40 ημέρες χωρίς ένα ωραίο φίλο…
Έχοντας την ασφάλεια που προσφέρει η παρέλευση 40 ημερών από το φευγιό του Μιχάλη, μπορώ να προσεγγίσω την απώλειά του με σχετική ψυχραιμία, αν και πόσο ψύχραιμος μπορεί να είναι κάποιος μπροστά σε αποχωρισμούς με υψηλό κοστολόγιο;
Ο θάνατος του Μιχάλη Βαρδάκη είναι ακόμη ένας σημαντικός λόγος για να τσακωθώ με το πεπρωμένο και να του θέσω ξανά τα ίδια άχαρα ερωτήματα που δυστυχώς, μένουν βασανιστικά αναπάντητα:
Πού, σε ποιον και σε τι, αλήθεια, έφταιξε ο Μιχάλης και τού στερήθηκε το δικαίωμα να σωγεράσει με την αγαπημένη του Βαγγελιώ, να ευχαριστηθεί τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, να χαρεί τα εγγόνια του και εν πάση περιπτώσει να διαβεί προς την Αχερουσία, αφού θα είχε συμπληρώσει το μέσο προσδόκιμο ζωής;
Όπως ήδη είπα, το ερώτημα θα παραμείνει αναπάντητο. Κι εμείς, οι επιζώντες, πρέπει να παραμερίσουμε ερωτήματα και συναισθήματα και να δούμε με ρεαλισμό την οδυνηρή πραγματικότητα.
Μάλιστα για μένα αλλά και σε όλους σαν εμένα που έχουμε άλλες θεωρήσεις για τη λεγόμενη άλλη ζωή, η πραγματικότητα αυτή είναι οδυνηρότερη.
Εμείς λοιπόν, θα πρέπει μ’ αυτά τα δεδομένα να διαχειριστούμε την απώλεια του αγαπημένου φίλου, του Μιχάλη Βαρδάκη που σήμερα, 40 ημέρες μετά την αποδημία του, ήρθαμε εδώ για να τιμήσουμε την ωραία του μνήμη.
Κι έχει περίσσιο πόνο η διαχείριση του κόστους αυτής της απώλειας, γιατί ο Μιχάλης ήταν ένα ωραίο σύνολο αρετών και προτερημάτων. Κατά τι μεγαλύτερός μου, τον θυμάμαι στα γυμνασιακά μας χρόνια να περπατά αέρινος, με λεβεντιά αλλά ποτέ με έπαρση, με σοβαρότητα αλλά ουδέποτε με σοβαροφάνεια, μετρημένος, δεν ντελάλησε ποτέ τα προτερήματά του, γιατί υπέρτατες αξίες του, και το λέω μετά λόγου γνώσεως, ήταν η ταπεινότητα, η σοβαρότητα και η σωφροσύνη.
Στην αέρινη λεβέντικη κορμοστασιά του Μιχάλη ταίριαζε γάντι ο στίχος του Νότη Περγιάλη «Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα»…
Είμαι ευτυχής που έχω στη ζωή μου «Μιχάληδες» να φυλάξω στο θησαυροφυλάκιο της διαρκούς μνήμης! Εκεί, όπου είναι ένας άλλος παράδεισος κατ’ εμέ, ο πραγματικός…
Ο Μιχάλης, αγάπησε τους ανθρώπους γιατί πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ήταν Άνθρωπος με το Άλφα κεφαλαίο και σήκωσε την αθρωπιά πολύ ψηλά, πολύ πιο ψηλά από το μπόι μας. Δημοκράτης με όλη τη σημασία της λέξης, δεν είχε ποτέ αμφιταλαντεύσεις για το τι είναι προοδευτικό και δημοκρατικό κι ούτε έπεσε ποτέ στην θανατηφόρα παγίδα των εμφυλιοπολεμισμών και των δηλητηριωδών αντιπαραθέσεων. Προσπάθησε με έργα, αθόρυβα κι όχι με παχιά λόγια, να γίνει καλύτερος ο κόσμος μας. Εργατικός, έντιμος, απροσποίητος, πορεύτηκε στη ζήση του δίχως κραυγές και φανατισμούς.
