Η παλιά βρύση της Κάτω Βιάννου
Υπάρχουν μέρη που, όσο κι αν τ’ αλλάξει ο χρόνος, δεν σε αφήνουν ποτέ να φύγεις. Σε κρατούν εκεί. Σε μια στιγμή. Σε μια εικόνα. Σε μια ζωή που έζησες. Στο χωριό μας, στην Κάτω Βιάννο, υπάρχει ακόμη η «παλιά βρύση». Μια πέτρινη βρύση, με τοξωτό άνοιγμα, σμιλεμένη με μεράκι άλλων εποχών.
Δεν ξέρω πότε χτίστηκε. Ίσως σε χρόνια δύσκολα. Ίσως σε εποχές που το νερό δεν ήταν δεδομένο, αλλά ευλογία. Για τους ανθρώπους τότε, δεν ήταν απλώς μια πηγή. Ήταν σημείο συνάντησης. Οι γυναίκες μαζεύονταν με τις στάμνες τους, αντάλλασσαν νέα, μοιράζονταν σκέψεις, έδιναν ζωή στον τόπο.
Δίπλα της, μια γούρνα. Πάντα καθαρή, ασπρισμένη. Εκεί πότιζαν τα ζώα τους. Κι εκεί ολοκληρωνόταν η εικόνα μιας άλλης εποχής. Κι εγώ… μικρό παιδί, στεκόμουν εκεί με τη μάνα μου. Και την παρακαλούσα να με αφήσει να κουβαλήσω νερό με το σταμνί. Με μια συμφωνία: να μην το σπάσω. Το κρατούσα με περηφάνια, μα και με κόπο. Το βάρος μεγαλύτερο από τις δυνάμεις μου. Και πάντα γύριζα… με μισογεμάτο σταμνί. Γιατί το νερό χυνόταν στον δρόμο, μα εγώ δεν το έβαζα κάτω. Ήθελα να τα καταφέρω.
Θυμάμαι ακόμα να σκύβω, να πίνω νερό με τις χούφτες μου. Δροσερό. Καθαρό. Σαν να ερχόταν κατευθείαν από τη γη. Και στη γιορτή του Κλήδονα, οι κοπέλες έπαιρναν από εκεί το «αμίλητο νερό». Σιωπηλές, με μια παράξενη ιερότητα στη στιγμή. Σαν να κουβαλούσαν κάτι περισσότερο από νερό.

Σήμερα… η βρύση στέκει ακόμα. Ο χρόνος την έχει σημαδέψει. Για χρόνια έμεινε χωρίς νερό. Κι όταν τρέχει λίγο τώρα, είναι σαν να ψιθυρίζει. Σαν να θυμάται. Ίσως τελικά, δεν είναι το νερό που μας λείπει. Είναι εκείνες οι στιγμές.
Η απλότητα.
Η συνάντηση.
Η κοινότητα.
Η «παλιά βρύση» δεν είναι πια όπως τότε. Αλλά κάθε φορά που στέκομαι μπροστά της… είμαι ξανά εκείνο το παιδί. Με τις χούφτες γεμάτες νερό, και την καρδιά γεμάτη κόσμο…
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος