητα την Ελληνίδα. Μας χαιρέτησε εγκάρδια και μας προέτρεψε να καθίσουμε γύρω από ένα τραπέζι συνεδριάσεων. Ο Μπάμπης δεν ήθελε να με προσβάλει, λέγοντάς μου να περιμένω στο αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στη δισκογραφική εταιρεία και, αναπόφευκτα, από τις συζητήσεις στη δισκογραφική εταιρεία έμαθα τον λόγο του ταξιδιού μας στην Πράγα. Η μαγνητοταινία περιείχε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που είχε συνθέσει στη διάρκεια των βασανιστηρίων και της φυλάκισής του στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Είχε γίνει μυστικά η εκτέλεση και η μαγνητοσκόπηση των τραγουδιών και η μαγνητοταινία είχε παράνομα εξαχθεί από την Ελλάδα και περιήλθε στην κομματική οργάνωση του Γκρατς. Επιθυμία του Μίκη ήταν να εκδοθεί δίσκος με τα τραγούδια του και τα έσοδα να διατεθούν για ενίσχυση της αντιδικτατορικής δράσης στην Ελλάδα. Ο διευθυντής της δισκογραφικής, αλλά και ένας τεχνικός που ήρθε για να πάρει μέρος στις συζητήσεις, ήταν ενθουσιασμένοι με την ιδέα να εκδώσουν δίσκο του μεγάλου Έλληνα μουσικού και αγαπημένου συντρόφου Μίκη. Αφού συζητήσαμε διάφορα τεχνικά και διαδικαστικά θέματα, ο διευθυντής μας πληροφόρησε ότι θα έπρεπε να συναντηθούμε με τον υπεύθυνο για τη δισκογραφία στο Υπουργείο Πολιτισμού. Τυπική διαδικασία, μας διαβεβαίωσε, αφού δεν θα είχε αντιρρήσεις για την αδειοδότηση, λόγω του διάσημου συνθέτη αλλά και του σκοπού που υπηρετούσε η έκδοση του δίσκου. Πήρε τηλέφωνο τον υπεύθυνο στο Υπουργείο Πολιτισμού και μας έκλεισε ραντεβού για την επομένη το πρωί.
Πήγαμε τις κοπέλες στο Πανεπιστήμιο και ο Μπάμπης κι εγώ, με την υπόδειξή τους, σε ένα ωραίο καφέ σε ύψωμα της πόλης με θέα την παλιά πόλη. Σε αντίθεση με την προηγούμενη μέρα, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, με ήλιο και αραιή συννεφιά. Καθίσαμε έξω στην αυλή και θαυμάζαμε τα πλοιάρια που ταξίδευαν στα ήρεμα νερά του ποταμού Μολδάβα και τις δαντελένιες γέφυρές του. Το μεσημέρι φάγαμε σε ένα ωραίο εστιατόριο και το απόγευμα επισκεφθήκαμε μια παλιά μπυραρία που δεν είχε καμία σχέση με τις γερμανικές. Ήταν σε ένα παλιό κτήριο με πολύ υψηλή, θολωτή οροφή, με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Ήταν σκηνές από την ιστορία της πόλης, όπως μας εξήγησε ένα γκαρσόνι που μιλούσε γερμανικά. Ταυτόσημη ήταν η μπυραρία με τις γερμανικές μόνο ως προς τον θόρυβο. Σχεδόν δεν ακουγόταν η μουσική από τους θορυβώδεις θαμώνες.
Το επόμενο πρωί πήγαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού και στο γραφείο του διευθυντή. Η υποδοχή πάλι εγκάρδια, λόγια θαυμασμού για τον τεράστιο μουσουργό και σύντροφο Θεοδωράκη, καφές και αμέριστη συμπάθεια για τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, αλλά άδεια για την έκδοση του δίσκου έπρεπε να δώσει ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου. Τηλεφώνημα και συνάντηση για την επόμενη μέρα. Όταν φύγαμε από το γραφείο του διευθυντή, ο Μπάμπης ήταν κατακόκκινος από τον θυμό του. Στην ερώτησή μου απάντησε: "Δε βλέπεις τι συμβαίνει; Το σίριαλ από πόρτα σε πόρτα".
