Αύγουστος
Γράφει η Νίκη Δουλγεράκη
Η μνήμη, περιχαρής, παίρνει πάλι τον δρόμο που αγαπά και, κάπου κοντά στο "Σταυρί", συναντά έναν Αύγουστο να διαβαίνει κρατώντας ένα καλάθι με σταφύλια, σύκα και χοντράπιδα αορίτικα.
Πριν ακόμη φέξει η πρώτη του μέρα, τον ανέμεναν οι παλιοί αθρώποι. Θυμάται τη θεία της να μονολογεί, έχοντας το νου της στις πρώτες μέρες του μήνα, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τα μερομήνια, όπως τα είχε μάθει από τους παλιότερους.
Παρατηρούσαν τη φύση, αφουγκράζονταν τον αέρα, το πυρωμένο βλέμμα του ήλιου, τα σχήματα των σύννεφων πάνω από την Κούπα, τον ξάστερο ουρανό, το φεγγάρι.
Μέσα από τα σημάδια της φύσης προσπαθούσαν να προβλέψουν τον χειμώνα που ερχόταν. Ήταν η δική τους μετεωρολογία, εμπειρική και σοφή, γεννημένη από τον καθημερινό μόχθο και την ανάγκη της επιβίωσης μέσα στον χειμώνα.
Κι ενώ τα μερομήνια ερμήνευαν και προέβλεπαν, ο Δεκαπενταύγουστος πρόβαλλε αυστηρός, με τη νηστεία του και τις λειτουργίες του, πρωί και βράδυ, στην Παναγία του χωριού. Την τιμούσαν οι χωριανοί, μα το μεγάλο πανηγύρι γινόταν στις 6 Αυγούστου, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, για το χατίρι του Αφέντη Χριστού. Η παλιά βυζαντινή εκκλησία, δίπλα στο νεκροταφείο, γέμιζε μετά από το χαρούμενο χτύπημα της καμπάνας.
Ήταν ένα πανηγύρι διαφορετικό απ' αυτά που συναντάς σήμερα. Μια ανάσα ξεκούρασης για ψυχή και σώμα, μια ευκαιρία να ξαποστάσουν οι άνθρωποι από τον καθημερινό κάματο, να ανταμώσουν, να μοιραστούν χαρές και συναισθήματα και να χτίσουν κοινές αναμνήσεις.
Το χωριό πανηγύριζε με τον δικό του τρόπο, με τις πόρτες και τις αυλές των σπιτιών να μένουν ανοιχτές για κάθε μουσαφίρη. Θωρεί Πανωβιαννίτες, Πλακιώτες, Μαρθιανούς, Χοντριγιαννούς, Βαχουδιανούς και Μπαρίτες που έφταναν για τη χάρη του Αφέντη Χριστού.
Θωρεί ακόμη και την ξαδέρφη της, την Πανωβιαννίτισσα Ανθούλα, να καταφτάνει με τις κόρες της, την Ελεάνα και τη Μαρία, και τη θεία Κατερίνα να περιμένει τους μουσαφιραίους της με το αξέχαστο στάρι με τους χοχλιούς, αφού ψάρι δεν έψηνε ποτέ, όπως πρόσταζε η γιορτινή μέρα.
Τα καφενεία, κάτω από τον πυκνό ίσκιο των μουρνιών, κερνούσαν παγωμένες ρακές, ούζο με μεζέ, γκαζόζες και υποβρύχιο βανίλια. Κι αν τύχαινε να περάσει ο αξέχαστος Νταντάλας με το λυράκι του, το πανηγύρι στηνόταν αμέσως.
Για κείνη όμως πανηγύρι δεν λογιούνταν χωρίς τον Μπριντή ή τον Χρήστο Χουδετσανάκη, με την πραμάτεια τους απλωμένη κάτω από τη γέρικη χαρουπιά του νεκροταφείου. Εκείνα τα λογής-λογής πολύχρωμα μπιχλιμπίδια έμοιαζαν στα παιδικά της μάτια με τους μεγαλύτερους θησαυρούς. Κι όταν στεκόταν για ώρα μπροστά στο εμπόρευμα, σαν να ακούει ακόμη τον κυρ Χρήστο να λέει:
«Μη το πιάνεις αυτό! Άμα το σπάσεις, θα το πάρεις;».
Καθώς άλλος ένας Αύγουστος φτάνει, η μνήμη κουβαλά ακόμη τους παλιούς ανθρώπους να κοιτούν σιωπηλά τον ουρανό, διαβάζοντας τα μερομήνια.
Ακούει την καμπάνα του Αφέντη Χριστού να καλεί στο πανηγύρι και την ίδια να προσπαθεί να κουρδίσει εκείνο το χρυσαφένιο πανηγυριώτικο ρολογάκι που της είχαν αγοράσει.
Ας έρθει κι αυτός ο Αύγουστος χαρούμενος σαν τα παλιά πανηγύρια· ήσυχος, χωρίς φωτιές, γεμάτος όμορφες αναμνήσεις. Αναμνήσεις που θα αντέξουν στον χρόνο και θα επιστρέφουν κάποτε, σαν έναν από τους πιο γλυκούς Αυγούστους της ζωής μας.