Ένας καφές απόσταγμα σοφίας
«Έλα να πιεις ένα καφέ», μου πρότεινε ο μπάρμπα Δημήτρης Παπαδημητράκης, από την Άνω Βιάννο που κουβαλεί στις πλάτες του 95 χρόνων σοφία!
Δεν έχασα την ευκαιρία και, για μια ακόμη φορά, βίωσα τον πλούτο που ο άνθρωπος αυτός έχει στα σεντούκια του.
Σπουδαίο κεφάλαιο οι ηλικιωμένοι άνθρωποι. Ο λόγος τους είναι γεμάτος σοφία! Νομίζω πως είναι τράπεζες σοφίας. Μέσα στο γόνιμο μυαλό τους φυλάσσεται όλο το χρυσάφι μιας κοινωνίας και κατ’ επέκταση ενός λαού.
Ο μπάρμπα Δημήτρης ξεκινά κάθε πρωί από το σπίτι του, που βρίσκεται στην Πλάκα, την ανατολική συνοικία της Άνω Βιάννου και, σιγά σιγά, έρχεται περπατώντας μέχρι τα καφενεία της κωμόπολης.
"Είναι αξιολύπητοι μερικοί χωριανοί που για να έρθουν στο καφενείο πρέπει να πάρουν το αυτοκίνητο", μου είπε... και έχει χίλια δίκια!
Αξιοπρεπέστατος, ευγενής, ομιλητικότατος, με θαυμαστή διαύγεια πνεύματος, θυμάται απίστευτα πράγματα! Γεννημένος αρχές της δεκαετίας του 1930 βίωσε τη δίνη του πολέμου, είδε σκοτωμούς και πάλεψε με την ξυπολισιά, την πείνα, την εξαθλίωση και την ανέχεια.
Άριστος γεωργός, έσπερνε, θέριζε, μάζευε και κλάδευε ελιές, καταπληκτικός περιβολάρης, ασχολήθηκε με οτιδήποτε θα μπορούσε να συνδράμει στην οικογενειακή οικονομία, να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα παιδιά του.
Προσφάτως, τον κάλεσαν στο Νηπιαγωγείο Βιάννου για να διηγηθεί στα μικρά παιδιά κάποιες από τις χιλιάδες αναμνήσεις του. Σοφή-σοφότατη η σκέψη των δασκάλων, γιατί, καλύτερος δάσκαλος και ωραιότερη διδασκαλία δεν θα μπορούσε να γίνει. Ο μπάρμπα Δημήτρης, με το δικό του πειστικό τρόπο ιστόρησε στα μικρά παιδιά τα δικά του ενθυμήματα, τότε που, μικρό παιδί κι αυτός, ήταν μαθητής στο δημοτικό σχολείο. Τους μίλησε για τον πόλεμο, την κατοχή, τις κατοπινές διώξεις στους αντιφρονούντες, τη σκληραγωγία και τις στερήσεις.
«Μιλούσα στα παιδιά κι έκλαιγα», μου είπε και στα μάτια του είδα ξανά την υγρασία της συγκίνησης!

Ο Μπάρμπα-Δημήτρης κρατεί με ευλάβεια τη μαθητική φωτογραφία, τότε που κι εκείνος ήταν μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο…
«Θυμήθηκα τότε που ήμουν κι εγώ μαθητούδι, ξυπόλυτος, ρακένδυτος και πεινασμένος και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι δάσκαλοι, για ψύλλου πήδημα μάς έκαναν μπαούλο στο ξύλο», μου είπε με πικρό παράπονο. Άθελά του, έκανε τις βασανιστικές συγκρίσεις. «Τότε, μ’ όλη τη φτώχεια του κοσμάκη η κάθε οικογένεια είχε τέσσερα, πέντε, έξη και εφτά παιδιά… Σήμερα μόλις και μετά βίας κάνουν δύο παιδιά…», είπε και θυμήθηκε την πολυπληθή τους οικογένεια που ήταν εφτά αδέρφια!!! «Τα σημερινά παιδιά είναι βασιλιάδες και πολύ χαίρομαι γι’ αυτό»… αλλά αναρωτήθηκε: «μήπως κάπου έχουμε χάσει το μέτρο»;
Τι να του πω του μπάρμπα Δημήτρη; Μήπως έχει άδικο;
Από την εποχή του «τα κόκαλα δικά μου και το κρέας δικό σου δάσκαλε», περάσαμε στην αντίπερα όχθη και αλίμονο στο δάσκαλο που θα στραβοκοιτάξει το μαθητή!
Προσφάτως καταγράφηκε ένα περιστατικό που έρχεται να δικαιώσει τις ανησυχίες του μπάρμπα Δημήτρη. Κατά την ώρα της βάπτισης το παιδάκι έκλεγε γοερά και τότε, η νονά του, έκαμε τη μαγική κίνηση: Του έδωσε το κινητό της να δει κάποιο παιδικό… Το παιδί αμέσως ηρέμησε από το σκληρό ναρκωτικό. Δεν θα σταθώ στον αδικαιολόγητο εκνευρισμό του ιερέα, ο οποίος τους έδιωξε από την εκκλησία και χρειάστηκε μια ώρα για να αποκατασταθεί η… διασαλευθείσα τάξη. Όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν μπορεί να μην υπάρχουν όρια…
Ίσως αν, αυτή την ευφυέστατη κίνηση των δασκάλων που έδωσαν στα παιδιά την ευκαιρία να διδαχθούν από τη σοφία του Μπάρμπα Δημήτρη, την είχε υιοθετήσει το κράτος και, οι μπάρμπα Δημήτρηδες αυτής της χώρας, δίδασκαν σε σχολές γονέων, να ήταν άλλη η μοίρα μας…