Προσπάθησα να τον ηρεμήσω χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Και είχε απόλυτο δίκιο. Την επόμενη το πρωί, ο Γενικός Γραμματέας, αφού μας δέχτηκε εγκάρδια, μας εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον Μίκη και την ειλικρινή συμπάθεια για τον δοκιμαζόμενο λαό της Ελλάδας, πρόσφερε καφέ και μας παρέπεμψε στην Υπουργό Πολιτισμού, με την οποία μας έκλεισε ραντεβού το πρωί της Παρασκευής.
Την Παρασκευή το πρωί επισκεφτήκαμε την Υπουργό. Το υπουργικό γραφείο ήταν σε ένα παλιό κτήριο στην παλιά πόλη, ψηλοτάβανο δωμάτιο με παλιά έπιπλα και πίνακες ζωγραφικής, παράδεισος για φανατικούς αντικέρ. Η υπουργός, γυναίκα γύρω στα πενήντα, απλά ντυμένη —αν την έβλεπες στο δρόμο, θα την περνούσες για νοικοκυρά που πηγαίνει για ψώνια στη λαϊκή. Αυτό βέβαια ικανοποιούσε και τον Μπάμπη και εμένα, όπως συνομολογήσαμε αργότερα. Αυτό που δεν μας άρεσε ήταν η επανάληψη του ίδιου μοτίβου. Εγκάρδια υποδοχή, καφές, συμπάθεια και θαυμασμός. Όμως δεν θεώρησε αναγκαία την έκδοση του δίσκου.
«Όμως η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, λόγω του δημιουργού και των συνθηκών υπό τις οποίες συνέθεσε τα τραγούδια, καθώς και του σκοπού, αφού τα χρήματα από την πώληση θα διατεθούν για τις ανάγκες της «αντίστασης κατά της χούντας», σημείωσε με έμφαση ο Μπάμπης.
«Ήδη έχει προβλεφθεί ένα κονδύλιο για αυτό το σκοπό από την κυβέρνηση μας», ήταν η απάντηση της Υπουργού.
Παρά τη λογική αντίδραση του Μπάμπη «Γιατί να πληρώνει ο απλός εργάτης για την αντίσταση στην Ελλάδα και όχι οι καπιταλιστές της δύσης, αφού ο δίσκος θα πουληθεί κυρίως στη δυτική Ευρώπη και Αμερική»;
Η Υπουργός παρέμεινε αμετακίνητη στην απόφασή της. Η συζήτηση είχε γίνει στα γερμανικά, γεγονός που διευκόλυνε τον Μπάμπη στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων του, καθόσον η Υπουργός καταγόταν, μάλλον, από την κατεξοχήν γερμανόφωνη περιοχή της Σουδητίας.
Φύγαμε από το γραφείο της Υπουργού με τον Μπάμπη εκτός εαυτού:
«Τι ηλίθιοι άνθρωποι! Τους πας χρυσό και τον πετούν στο δρόμο, ή μάλλον στις τσέπες καπιταλιστών της Δύσης. Ξέρεις τι θα συμβεί τώρα; Τα τραγούδια θα καταλήξουν στην ιδιοκτησία κάποιου στο Βερολίνο, στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, θα εκδώσει τον δίσκο και θα κερδίσει».
Ο Μπάμπης είχε δίκιο. Ο δίσκος εκδόθηκε αρχικά στο Παρίσι και αργότερα στο Λονδίνο, αν δεν με απατά η μνήμη μου, με την επιμέλεια του συνθέτη, όταν αφέθηκε ελεύθερος από τη χούντα και του επιτράπηκε η έξοδος από την Ελλάδα.
