Για σένα που είσαι, που θα γίνεις, που ήσουν… μάνα
Για σένα που είσαι μάνα… για σένα που θα γίνεις… για σένα που υπήρξες κάποτε η πιο ζεστή αγκαλιά ενός παιδιού… Και για τη δική μου μάνα. Σήμερα θυμήθηκα ένα ποίημα από το ανθολόγιο του Δημοτικού. Το είχα αποστηθίσει μικρό παιδί, για να της το πω στη γιορτή της Μητέρας, κρατώντας λίγα λουλούδια του αγρού κι ένα γλυκό φιλί. Ένα μικρό δείγμα αγάπης και ευγνωμοσύνης. Και ξέρετε κάτι; Ακόμα το θυμάται! Παράξενο πράγμα η μνήμη. Κρατά στιγμές που μοιάζουν μικρές, κι όμως μένουν μέσα μας για πάντα.
Κι έτσι, σήμερα, θυμήθηκα και μια ιστορία που μου διηγούνταν η μάνα μου. Μια παράξενη ιστορία. Σχεδόν σκληρή. Μα βαθιά ανθρώπινη. Κάποτε, λέει, ήταν μια γυναίκα που λαχταρούσε να γίνει μάνα. Παρακαλούσε μέρα νύχτα να αποκτήσει παιδί. Και οι προσευχές της εισακούστηκαν. Όταν όμως ήρθε η ώρα να γεννήσει, δεν έφερε στον κόσμο ένα παιδί όπως περίμεναν όλοι. Γέννησε ένα φίδι. Οι συγγενείς και οι χωριανοί τρόμαξαν. Το θεώρησαν κακό σημάδι. Όμως εκείνη… το κοίταζε με μάτια γεμάτα αγάπη. Με τον καιρό, την έπεισαν πως έπρεπε να το αφήσει να φύγει, να επιστρέψει στη φύση. Κι έτσι έγινε.
Πέρασαν μέρες.
Ώσπου μια μέρα ξέσπασε μεγάλη φωτιά. Καιγόταν ο τόπος. Κι εκείνη καθόταν και έκλαιγε απαρηγόρητη. Τη ρώτησαν γιατί κλαίει τόσο. Κι εκείνη, με μάτια γεμάτα πόνο, ψιθύρισε: «Άραγε… τα φίδια καίγονται;» Κι εγώ θυμάμαι να κλαίω όταν το άκουγα. Και ακόμα… κάθε φορά που το θυμάμαι, δακρύζω. Γιατί τότε κατάλαβα, ίσως για πρώτη φορά, πως η μάνα αγαπά πέρα από τη λογική. Πέρα από τον φόβο. Πέρα από τα πάντα.
«Η Μάνα»
Γεώργιος Μαρτινέλλης
«Μάνα» κράζει το παιδάκι,
«Μάνα» ο νιος και «Μάνα» ο γέρος,
«Μάνα» ακούς σε κάθε μέρος,
α! τι όνομα γλυκό.
Τη χαρά σου και τη λύπη,
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.
Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα,
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.
Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ’ αψηφάει,
για το τέκνο π’ αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.
Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα,
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει,
μ’ ανυπόμονη καρδιά.
Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια,
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ’ απανταίνει,
με τα ολόθερμα φιλιά.
Δυστυχής όποιος τη χάνει,
ο καημός είναι μεγάλος.
Σαν τη μάνα δεν είν’ άλλος,
εις τον κόσμο θησαυρός.
Κι όποιος μάνα πια δεν έχει,
«Μάνα» κράζει στ’ όνειρό του.
Πάντα «Μάνα» στον καημό του,
είν’ ο μόνος στεναγμός…
Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του σπουδαίου Κώστα Μπαλάφα