Τόσα χρόνια υπάλληλος στον ΟΤΕ και πιστέψτε με, στις σχεδόν 4 δεκαετίες που βρίσκομαι να διακονώ το δημοσιογραφικό λειτούργημα δεν ακούστηκε ο παραμικρός ψίθυρος παραπόνου για την υπαλληλική του επάρκεια, για την εντιμότητά του, για τη σοβαρότητα που αντιμετώπιζε το κάθε τι.
Ο θάνατος, είναι γνωστός μανιώδης εραστής της γομολάστιχας… Αρέσκεται να σβήνει ασταμάτητα… Δεν τα καταφέρνει πάντα, γιατί, ευτυχώς, βρίσκει απέναντί του πληθωρικές προσωπικότητες που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους. Ασφαλώς, μια τέτοια στιβαρή προσωπικότητα ήταν και ο Μιχάλης.
Αυτό αποτυπώθηκε με ευκρίνεια και στην οικογένεια που δημιούργησε με την αγαπημένη μας Βαγγελιώ.
Αποτυπώθηκε στην αξιοσύνη των παιδιών τους, που μορφώθηκαν και αποκαταστάθηκαν επαγγελματικά και οικογενειακά κοσμώντας την κοινωνία μας, αλλά και ευρύτερα.
Αποτυπώθηκε στην κυριολεκτικά και ουσιαστικά αδερφική σχέση που σφυρηλατήθηκε ανάμεσα στον ίδιο και τον μοναδικό αδερφό του τον Νίκο…
Αποτυπώθηκε τέλος στη άψογη-κοινή τους συμπεριφορά απέναντι στη φροντίδα των γονέων τους, οι οποίοι, έζησαν τα γεράματά τους ευτυχείς για τα δημιουργήματά τους και έφυγαν από τη ζωή αυτή με γεμάτες τις βαλίτσες τους με αγάπη, νοιάξιμο και φροντίδα.
Το κάνω συχνά, να καταφεύγω στην ποίηση. Ίσως γιατί, οι ποιητές μπορούν με το ταλέντο τους να πουν καλύτερα αυτά που θα θέλαμε να πούμε εμείς… Όπως εν προκειμένω με τον Λορέντζο Μαβίλη που μας δώρισε τη Λήθη το εξαιρετικό του σονέτο.
Είπε ο ποιητής:
Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι!
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
Και ο ποιητής τελειώνει απευθυνόμενος σε μας, τους ζωντανούς, λέγοντάς μας ότι εμείς που μείναμε πίσω είμαστε σε σαφή μειονεκτική θέση…
«Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν».
40 ημέρες πέρασαν φίλε καλέ…
Κι εγώ ήρθα σήμερα, εδώ, στην αγαπημένη σου Άρβη καθυστερημένος και απολογούμενος, για να σου πω μια «συγγνώμη», γιατί δεν βρήκα το θάρρος να σου τηλεφωνήσω και να σου πω δυο λόγια ελπίδας όταν έμαθα ότι σε βρήκε το κακό…
Απολογούμενος και γιατί, λόγοι πάνω από τη θέλησή μου, δεν μου επέτρεψαν να σε αποχαιρετήσω για στερνή φορά…
Ξέρω ότι αυτά τα επιμνημόσυνα λόγια που στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό σου εκφωνώ, δεν τα ακούς… Τα ακούμε όμως όλοι όσοι παριστάμεθα σ’ αυτή την τελετή, με την ελπίδα να γίνουμε σοφότεροι.
Για μένα αγαπητέ μου Μιχάλη, η Άρβη δεν θα είναι ποτέ όπως ήταν πριν την εκδημία σου.
Εύχομαι στην Βαγγελιώ, τα παιδιά και τα εγγόνια σας, στον αγαπημένο σου αδερφό τον Νίκο να έχουν υγεία και δυνατή μνήμη για να φυλάξουν και να γευτούν όλα τα πλούτη που τους κληροδότησες…
Το ίδιο εύχομαι σε όλους μας…
Μανώλης Σπανάκης