Εκεί που δανείστηκα τα πρώτα μου όνειρα
Δεν ήταν ένα κτίριο που θα σου τραβούσε την προσοχή. Μικρό, απλό, με ξεθωριασμένους τοίχους και μια πόρτα που κουβαλούσε τον χρόνο. Κι όμως… εκεί μέσα χτυπούσε κάποτε η καρδιά του χωριού. Στην Κάτω Βιάννο, το κοινοτικό κατάστημα δεν ήταν απλώς ένα γραφείο. Δεν ήταν μόνο ο πρόεδρος, το συμβούλιο ή ο γραμματέας. Ήταν ένας χώρος ζωντανός. Ένα σημείο όπου οι άνθρωποι συναντιόνταν, μιλούσαν, αποφάσιζαν.
Και για εμάς τα παιδιά… ήταν κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Ήταν η μικρή μας βιβλιοθήκη. Εκεί δανείστηκα τα πρώτα μου βιβλία. Παιδική λογοτεχνία, κλασικά έργα, ιστορίες από κόσμους μακρινούς. Μα όχι μόνο. Υπήρχαν και εγκυκλοπαίδειες. Τις ανοίγαμε με δέος, ψάχνοντας πληροφορίες για τα μαθήματα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε διαδίκτυο, ούτε κινητά, ούτε εύκολες απαντήσεις.
Μαθαίναμε να ψάχνουμε.
Να διαβάζουμε.
Να ανακαλύπτουμε.
Και κάπου ανάμεσα στα ράφια… υπήρχαν και παλιά έγγραφα. Χειρόγραφα μιας άλλης εποχής. Σαν να κρατούσαν μέσα τους τις φωνές εκείνων που πέρασαν πριν από εμάς. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά των βιβλίων. Εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του χαρτιού που σε καλούσε να ανοίξεις σελίδα.
Και τον «Γραμματικό». Έτσι τον λέγαμε στο χωριό. Με μια ήρεμη φωνή και ένα βλέμμα που ήξερε να ξεχωρίζει το παιδί που διψούσε να διαβάσει. Κι εγώ… κάθε φορά που έπαιρνα βιβλία, γύριζα σπίτι με μια μικρή αγωνία. «Πάλι βιβλία πήρες; Άστα αυτά και κάνε και καμιά δουλειά!» έλεγε η μάνα μου.
Κι από την άλλη, ο πατέρας… «Άφησέ την… αφού της αρέσει».
Κι εγώ χαμογελούσα σιωπηλά. Γιατί κάπου ανάμεσα στις δύο φωνές, είχα βρει τον δικό μου δρόμο.
Έξω, στην μικρή αυλή με τα λουλούδια, δίπλα στον Άη Γιώργη… εκεί ζούσαμε κι άλλες στιγμές. Το Πάσχα, μαζευόταν όλο το χωριό. Ο παπάς ανέβαινε να πει το «Χριστός Ανέστη» με τα νώτα του προστατευμένα, καθώς οι νέοι πετούσαν βεγγαλικά και ό,τι άλλο έβρισκαν. Γέλια, φωνές, φως. Μια κοινότητα ζωντανή.
Σήμερα… το κτίριο στέκει ακόμα.
Σιωπηλό.
Σαν να κρατά μέσα του όλες εκείνες τις φωνές.
Και κάθε φορά που το κοιτάζω… δεν βλέπω έναν παλιό τοίχο. Βλέπω ένα παιδί με βιβλία στα χέρια και όνειρα που μόλις ξεκινούσαν. Γιατί καμιά φορά… τα πιο μεγάλα όνειρα ξεκινούν από τα πιο μικρά μέρη.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος