Μάνα: γλυκιά σκιά που περνά αθόρυβα μέσα από τις μνήμες
Ερχόμενη η δεύτερη Κυριακή του Μάη, ημέρα αφιερωμένη στη γιορτή της Μητέρας, η σκέψη, χωρίς λοξοδρόμισμα, πηγαίνει πάντα στη δική της "φευγάτη" από χρόνια μητέρα.
Η μάνα της ηταν το προτελευταίο από τα εφτά παιδιά της οικογένειάς της. Εκεί, πάνω στον ανθό της νιότης της, ο έρωτας χτυπά την πόρτα της. Καλό και όμορφο παλικάρι ο Γιώργης μα, κατά τον κύρη της, είχε ένα «κουσούρι»· ήταν από κείνους τους κομμουνιστές που κρατούσαν παράτολμη κεφαλή.
Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος της αντίρρησής του για τούτη την αγάπη της κόρης του.
«Φοβούμαι πως δεν θα πάνε καλά τα πράγματα, κόρη μου… γιατί τούτους όλους μια ζωή τους κυνηγούνε».
Όμως η αγάπη και ο έρωτας δεν λογαριάζουν φόβους, αμφιβολίες και αντιρρήσεις. Όλα τα προσπερνούν.
Παραβλέποντας κάθε εμπόδιο, οι δυο νέοι ενώνουν τις ζωές τους έχοντας πίστη στα ίδια ιδανικά και αξίες. Κάνουν όνειρα για ένα όμορφο αύριο. Ένα αύριο που δεν έμελλε να ’ρθει όπως το ονειρεύονταν.
Τα πέτρινα χρόνια που ακολουθούν, με τον πόλεμο, τους Γερμανούς κι έναν ακόμη πιο σκληρό εμφύλιο, θα διαλύσουν όνειρα, σπίτια και ζωές…
Εκείνον, κυνηγημένο και χωρίς περιθώρια διαφυγής, τον φέρνει η σκληρότητα του εμφυλίου μια μέρα σκοτεινή, πάνω στο αγαπημένο του μουλάρι, σκοτωμένο έξω από το σπίτι τους.
Κι εκείνη, που τον περίμενε μαζί με τ’ αγέννητο παιδί τους να γυρίσει, είχε ήδη γνωρίσει το σκληρό πρόσωπο του εμφυλίου. Άντρες της εμπλεκόμενης άλλης παράταξης εισβάλλουν βίαια στο σπίτι τους, αναζητώντας πληροφορίες για τον άνθρωπό της.
Η βιαιότητα που δέχεται, σε ψυχή και σώμα, είναι σφοδρή, γεμάτη μίσος και κακία.
Τίποτα δεν θα μείνει όρθιο…
Φωτιά και στάχτη το σπίτι που θα στέγαζε τα όνειρα και τις ζωές τους.
Κι αν η ψυχή της έγινε κομμάτια, μέσα από τις στάχτες της θα βρει τη δύναμη να σταθεί όρθια για χάρη του αγέννητου παιδιού που κουβαλά στα σπλάχνα της. Θα παλέψει μόνη, μεγαλώνοντας το μονάκριβο αγόρι της με όσες δυνάμεις της απέμειναν.
Όμως η ζωή θα της δείξει ξανά το πιο σκληρό της πρόσωπο.
Το θανατικό θα περάσει πάλι από τον δρόμο της, παίρνοντάς της από δύσκολη αρρώστια, το αγαπημένο της παιδί, μόλις εφτά χρονών.
Κι εκεί που όλα μοιάζουν χαμένα όσο η θλίψη και ο πόνος ριζώνουν στην ψυχή της...Ενα χέρι δυνατό θα την ανασύρει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μέσα από το πηγάδι των δακρύων και της απόγνωσής της. Είναι ο άνθρωπος που θα την κάνει να εμπιστευτεί ξανά τη ζωή.
Μαζί θα φτιάξουν μια νέα οικογένεια. Κι αν δύσκολες ήταν οι συνθήκες εκείνων των χρόνων, η ζωή θα ανθίσει ξανά με τον ερχομό των τριών κοριτσιών τους.
Η μικρότερη κόρη, που θα ’ρθει πολύ αργότερα, απρόσμενα, σε μια εποχή που η μάνα της πίστευε πως ο κύκλος της μητρότητας είχε πια κλείσει, είναι εκείνη που σήμερα θυμάται...
Θυμάται πως στην εφηβεία της αισθανόταν κάποιες φορές αμήχανα βλέποντας τις νεότερες μητέρες των συμμαθητών της να πηγαίνουν στο Γυμνάσιο για να πάρουν τους βαθμούς.
Και μόνο γι’ αυτή τη σκέψη της, μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας ως άνθρωπος, θα ντραπεί πολλές φορές. Γιατί κάποτε στάθηκε τόσο ρηχή απέναντι στην ηλικία της μάνας της, αντί να αισθάνεται περήφανη για τη δύσκολη διαδρομή που εκείνη διέσχισε τόσο γενναία.
Γιατί αυτή η γυναίκα, αν και γνώρισε τη ζωή στο πιο σκληρό της πρόσωπο, δεν παραιτήθηκε ποτέ. Ξαναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της. Προχώρησε, πάλεψε, αγωνίστηκε από γυαλό σε όρη για την οικογένειά της. Και τα κατάφερε, έχοντας πάντα δίπλα της έναν άξιο σύντροφο και πατέρα.
Ναι… Εκείνη η Μάνα δεν πρόφταινε για πολλά κανακέματα και αγκαλιές. Ο καθημερινός αγώνας ήταν δύσκολος και ατέλειωτος.
Όμως μέσα στα βαθιά θλιμμένα της μάτια, η αγάπη, σιωπηλή και δυνατή, ήταν πάντα εκεί, ετοιμη να δώσει, να προστατεύσει και να στηρίξει με τον δικό της τρόπο.
Αναζητώντας σήμερα τη νιότη της μάνας της, αναγνωρίζει σε εκείνη τη γυναίκα που έγινε το πρότυπό της. Τη γυναίκα που την έκανε να αισθάνεται πάντα περήφανη.
Και θα θυμάται πάντα εκείνα τα ροζ, μαγιάτικα, μοσχομυριστά ρόδα που της πήγαινε δώρο κάθε χρόνο στη γιορτή της μητέρας, κομμένα από τις ροδαριές των περβολιών…
Και τώρα που εκείνη λείπει, κάθε Μάης φέρνει ξανά τη μορφή της. Σαν μια γλυκιά σκιά που περνά αθόρυβα μέσα από τις μνήμες…
Γιατί μανάδες σαν κι αυτή δεν φεύγουν ποτέ. Ζουν στις πιο τρυφερές αναμνήσεις των παιδιών τους, εκεί όπου ο χρόνος δεν μπορεί να τις αγγίξει.
Νίκη Δουλγεράκη