Όλες τις μέρες, μετά τα ραντεβού μας που συνήθως διαρκούσαν λιγότερο από μία ώρα, αφήναμε τις κοπέλες στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου και οι δυο μας κάναμε τουρισμό στην Πράγα, με τις δύο κοπέλες να μας υποδεικνύουν τα αξιοθέατα και να μας καθοδηγούν. Επισκεφθήκαμε την Παλιά Πόλη με τα θαυμάσια μεσαιωνικά κτίρια, το εμβληματικό κάστρο της Πράγας, την εντυπωσιακή Γέφυρα του Καρόλου, το Πανεπιστήμιο του Καρόλου και κάναμε νυχτερινή κρουαζιέρα στον ποταμό Μολδάβα που διασχίζει την Πράγα, θαυμάζοντας τα φωτισμένα μεσαιωνικά κτίρια της πόλης. Πάντα βέβαια κάναμε και διαλείμματα για καφέ σε παλιά κτίρια ή σε υπερυψωμένα σημεία της πόλης, εντυπωσιασμένοι από τη θέα της και τη φιδίσια διαδρομή του Μολδάβα που αντικατόπτριζαν στα ήρεμα νερά του τα κτίρια της πόλης. Επίσης, μεσημέρι και βράδυ πηγαίναμε για φαγητό ή για μπυροποσία σε εστιατόρια με τοπική μουσική και σε υπεραιωνόβιες μπυραρίες.
Οι τιμές ήταν στο ένα τέταρτο ή το πολύ στο ένα τρίτο των αντίστοιχων της Γερμανίας, γεγονός που μας επέτρεπε να έχουμε άνεση ακόμη και στις πλέον «πολυτελείς» επιλογές μας. Επίσης, ένα επιπλέον γεγονός βοηθούσε τα οικονομικά μας. Στο δρόμο κυκλοφορούσαν αρκετοί τύποι που εκτελούσαν αγοραπωλησίες συναλλάγματος, έκαναν δηλαδή ανταλλαγή σκληρών δυτικών νομισμάτων σε κορόνες Τσεχοσλοβακίας, σε τιμές τριπλάσιες ή και τετραπλάσιες της νόμιμης συναλλαγματικής τιμής των τραπεζών. Η Ελληνίδα μας είχε προειδοποιήσει: «Προσέξτε αν κάνετε στο δρόμο αγορά συναλλάγματος. Οι τύποι είναι απατεώνες και με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις σας εξαπατούν κατά τη συναλλαγή. Πολλές φορές μάλιστα τα χαρτονομίσματα είναι πλαστά».
Μια μέρα άφησα τον Μπάμπη να πίνει καφέ στην πόλη και πήγα μόνος μου μια βόλτα. Περπατώντας και χαζεύοντας την πόλη, βρέθηκα σε μια δισκοθήκη. Μπήκα και διάλεξα κάποιους δίσκους και ανάμεσά τους και έναν με κουβανέζικη μουσική. Φυσικά επέλεξα αυτόν που είχε και το κουβανέζικο κομμάτι "Comandante Che Guevara". Άλλωστε, στο φοιτητικό μου δωμάτιο, πάνω από το κρεβάτι μου για πολλά χρόνια, ήταν καρφιτσωμένη μια υπερμεγέθης αφίσα του Che Guevara, από την περίφημη φωτογραφία του Αλμπέρτο Κόρντα, γνωστή ως "Guerrillero Heroico" (Ηρωικός Αντάρτης).
Βγαίνοντας στο δρόμο με πλησίασε κάποιος τύπος,με ελαφρώς συνωμοτικό ύφος.
-Deutsch, France, Italien;
-No, Greec, του απάντησα.
Τελικά συνεχίσαμε στα γερμανικά.
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν συνηθισμένοι και ξεχώριζαν τους ξένους επισκέπτες από τα ενδύματα, ιδιαίτερα τα τζιν, τα μπουφάν, την ομιλία, τα αυτοκίνητα. Έκαναν ανταλλαγή σκληρών δυτικών νομισμάτων, πολλές φορές σε εξωφρενικές τιμές και άλλες φορές εξαπατώντας τους συναλλασσόμενους. Τα μεταπουλούσαν μετά σε ντόπιους που επιθυμούσαν να επισκεφθούν τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Για να επιτραπεί η έξοδος στους γηγενείς από τη χώρα τους, ιδιαίτερα μετά την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, έπρεπε να αποδείξουν ότι διέθεταν αρκετό δυτικό συνάλλαγμα ή να έχουν αποδεδειγμένη πρόσκληση από μόνιμο κάτοικο της Δυτικής Ευρώπης ή Αμερικής.Ο τύπος με ρώτησε αν ήθελα να αλλάξω Μάρκα Δυτικής Γερμανίας, σε προνομιακή τιμή, ένα προς τέσσερα. Συμφώνησα. Με τράβηξε, συνωμοτικά, σε μια μισόκλειστη πόρτα εσωτερικής αυλής, συγκροτήματος πολυκατοικιών. Έβγαλε τα χαρτονομίσματα, τα μέτρησε ένα προς ένα και μου τα έδωσε, αποσπώντας τα είκοσι μάρκα από το χέρι μου. Πριν αρχίσω να μετράω μου είπε έντρομος:
- Polizei, Polizei!
