Κάτω από τη χαρουπιά του Αφέντη Χριστού...
Κάθε χρόνο, λίγο πριν από τη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η σκέψη μου ανηφορίζει μόνη της στο μικρό βυζαντινό εξωκλήσι του Αφέντη Χριστού, στο χωριό μου, την Κάτω Βιάννο. Κι εκεί, κάτω από τη μεγάλη χαρουπιά που δεν υπάρχει πια, με περιμένει ακόμη ένα μικρό κορίτσι. Είναι παράξενο το παιχνίδι της μνήμης. Δεν φυλάει πολύτιμα αντικείμενα. Φυλάει πρόσωπα, μυρωδιές, ήχους και μικρές στιγμές που τότε τις θεωρούσαμε αυτονόητες, μα ο χρόνος τις έκανε ανεκτίμητες. Ο Αφέντης Χριστός ήταν πάντοτε μια μεγάλη γιορτή. Από νωρίς οι καμπάνες αντιλαλούσαν στις πλαγιές και άνθρωποι από τα γύρω χωριά ανηφόριζαν για τον Εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία. Άλλοι κρατούσαν άρτους, άλλοι βασιλικό κι άλλοι μονάχα την ανάγκη να σταθούν για λίγο μπροστά στην εικόνα του Χριστού.
Η εκκλησία βρίσκεται στο κοιμητήριο του χωριού. Κι έτσι η γιορτή είχε πάντα μια παράξενη ισορροπία. Από τη μια η χαρά της συνάντησης. Από την άλλη η σιωπηλή παρουσία εκείνων που είχαν "φύγει". Οι μεγαλύτεροι άναβαν το κερί τους και ύστερα περνούσαν από τα μνήματα. Καθάριζαν τους τάφους, άναβαν τα καντήλια, ψιθύριζαν τα ονόματα των αγαπημένων τους. Τότε δεν καταλάβαινα γιατί το έκαναν. Σήμερα ξέρω πως εκεί, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, έμαθα ότι η αγάπη δεν τελειώνει όταν τελειώνει η ζωή.
Γίνεται μνήμη.
Γίνεται προσευχή.
Γίνεται φροντίδα.
Κι όσο οι μεγάλοι προσεύχονταν, εμείς τα παιδιά ζούσαμε τη δική μας γιορτή. Περιμέναμε με ανυπομονησία τον κύριο Χρήστο από την Άνω Βιάννο. Έφθανε κάθε χρόνο φορτωμένος παιχνίδια και καραμέλες και άπλωνε την πραμάτεια του κάτω από τον παχύ ίσκιο της μεγάλης χαρουπιάς, λίγο έξω από την αυλή της εκκλησίας. Για εμάς εκείνη η χαρουπιά δεν ήταν απλώς ένα δέντρο. Ήταν το σημείο της προσμονής. Στεκόμασταν γύρω από την πραμάτεια του και χαζεύαμε τα παιχνίδια. Περισσότερο όμως περιμέναμε τις καραμέλες. Δεν βιαζόμουν ποτέ να τη γευτώ. Πρώτα ξετύλιγα προσεκτικά το πολύχρωμο χαρτάκι της. Γιατί μέσα του έκρυβε μια μαντινάδα. Ένα μικρό στιχάκι. Λίγες μόνο λέξεις. Κι όμως, τότε μου φαίνονταν σπουδαίες. Τη διάβαζα ξανά και ξανά και φύλαγα το χαρτάκι σαν μικρό θησαυρό. Ίσως γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνω, δεν κρατούσα μόνο μια μαντινάδα. Κρατούσα μια στιγμή ευτυχίας. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμη εκείνες οι καραμέλες. Ίσως όχι. Όμως δεν γνώρισα ποτέ άλλη γλύκα που να κράτησε τόσο πολύ μέσα μου.
Κι όταν τελείωνε η λειτουργία, το χωριό άλλαζε όψη. Οι λύρες και τα λαούτα έδιναν τον ρυθμό. Οι μυρωδιές από τα παραδοσιακά φαγητά απλώνονταν στις αυλές. Οι μεγαλύτεροι αντάλλασσαν ιστορίες και ευχές, οι νεότεροι έπιαναν τον χορό κι εμείς τρέχαμε ανέμελα, πιστεύοντας πως εκείνα τα καλοκαίρια δεν θα τελείωναν ποτέ. Πόσο αθώοι ήμασταν...
Δεν ξέραμε πως η ευτυχία δεν κάνει θόρυβο. Περνά αθόρυβα από τη ζωή μας και συνήθως την αναγνωρίζουμε μόνο όταν γίνει ανάμνηση. Σήμερα, κάθε φορά που ανηφορίζω στον Αφέντη Χριστό, ανάβω το κερί μου όπως τότε. Στέκομαι για λίγο σιωπηλή. Και σχεδόν ασυναίσθητα ψάχνω ακόμη τις καραμέλες μου. Όχι γιατί μου λείπει η γεύση τους. Αλλά γιατί μαζί τους ψάχνω εκείνο το μικρό κορίτσι που πίστευε πως όλος ο κόσμος μπορούσε να χωρέσει σε μια μαντινάδα, σε μια καραμέλα και σ' ένα παιδικό χαμόγελο.
Η χαρουπιά δεν υπάρχει πια. Ο χρόνος την πήρε μαζί του, όπως παίρνει σιγά σιγά τόσα πράγματα που αγαπήσαμε. Κι όμως, κάθε φορά που περνώ από εκεί, τη βλέπω ακόμη. Όχι με τα μάτια. Με την καρδιά. Γιατί υπάρχουν δέντρα που κόβονται. Υπάρχουν όμως σκιές που δεν χάνονται ποτέ.
Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος
Κεντρική φωτογραφία: e-stories Kritis.gr