Είμαστε ο "Κρητικός" της μυθοπλασίας;
Κάθε φορά που ένα αιματηρό περιστατικό συμβαίνει στην Κρήτη, επανέρχεται σχεδόν αυτόματα μια ολόκληρη δέσμη στερεοτύπων για τους Κρητικούς και την ίδια την κρητική κοινωνία. Στα κοινωνικά δίκτυα, στα τηλεοπτικά πάνελ και συχνά ακόμη και στον δημόσιο λόγο ανθρώπων που θεωρούνται μορφωμένοι και ταξιδεμένοι (!), η Κρήτη παρουσιάζεται περίπου ως ένας τόπος όπου η βία, τα όπλα και ο «τσαμπουκάς» αποτελούν μια φυσική καθημερινή κατάσταση.
Είναι όμως αλήθεια;
Σε βαθμό πολύ, πολύ μικρότερο από αυτόν που παρουσιάζεται, ναι.
Πρόκειται για μια εικόνα που απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα και η οποία έχει χτιστεί εδώ και δεκαετίες όχι μόνο από υπαρκτές κοινωνικές παθογένειες, αλλά και από μια ολόκληρη μυθοπλασία - κυρίως τηλεοπτική αλλά και ρεπορταζιακή - γύρω από το νησί.
Ένα παράδειγμα: τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη έχει γίνει πρωταγωνίστρια οπαδικών επεισοδίων, με θανάτους, τραυματισμούς και άλλα σοβαρά περιστατικά βίας. Έχετε ακούσει ποτέ κανέναν να κατακρίνει συνολικά τη «νοοτροπία των Θεσσαλονικιών, να λέει πως η Θεσσαλονίκη έγινε "Μίλγουολ" ή να συνδέει την τοπική κουλτούρα με αυτά τα περιστατικά; Σαφώς και υπάρχει πυρήνας προβλήματος. Σαφώς και υπάρχουν ευθύνες. Αμαυρώνεται όμως συνολικά μια ολόκληρη πόλη και οι κάτοικοί της; Όχι. Ή τουλάχιστον όχι στον βαθμό που συμβαίνει με την Κρήτη.
Για πολλούς Έλληνες που δεν έχουν ουσιαστική επαφή με την Κρήτη (άρα δεν μετράνε οι δέκα ημέρες διακοπών τον Αύγουστο) η εικόνα του Κρητικού διαμορφώθηκε μέσα από τηλεοπτικές σειρές, υπερβολικά ρεπορτάζ, λαϊκές αφηγήσεις και μια διαρκή φολκλορική υπερπαραγωγή γύρω από τις βεντέτες, τα όπλα, τη «λεβεντιά» και την ανδρική επιθετικότητα.
Ο Κρητικός της μυθοπλασίας είναι σχεδόν πάντα τραχύς, οξύθυμος, μαυροντυμένος, γενειοφόρος, οπλοφορεί, λειτουργεί με προσωπικούς κώδικες τιμής και βρίσκεται διαρκώς στα όρια της βίας.
Ένας τόπος με δικούς του κανόνες, δικό του dress code και δική του διάλεκτο είχε όλα τα χαρακτηριστικά για να παρουσιαστεί ως κάτι «εξωτικό» στα μάτια του τηλεθεατή. Και φυσικά αυτή η συνθήκη τον γοήτευσε. Ακόμη και σήμερα αυτή η «εξωτικότητα» πουλάει απίστευτα στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Είναι όμως ρεαλιστική;
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εικόνα, επαναλαμβανόμενη επί δεκαετίες, άρχισε να αντιμετωπίζεται ως η «κανονική» Κρήτη. Και ακόμη χειρότερα: σε έναν βαθμό άρχισε να γοητεύει και να υιοθετείται και από τους ίδιους τους Κρητικούς.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ένα κομμάτι της κοινωνίας αντιμετώπισε αυτή τη στρεβλή εικόνα σαν στοιχείο «ταυτότητας». Η επίδειξη όπλων, ο τσαμπουκάς, η επιθετικότητα και μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της λεβεντιάς βαφτίστηκαν παράδοση, ανδρισμός ή αυθεντικότητα.
Η μυθοπλασία δεν έμεινε στην τηλεόραση. Πέρασε σταδιακά και στην πραγματική ζωή. Σαν ένα πολιτισμικό αντιδάνειο ή σαν έναν παραμορφωτικό καθρέφτη, όπου η εικόνα που κατασκεύασε η τηλεόραση άρχισε τελικά να επηρεάζει και την ίδια την κοινωνία που υποτίθεται ότι απεικόνιζε.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος: η υπόλοιπη Ελλάδα έβλεπε την Κρήτη μέσα από υπερβολικά στερεότυπα και ένα μέρος της ίδιας της Κρήτης άρχισε να τα αναπαράγει — άλλοτε από συνήθεια, άλλοτε από κοινωνική ανοχή και άλλοτε γιατί πίστεψε πως έτσι «πρέπει» να είναι ο Κρητικός.
Με αφορμή τα αιματηρά περιστατικά των τελευταίων ετών — και ιδιαίτερα εκείνα σε Βορίζια και Αμμουδάρα — ακούσαμε απόψεις και διαβάσαμε σχόλια, ακόμη και από ανθρώπους που θεωρούνται ανοιχτόμυαλοι, εντυπωσιακά άστοχα ως προς τη φύση του προβλήματος και τις πραγματικές ευθύνες.
Αν πίστευε κανείς ορισμένες περιγραφές, θα νόμιζε πως η Κρήτη από άκρη σε άκρη θυμίζει Ελ Πάσο.
Κι όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή και πολύ λιγότερο «εξωτική». Η Κρήτη είναι τεράστια και υπάρχουν ακόμη και μεγάλες περιοχές που για δεκαετίες δεν έχει συμβεί απολύτως τίποτα δραματικό. Αυτή η γενίκευση λοιπόν, το μόνο που κάνει, είναι να αδικεί, να διαστρεβλώνει και τελικά να απροσανατολίζει από το πρόβλημα που είναι πολύ συγκεκριμένο. Και δεν απαιτεί ούτε ειδική μεταχείριση ούτε επιχειρήσεις «κατάληψης» του νησιού. Χρειάζεται το ίδιο πράγμα που χρειάζεται κάθε κοινωνία όταν ανέχεται πυρήνες παραβατικότητας: πολιτική βούληση, συνέπεια από τις αρχές και μηδενική ανοχή.
Τίποτα περισσότερο - τίποτα λιγότερο.
Φωτογραφία: Στιγμιότυπο από την τηλεοπτική σειρά "Σασμός"