Και εξαφανίστηκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Άνοιξα την πόρτα, κοίταξα δεξιά και αριστερά: ούτε Αστυνομία, ούτε και ο πωλητής συναλλάγματος. Είχε γίνει άφαντος. Μέτρησα τα χρήματα. Ήταν περίπου τα μισά. Ο τύπος με ταχυδακτυλουργικό τρόπο είχε το πρώτο νόμισμα απλωμένο και τα υπόλοιπα, κάτω από το πρώτο, διπλωμένα. Με τον τρόπο αυτό, εγώ δεν έβλεπα τα διπλωμένα χαρτονομίσματα, και το κάθε χαρτονόμισμα το μέτραγε δύο φορές. Έψαξα δεξιά και αριστερά για να τον βρω. Όχι βέβαια για να του ζητήσω τα ρέστα, αλλά για να τον συγχαρώ για την ευστροφία του και να τον κεράσω μπύρα για τις ταχυδακτυλουργικές ικανότητές του. Μου άρεσε που εξαπατήθηκε ένας κάτοικος της καπιταλιστικής Δύσης - κι ας ήμουν εγώ. Διηγήθηκα το πάθημά μου στον Μπάμπη και γελάσαμε.
Στις ελεύθερες ώρες μας και στις περιηγήσεις μας στην πόλη, αλλά και στην επίσκεψή μας στο Πανεπιστήμιο, συναντήσαμε πολλούς Λατινοαμερικανούς, φίλους της Ελληνίδας. Οι περισσότεροι ήταν γενικοί γραμματείς ή ανώτερα στελέχη των απαγορευμένων κομμουνιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής. Τη δεκαετία του ’60 οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής είχαν δικτατορικά καθεστώτα ή καθεστώτα με στρατιωτική επιρροή. Εκτός από την Κούβα, δε θυμάμαι χώρα της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του ’60 με δημοκρατικά εκλεγμένη ή σοσιαλιστική κυβέρνηση. Στη Χιλή ο Αλιέντε εκλέχθηκε το 1970. Με χαρά επιδιώκαμε την παρέα των Λατινοαμερικανών και ακούγαμε με ενδιαφέρον τις διηγήσεις τους, τα έθιμα και τα πάθη τους, από τις άγνωστες και εξωτικές, όπως τις θεωρούσαμε, χώρες τους. Αντίστοιχα, εκείνοι ήταν εντυπωσιασμένοι, λόγω της μαγνητοταινίας του Μίκη Θεοδωράκη που ήταν στην κατοχή μας, αλλά και του λόγου της αποστολής μας. Το γεγονός αυτό, συνεπικουρούμενο από τη διαμονή μας στην αλλοδαπή, εκτός του εντυπωσιασμού, δημιούργησε τη βεβαιότητα στους Λατίνους ότι αποτελούσαμε ηγετικά στελέχη της ελληνικής Αριστεράς.
Σκεπτικισμός και αντιρρήσεις ήταν τα συναισθήματα που προέκυψαν, ιδιαίτερα σε μένα, από τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαμε σχηματίσει κατά την επίσκεψή μας στην Τσεχοσλοβακία - την πρώτη φορά που ερχόμασταν σε επαφή με χώρα του «παραδείσου» του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όμως, με μαγικό τρόπο εξαϋλώθηκαν τα αρνητικά συναισθήματά μας από τις διηγήσεις των Λατίνων συντρόφων για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο και στις φτωχογειτονιές στο λιμάνι του Μαρακαΐμπο, και από τις ιστορίες για την εξαθλιωμένη ζωή των Ινδιάνων των Άνδεων - όσων δηλαδή απέμειναν μετά τις εγκληματικές εξοντώσεις από τους Ισπανούς και Πορτογάλους αποικιοκράτες.
