«Τα καλοκαίρια που δεν μετρούσαμε χρόνο»
Φέτος, θέλω ένα καλοκαίρι όπως εκείνα τα παιδικά μας. Σαν εκείνη τη μέρα που έκλεινε το σχολείο, κάπου στα μέσα του Ιούνη, κι εμείς βγαίναμε από το προαύλιο τρέχοντας και φωνάζοντας, με το ενδεικτικό στο χέρι, σαν τρόπαιο, και την τσάντα ήδη ξεχασμένη σε κάποια γωνία του μυαλού μας.
Από εκείνη τη στιγμή, ο χρόνος σταματούσε. Οι γονείς δεν είχαν χρόνο για θάλασσες και διακοπές. Είχαν δουλειές, μεροκάματα και μια μόνιμη έγνοια χαραγμένη στο μέτωπο. Κι όμως, εμείς είχαμε το πιο πλούσιο καλοκαίρι του κόσμου! Είχαμε όλο το χωριό δικό μας. Το πρωί μας έβρισκε με μια φέτα ψωμί βρεγμένη, πασπαλισμένη με ζάχαρη και λίγο καφέ από πάνω ή με γλυκό κυδώνι, κι ύστερα δρόμο. Κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, σχοινάκι, κλέφτες κι αστυνόμοι. Παιχνίδια που δεν χρειάζονταν χρήματα ούτε οθόνες. Μόνο παιδιά, φαντασία και φωνές που ακούγονταν από τη μια άκρη του χωριού μέχρι την άλλη. Χτίζαμε «σπίτια» με πέτρες στα χωράφια, σκαρφαλώναμε στα δέντρα και κάναμε διαγωνισμούς ποιος θα φάει τα περισσότερα τζάνερα ή μούρα χωρίς να λερωθεί.
Τα γόνατά μας ήταν μόνιμα γδαρμένα, τα ρούχα μας σκονισμένα και τα παπούτσια μας φαγωμένα από τους χωματόδρομους. Και ήμασταν ευτυχισμένοι. Το μεσημέρι, όταν ο ήλιος στεκόταν ακίνητος πάνω από το χωριό, οι μανάδες μάς μάζευαν μέσα σχεδόν με το ζόρι.
«Ώρα για ύπνο και ησυχία!»
Κοιμόμασταν στρωματσάδα στο πάτωμα, με ανοιχτά παράθυρα και μοναδική μουσική τα τζιτζίκια που δεν σταματούσαν στιγμή το τραγούδι τους, διαφημιστές του καλοκαιριού και της ζέστης. Κι όσοι δεν κοιμόμασταν, φτιάχναμε παιχνίδια. Τα κορίτσια «κουτσούνες» από κουρέλια και τα αγόρια μπουλντόζες από κουτιά κονσέρβας, τσουρλιά από σύρμα και λάστιχο ή σφεντόνες.
Κάπου από κάποιο σπίτι ακουγόταν πάντα ένα ραδιόφωνο ή ο ήχος της τηλεόρασης που έπαιζε δυνατά για όλη τη γειτονιά. Το απόγευμα είχε γεύση από καρπούζι που έσταζε μέχρι τους αγκώνες, πεπόνι και αχλάδια. Καθόμασταν στο πεζούλι και τρώγαμε την καρδιά του καρπουζιού, πετώντας τα κουκούτσια ο ένας στον άλλον. Το παγωτό χωνάκι ή ξυλάκι ήταν μικρή πολυτέλεια. Από τα σπίτια μύριζε τηγανητή πατάτα, ντομάτα κομμένη με το χέρι, πράσινο σαπούνι και βρεγμένος ασβέστης. Και σαν έπεφτε ο ήλιος, άρχιζε η πιο όμορφη ώρα της μέρας. Τα πανηγύρια! Του Αφέντη Χριστού, της Παναγίας, οι χοροί και τα γλέντια που κρατούσαν μέχρι το ξημέρωμα. Δεν χρειάζονταν πολλά. Μόνο καλή διάθεση και ανοιχτή καρδιά. Ένα βιολί, μια λύρα, μια παρέα και άνθρωποι που ήξεραν να χαίρονται με τα απλά. Εκεί γεννιούνταν και οι πρώτοι παιδικοί έρωτες. Ματιές ντροπαλές, χαμόγελα κλεφτά, συζητήσεις μέχρι αργά χωρίς τίποτα πονηρό. Μόνο αθωότητα, καρδιοχτύπι και λίγη στεναχώρια όταν το βλέμμα δεν γύριζε πίσω.
Κάποια βράδια ακούγονταν και καντάδες στα στενά. Φωνές νέων παιδιών κάτω από τα μπαλκόνια, τραγούδια για αγάπες ανεκπλήρωτες και κορίτσια που κρυφογελούσαν πίσω από τις κουρτίνες. Κι εμείς, μικρότεροι τότε, παρακολουθούσαμε σαν να βλέπαμε σκηνές από παραμύθι. Κάθε Ιούλη έφταναν στο χωριό και τα παιδιά από την Αθήνα ή το Ηράκλειο. Τα περιμέναμε στην άκρη του δρόμου σαν να ερχόντουσαν βασιλιάδες. Έφερναν μαζί τους μυρωδιές από πόλη, καινούριες λέξεις και ιστορίες διαφορετικές. Μα σε δυο μέρες γίνονταν κι εκείνα ένα με εμάς.
Ξυπόλητα, γεμάτα χώματα μέχρι το γόνατο και με τη γλώσσα μαύρη από τα μούρα που κλέβαμε από τις μουριές. Κι ύστερα ερχόταν ο Αύγουστος. Ο δύσκολος αποχαιρετισμός. Δεν υπήρχαν κινητά, ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κρατούσαμε διευθύνσεις γραμμένες πρόχειρα σε χαρτάκια που ίδρωναν μέσα στις τσέπες μας.
«Οδός τάδε, Αθήνα…». Και όλο τον χειμώνα στέλναμε γράμματα.
«Περνάμε καλά. Εσείς; Εδώ βρέχει. Να ξανάρθετε το καλοκαίρι…».
Τα καλοκαίρια εκείνα δεν είχαν μεγάλη πολυτέλεια. Είχαν όμως χρόνο, παρέα, αθωότητα και καρδιά. Κι ίσως τελικά να μην νοσταλγούμε μόνο τα παιδικά μας χρόνια. Νοσταλγούμε έναν κόσμο πιο αθώο, πιο ανθρώπινο, πιο ανοιχτό. Έναν κόσμο που είχε λιγότερα… αλλά μας χωρούσε όλους. Και τώρα, κάθε φορά που μυρίζω βρεγμένο ασβέστη ή ακούω τζιτζίκι να τραγουδάει μέσα στο μεσημέρι, γυρίζω για λίγο πίσω. Στα χρόνια που δεν μετρούσαμε τον χρόνο. Στα καλοκαίρια που ήμασταν μόνο παιδιά.