Στο εργαστήρι του Γιώργη
Ο Γιώργος Χαλκουτσάκης (Άνω Βιάννος 1970 – Καστρί 2017) ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δύσκολα ξεχνά κανείς. Όχι επειδή προσπάθησε να ξεχωρίσει, αλλά γιατί είχε έναν σπάνιο τρόπο να κάνει τους ανθρώπους γύρω του να αισθάνονται άνετα από το πρώτο κιόλας λεπτό.
Με χιούμορ, ευγένεια, τρυφερότητα και μια αυθεντική αγάπη για τη ζωή, κατάφερε να γίνει ένα από τα πιο αγαπητά πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας της Άνω Βιάννου και αργότερα του Καστρίου και του Κερατοκάμπου.
Γεννήθηκε στην Άνω Βιάννο με κινητικές δυσκολίες, οι οποίες επηρέασαν αναπόφευκτα την καθημερινότητά του και την πορεία της ζωής του. Ωστόσο, όσοι τον γνώρισαν θυμούνται ότι ο ίδιος δεν επέτρεπε ποτέ στην αναπηρία του να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο στεκόταν απέναντι στους άλλους ή απέναντι στη ζωή. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να διακωμωδεί τις δυσκολίες, να σαρκάζει ακόμη και τον εαυτό του και να μετατρέπει την αμηχανία σε χαμόγελο.
Η απώλεια της μητέρας του, Γιαννούλας Κόμη, σε νεαρή ηλικία, τον σημάδεψε βαθιά. Η Γιαννούλα ήταν κόρη του σπουδαίου Βιαννίτη Λεωνίδα Κόμη και μέλος της οικογένειας των "Κόμηδων" που πολλοί στη Βιάννο συνδέουν μέχρι σήμερα με την καλλιτεχνική ευαισθησία και τη δημιουργικότητα. Από εκεί φαίνεται πως κληρονόμησε και ο Γιώργης το ιδιαίτερο ταλέντο των χεριών του, την αισθητική και την ανάγκη να δημιουργεί.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στο Καστρί, όπου διατηρούσε το μικρό του εργαστήριο στον παραλιακό δρόμο. Εκεί, μέσα από την επεξεργασία του γυαλιού, δημιουργούσε μικρά έργα τέχνης: μενταγιόν, χάντρες, κοσμήματα και δεκάδες άλλα χειροποίητα αντικείμενα. Όσοι τον είχαν δει να δουλεύει θυμούνται την προσήλωση και τη δεξιοτεχνία του. Τα χέρια του μετέτρεπαν ένα απλό κομμάτι γυαλί σε κομψοτέχνημα, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο με έμφυτη καλλιτεχνική ευαισθησία και υπομονή.

Το εργαστήριό του δεν ήταν μόνο χώρος δημιουργίας. Ήταν και τόπος συνάντησης. Ο Γιώργης αγαπούσε τις παρέες, τις συζητήσεις, το πείραγμα, τη συντροφικότητα. Όσοι κατηφόριζαν προς το Καστρί συχνά σταματούσαν για να τον δουν, να μιλήσουν μαζί του ή απλώς να μοιραστούν λίγο χρόνο παρέα του. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δημιουργούσαν γύρω τους ένα αίσθημα οικειότητας.
Για εμάς τους μικρότερους, ο Γιώργης "έσπαγε" μαγικά κάθε αμηχανία, μιλούσε ανοιχτά, γελούσε εύκολα και με χαρά μάς άφηνε να κάνουμε βόλτες μαζί του, χαζεύοντας τότε το «πρωτοποριακό» για τα δικά μας μάτια ηλεκτρικό του αμαξίδιο.
Το σημαντικότερο όμως ήταν πως η στάση του δεν σου επέτρεπε ούτε στιγμή να τον αντιμετωπίσεις με οίκτο. Σε μια εποχή που πολλοί μπέρδευαν ακόμη τη λύπηση με τον ανθρωπισμό και ηρωοποιούσαν άκριτα (τώρα που το σκέφτομαι ίσως ακόμα είμαστε σε αυτή την εποχή), ο Γιώργης κατάφερε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: να αγαπηθεί φυσικά και αληθινά γι’ αυτό που ήταν. Μέσα στις μικρές κοινωνίες που έζησε έγινε συνώνυμο της θετικής αύρας, του χιούμορ και της αξιοπρέπειας.
Εκείνοι που τον έζησαν από κοντά θυμούνται ακόμη ιστορίες που τον χαρακτηρίζουν απόλυτα. Όποτε «του βίδωνε», όπως έλεγαν χαμογελώντας οι φίλοι του, μπορούσε να ξεκινήσει μόνος με το αναπηρικό αμαξίδιό του από την παραλία για τη Βιάννο, αδιαφορώντας για αποστάσεις, ανηφόρες, βροχές ή δυνατούς ανέμους. Όχι για να αποδείξει κάτι, αλλά γιατί έτσι ήταν ο χαρακτήρας του.
Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν άνθρωπο με σπάνιο αυτοσαρκασμό. Δεν ζητούσε ιδιαίτερη μεταχείριση. Προτιμούσε να γελά, να πειράζει και να αντιμετωπίζει τα πάντα με μια σχεδόν παιδική αμεσότητα. Ίσως γι’ αυτό κατάφερε, ειδικά αφού μετακόμισε στα παράλια, να αποκτήσει πολλούς και καλούς φίλους τόσο ντόπιους αλλά όσο και από πολλές χώρες της Ευρώπης και κυρίως στην Ελβετία. Οι φίλοι του εκεί τον αγάπησαν βαθιά και διατήρησαν μαζί του μια σχέση ουσιαστική μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Γιώργης «έφυγε» ξαφνικά τον Νοέμβριο του 2017, σκορπίζοντας θλίψη σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία. Σύμφωνα με επιθυμία του ίδιου, η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο του Χόνδρου.
Διαβάζοντας σήμερα παλαιότερα κείμενα που γράφτηκαν για τον Γιώργη, βλέπει κανείς όχι μόνο τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη κοινωνία αντιλαμβανόταν τότε τη δύναμη, την αναπηρία και την αξιοπρέπεια. Με λέξεις που ίσως σήμερα ακούγονται διαφορετικές, οι άνθρωποι της εποχής προσπαθούσαν ουσιαστικά να εκφράσουν τον θαυμασμό και την αγάπη τους για έναν άνθρωπο που δεν άφησε ποτέ τις δυσκολίες να σβήσουν την ανθρωπιά, το χιούμορ και τη δημιουργικότητά του.
Και ίσως τελικά αυτό να ήταν το μεγαλύτερο χάρισμά του. Ότι κατάφερε να μείνει στη μνήμη όλων όχι ως κάποιο «σύμβολο», αλλά ως ο Γιώργης.
Ένας άνθρωπος ζεστός, ευαίσθητος κι αυθεντικός.

Πληροφορίες: "Ηχώ της Βιάννου"
Φωτογραφίες: Μανώλης Σπανάκης για σχετικό ρεπορτάζ στην "Ηχώ της Βιάννου" - Άνοιξη του 2007