Την Πέμπτη, που δεν είχαμε καθορισμένο ραντεβού με κρατικούς παράγοντες, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε μια γνωστή, μικρή πόλη της Τσεχοσλοβακίας, 140 χιλιόμετρα δυτικά της Πράγας, το Κάρλοβι Βάρι. Το όνομά της σημαίνει «Λουτρά του Καρόλου» και θεωρείται η πόλη του Καρόλου. Πήρε το όνομά της, όπως άλλωστε και η θαυμάσια Γέφυρα του Καρόλου και το Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας, από τον βασιλιά της Βοημίας Κάρολο Δ’, που έγινε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1355 μέχρι το θάνατό του το 1378. Σύμφωνα με την παράδοση, ο βασιλιάς κυνηγούσε στο γύρω δάσος και ένας σκύλος, κυνηγώντας ελάφι, έπεσε σε λαγούμι με νερό. Ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δυνατά. Οι κυνηγοί που βοήθησαν στη διάσωση του σκύλου διαπίστωσαν την υψηλή θερμοκρασία του νερού. Ο βασιλιάς Κάρολος, που υπέφερε από ποδάγρα, δοκίμασε το νερό και αισθάνθηκε ανακούφιση. Διέταξε λοιπόν να δημιουργηθεί οικισμός γύρω από τις πηγές. Έτσι γεννήθηκε η φημισμένη λουτρόπολη και εξηγείται το όνομά της.
Το Κάρλοβι Βάρι είναι πράγματι μια πανέμορφη μικρή πόλη, κρυμμένη στο δάσος, και αποτελεί δημοφιλή προορισμό και κορυφαίο αξιοθέατο της σημερινής Τσεχίας. Η λουτρόπολη έχει πάνω από εξήντα ιαματικές πηγές, όμως μόνο ένα μέρος χρησιμοποιείται για ιαματική θεραπεία. Είχαμε στη διάθεσή μας ολόκληρη την ημέρα, κάναμε βόλτες στον κεντρικό δρόμο, θαυμάσαμε τον θερμοπίδακα που εκτοξεύει το νερό, λόγω της εσωτερικής πίεσης της πηγής, σε ύψος δώδεκα μέτρων. Περπατήσαμε στις «κολονάτες» και θαυμάσαμε τα δαντελένια περίπτερα που προστατεύουν τις δημόσιες ιαματικές πηγές. Μια «κολονάτα» έχει τη μορφή αρχαίας ελληνικής στοάς. Δοκιμάσαμε το θερμό μεταλλικό νερό από τις δημόσιες ιαματικές πηγές. Έχει βέβαια μια ιδιαίτερη, όχι ευχάριστη γεύση, και σύμφωνα με τις οδηγίες πρέπει να πίνετε απευθείας από την πηγή, σε μικρές γουλιές, κατά τη διάρκεια του περιπάτου. Φάγαμε το μεσημέρι, καθίσαμε για καφέ και ξεκούραση από τις περιηγήσεις μας και επιστρέψαμε αργά το απόγευμα στην Πράγα.
Το Σάββατο, αφού είχαμε τελειώσει πλέον -έστω ανεπιτυχώς- την αποστολή μας, και λόγω έντονης επιθυμίας των Λατινοαμερικανών συντρόφων, θα κάναμε πάρτι αποχαιρετισμού. Είχαμε διαπιστώσει ότι τα οικονομικά των Λατίνων δεν ήταν ιδιαίτερα ανθηρά και επιμείναμε να συμβάλουμε εμείς σε ένα μεγάλο μέρος από τις απαραίτητες για το πάρτι προμήθειες. Η Τσεχοσλοβακία ήταν η πλέον φιλελεύθερη από τις χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ. Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος που οι Λατίνοι επέλεξαν ως χώρα εξορίας, συνεπικουρούμενοι βέβαια και από το φημισμένο Πανεπιστήμιο του Καρόλου. Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη μας, τον Οκτώβριο του 67, ξεκίνησαν φοιτητικές εξεγέρσεις στην Πράγα, που πυροδότησαν δημοκρατικές εξελίξεις στις αρχές του 68’ στην Τσεχοσλοβακία και ονομάστηκαν «Άνοιξη της Πράγας».Τον Αύγουστο του 68 Σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Πράγα και αποτέλεσαν την ταφόπλακα των δημοκρατικών εξελίξεων. Όμως η αρχή του τέλους για τον υπαρκτό σοσιαλισμό είχε ξεκινήσει. Είκοσι χρόνια μετά, το Σοβιετικό οικοδόμημα θα κατέρρεε, σχεδόν σε μια νύχτα, σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Σε πάρα πολλά από τα κρατίδια που δημιουργήθηκαν μάλιστα, θα απαγορεύονταν τα κομμουνιστικά κόμματα.
Στη «φιλελεύθερη» Τσεχοσλοβακία, λοιπόν, αρκετά πριν από τον Σεπτέμβριο του ’67 που την επισκεφθήκαμε, είχε επιτραπεί σε ιδιώτες η δημιουργία μικρών ιδιωτικών μαγαζιών. Ένα τέτοιο μαγαζί επισκεφθήκαμε για να προμηθευτούμε τα απαραίτητα εφόδια για το πάρτι. Τα ιδιωτικά μαγαζιά, μάλιστα, δέχονταν κυρίως ξένα δυτικά νομίσματα με προνομιακή ισοτιμία. Αγοράσαμε μπύρες Τσεχοσλοβακίας, κρασιά Βουλγαρίας και διάφορα κρέατα, λουκάνικα και σνακ. Ένας Λατίνος σύντροφος, γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουρουγουάης – αν δεν με απατά η μνήμη μου – ήταν παντρεμένος με μια Βουλγάρα καλλονή, χορεύτρια. Από νωρίς πήγαμε στο σπίτι τους τις προμήθειες, επειδή εκεί θα γινόταν το πάρτι.
Οι Λατίνοι προέρχονταν από διάφορες χώρες της Νότιας Αμερικής. Ένας μαύρος και ένας μιγάς από τη Βραζιλία, από την Αργεντινή και τη Νικαράγουα δύο νέοι, εμφανώς με ισπανικά χαρακτηριστικά, και χωρίς αμφιβολία απόγονοι των Ίντιος, οι Λατίνοι σύντροφοι από την Κολομβία, τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία. Ο οικοδεσπότης μας βέβαια ήταν φανερά απόγονος Βορειοευρωπαίων, θα έλεγα έμοιαζε με Σκανδιναβό. Φαινόταν όλοι να ζουν μεταξύ τους φιλικά και αρμονικά και να συνεννοούνται άριστα. Δεν γνώριζα τότε ότι οι Βραζιλιάνοι, μόνοι από τους Λατινοαμερικάνους, μιλούν πορτογαλικά και όχι ισπανικά, όπως όλοι οι υπόλοιποι, και δεν ρώτησα πώς συνεννοούνται.
Λίγο μετά τις οκτώ πήγαμε και οι τέσσερις στο σπίτι του ζευγαριού, όπως είχαμε συμφωνήσει. Βρήκαμε να μας περιμένουν όλοι οι Λατίνοι, δέκα περίπου άτομα, καθώς και το έγγαμο ζευγάρι. Καθίσαμε στο σαλόνι: ήταν αρκετά ευρύχωρο, με καναπέ, πολυθρόνες, και είχαν βάλει κάποιες καρέκλες από την κουζίνα για να χωρέσουμε όλοι. Οι Λατίνοι ήταν πραγματικά μια ευχάριστη αποκάλυψη. Μετά από μια-δυο μπύρες άρχισαν την παράσταση. Ο μιγάς από τη Βραζιλία, φοιτητής της Ιατρικής, έδωσε παράσταση με γκριμάτσες του προσώπου, παριστάνοντας μια ρυτιδωμένη γριά, έναν γέρο μονόφθαλμο ζητιάνο και ένα μωρό που κλαίει. Έπειτα έπαιξαν παντομίμα, παρουσιάζοντας διάφορες χαρακτηριστικές σκηνές από χώρες της Λατινικής Αμερικής, ή παριστάνοντας ένα παλιό τραίνο που ανέβαινε αγκομαχώντας και σφυρίζοντας τις Άνδεις. Έπειτα άρχισαν να παίζουν, με λατινοαμερικάνικα -άγνωστα σε μας - πνευστά και έγχορδα όργανα, και να τραγουδούν καντρίλιες, σαν πραγματικοί, επαγγελματίες μουσικοί. Είμασταν ενθουσιασμένοι από την πρωτόγνωρη παράσταση.
Μετά από αρκετή ώρα σταμάτησαν τη ζωντανή μουσική και έβαζαν δίσκους με χορευτική μουσική σε πικάπ, για να πάρουν κι αυτοί μέρος στο φαγοπότι. Τότε άρχισε να χορεύει η Βουλγάρα χορεύτρια, η γυναίκα του Ουρουγουανού γενικού γραμματέα. Η κοπέλα ήταν θαυμάσια επαγγελματίας χορεύτρια και μας έδωσε μια μοναδική παράσταση.
Συνεχίσαμε το φαγοπότι και τις διηγήσεις από τις χώρες τους, με μεταφράστρια την Ελληνίδα, μέχρι τις πρωινές ώρες της Κυριακής. Αποχαιρετήσαμε εγκάρδια το φιλικό ζευγάρι και τους Λατίνους συντρόφους. Οι δύο κοπέλες, ευτυχώς, θυμούνταν πού είχαμε παρκάρει το αυτοκίνητο. Χωρίς απρόοπτα βρεθήκαμε στα κρεβάτια μας, αφού και το αυτοκίνητο, μετά την επταήμερη παραμονή μας στην Πράγα, γνώριζε τον δρόμο για το οικοτροφείο όπου μέναμε. Προφανώς εγώ δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω.
Την Κυριακή, κάπου το μεσημέρι, ξυπνήσαμε και γρήγορα ετοιμαστήκαμε για να φύγουμε. Οι κοπέλες μας συμβούλεψαν πως ήταν φρονιμότερο να φύγουμε την επόμενη μέρα, νηφάλιοι. Αγνοήσαμε τις προφανώς ορθές συμβουλές τους, τις αποχαιρετήσαμε, υποσχέθηκα στη Βουλγάρα πως θα της κάνω πρόσκληση να με επισκεφθεί στη Γερμανία, και φύγαμε. Υπόσχεση που δυστυχώς δεν τήρησα.
Στο δρόμο είμασταν άκεφοι και δεν μιλήσαμε για αρκετό διάστημα. Μετά, διαδοχικά, μιλήσαμε για τις εντυπώσεις και τις αντιρρήσεις μας από τη ζωή στην Τσεχοσλοβακία, τους Λατίνους, το μέλλον του σοσιαλισμού, τις ελπίδες μας από τους Ιταλούς και Γάλλους κομμουνιστές
Συνθέτοντας το παζλ του ταξιδιού μου με τον Μπάμπη στην Πράγα, έντρομος θυμήθηκα τη νυχτερινή μου οδήγηση στην πόλη και το ταξίδι μου το απόγευμα και το βράδυ της Κυριακής μέχρι το Μόναχο, μέσω Βιέννης. Προφανώς τα προμίλ του αλκοόλ συνέχιζαν το ξέφρενο πάρτι στις φλέβες μου. Έκλεισα, δε, μονομερή συμφωνία με τους νέους, να είμαι λιγότερο επικριτικός με τις ανέμελες, τις επιπόλαιες, τις απερίσκεπτες, τις επικίνδυνες ή ακόμη και θρασείς πράξεις τους.
Στα χρόνια της μεταπολίτευσης συχνά τραγουδούσαμε τα τραγούδια που συνέθεσε στη φυλακή της Μπουμπουλίνας και αργότερα στην εξορία στη Ζάτουνα ο Θεοδωράκης. Σε παρέα που διηγήθηκα την περιπέτεια των τραγουδιών μέχρι την έκδοσή τους σε δίσκο και το ταξίδι μου με τον Μπάμπη στην Πράγα, φίλος εντυπωσιασμένος με συγχάρηκε για την αντιστασιακή μου δράση. Τον προσγείωσα τονίζοντάς του ότι εγώ το έβλεπα σαν ένα από τα ωραιότερα ταξίδια μου, με αξέχαστες εντυπώσεις στη «χρυσή πόλη». Κορόιδευα ή και χλεύαζα τους «αντιστασιακούς» Έλληνες, ιδιαίτερα του εξωτερικού, που μετά από κάθε διαδήλωση ή «αντιστασιακή ενέργεια» έπνιγαν τον πόνο τους με άφθονη μπύρα στις μπυραρίες-κελάρια της Γερμανίας ή με ποτήρια κρασιού στα καφέ των Παρισινών μπουλεβάρδων. Συμμεριζόμουν κι εγώ την άποψη της Οριάνα Φαλάτσι πως «ο μοναδικός Έλληνας αντιστασιακός ήταν ο Αλέκος Παναγούλης». Η πλειοψηφία των Ελλήνων, ανίκανη να αποδεχτεί ενοχλητικές αλήθειες, έβρισε χυδαία τη δημοσιογράφο. Με τη μεταπολίτευση ξεφύτρωσαν, σαν μανιτάρια μετά την πρωινή πάχνη, εκατομμύρια Ελλήνων αντιστασιακών. Λοιδορούσα λαϊκιστές πολιτικούς που ήθελαν να καθιερώσουν συντάξεις σε εκατομμύρια δήθεν αντιστασιακών Ελλήνων. Για εμένα, η στάση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της χούντας ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, στάση σιωπηρής αποδοχής. Την «αντιστασιακή μας» δράση στο εξωτερικό, πολιτικών, καλλιτεχνών και απλών ανθρώπων, τη θεωρούσα - και είναι - αυτονόητο δημοκρατικό καθήκον.
Όμως, είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω κάτι. Υπάρχει ένα σαράκι που τρώει τα σωθικά του ξενιτεμένου Έλληνα. Ένα σαράκι που αποδίδεται στα νεοελληνικά με μια ποιητική λέξη, σύνθεση δύο λέξεων που αναφέρονται σε δύο διαδοχικούς στίχους στο προοίμιο της Οδύσσειας, του μέγιστου ποιητή μας, του Ποιητή των ποιητών.
«… πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων…»
Η ωραία ποιητική λέξη είναι: νοσταλγία.
Τη βίωσα κι εγώ, για δέκα περίπου χρόνια. Δυόμισι χρόνια κατά τη διάρκεια των διπλωματικών μου εξετάσεων και στη συνέχεια κατά την επτάχρονη δικτατορία. Αντίθετος με τη χούντα και φοβούμενος πιθανές δυσάρεστες επιπτώσεις, δεν ήρθα στην Ελλάδα.
Όμως άλλοι υπέστησαν πολλαπλώς χειρότερα τραυματικά βιώματα, και εννοώ τους πολιτικούς εξόριστους στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Με την άνοδο στην εξουσία του «Γέρου της Δημοκρατίας», μια αθηναϊκή εφημερίδα δημοσίευσε το ποίημα ενός πολιτικού εξόριστου στην Ε.Σ.Σ.Δ. Μου άρεσε ιδιαίτερα και το αποστήθισα. Δυστυχώς, μετά από εξήντα και πλέον χρόνια, δεν είμαι βέβαιος ότι θυμάμαι σωστά το όνομα του ποιητή. Το παραθέτω -ας μου το συγχωρήσει ο δημιουργός- χωρίς το όνομά του.
Θα ήταν φτωχός και ανήμπορος ο δικός μου πεζός λόγος να αποδώσει τη μελαγχολία και το άλγος του νόστου, όπως ξεχύνεται από τις ρίμες του εμιγκρέ ποιητή:
Σεπτέμβρης μπήκε πιά, ψαρεύουν τα λυθρίνια,
Πως πάει το ψάρεμα παιδιά στα πατρικά νερά;
Εμένα, όπως και πάντοτε, με δέρνει ακόμα η γκίνια,
Πες τε μου που ψαρεύεται του γυρισμού η χαρά;
Χρόνια ψαρεύοντας εδώ στη θάλασσα του πόνου,
Να πιάσω ελπίδα γυρισμού και ταξιδιού χαρά,
Συχνά την ίδια μου καρδιά για δόλωμα αγκιστρώνω,
Τίποτα. Νεκροθάλασσα του χρόνου τα νερά.
Υποστηρίζουν πως οι νεκροί πεθαίνουν οριστικά όταν δεν τους θυμούνται οι ζωντανοί. Μπάμπη, οι συμφοιτητές, οι σύντροφοι, οι φίλοι σου θα σε θυμόμαστε, τον όποιο χρόνο ακόμη μας αναλογεί.