Το χρέος μας, δεκατρία χρόνια μετά...
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης
Δεκατρία χρόνια είναι αρκετός χρόνος για να μεταβληθεί ένα έγκλημα σε επέτειο, μια επέτειος σε υπόμνηση και μια υπόμνηση σε εκείνη την ευπρεπή μορφή λήθης που ονομάζουμε μνήμη. Η κοινωνία διαθέτει άλλωστε εξαιρετικούς μηχανισμούς αφομοίωσης των τραυμάτων της, όχι επειδή τα θεραπεύει, αλλά επειδή μαθαίνει να τα εντάσσει σε ένα παρελθόν χωρίς απαιτήσεις. Κάθε Σεπτέμβρη επιστρέφει μια ημερομηνία, ένα πρόσωπο είκοσι εννέα ετών, ένας δρόμος στο Κερατσίνι, μια μητέρα που αρνήθηκε επίμονα να παραδώσει τον γιο της στην ασφάλεια του τετελεσμένου. Και μαζί επιστρέφει το ερώτημα που δεκατρία χρόνια πολιτικής κανονικότητας δεν κατάφεραν να ακυρώσουν: τι ακριβώς είχε προηγηθεί, ώστε ένα μαχαίρι να μπορεί κάποτε να θεωρήσει τον εαυτό του πολιτική πράξη;
Η νύχτα εκείνη δεν γεννήθηκε μέσα στη νύχτα. Είχε προηγηθεί μια μακρά κοινωνική μαθητεία στη διαβάθμιση της ανθρώπινης αξίας, μια αργή εξοικείωση με την ιδέα ότι ορισμένα σώματα μπορούν να απειλούνται χωρίς να διαταράσσεται σοβαρά η δημοκρατική τάξη. Μετανάστες, εργάτες, πολιτικοί αντίπαλοι είχαν ήδη εγγραφεί στον κατάλογο μιας βίας που αντιμετωπιζόταν συχνά ως περιθωριακό επεισόδιο, σχεδόν ως δυσάρεστη παρενέργεια μιας ταραγμένης εποχής. Δεν έλειπαν οι πληροφορίες, έλειπε η πολιτική σημασία που τους αποδίδαμε, επειδή η κοινωνία είχε μάθει να αναγνωρίζει ως καθολικό μόνο τον πόνο που μπορούσε να αναγνωρίσει ως δικό της.
Χρειάστηκε ένα ελληνικό όνομα, μια οικεία γειτονιά, ένα πρόσωπο αδύνατο να μετακινηθεί στην ασφαλή περιοχή του ξένου, για να καταρρεύσει προσωρινά αυτή η ηθική γεωγραφία. Αυτή είναι η αλήθεια που καμία επέτειος δεν δικαιούται να εξωραΐσει: πριν από τη δολοφονία είχε προηγηθεί η πολιτική κατασκευή εκείνων των ζωών των οποίων η απώλεια μπορούσε ακόμη να θεωρείται υποφερτή.
Γι’ αυτό και η λέξη «θυσία» παραμένει επικίνδυνη, όσο συγκινητική κι αν ακούγεται, επειδή εισάγει εκ των υστέρων σκοπό εκεί όπου υπήρξε μονάχα η βίαιη αφαίρεση μιας ζωής. Καμία δημοκρατική αφύπνιση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μεταθανάτια αποζημίωση, κανένα ιστορικό αποτέλεσμα δεν νομιμοποιείται να μετατρέψει το θύμα σε αναγκαίο τίμημα μιας συλλογικής ενηλικίωσης.
Δεν όφειλες να γίνεις σύμβολο για να αντιληφθούμε εμείς τι ανεχόμασταν, ούτε να παραδώσεις το σώμα σου ώστε η κοινωνία να ανακαλύψει καθυστερημένα τις αρχές που ήδη διακήρυττε.
Η μετατροπή ενός δολοφονημένου ανθρώπου σε πολιτικό σύμβολο αποκτά νόημα μόνον εφόσον διατηρεί άθικτη αυτή την αδικία, αντί να την εξαγνίζει μέσα σε κάποια βολική αφήγηση προόδου.
Γιατί η Ιστορία δεν προχώρησε χάρη στον θάνατό σου, απλώς υποχρεώθηκε για μία στιγμή να σταματήσει μπροστά του και να κοιτάξει όσα επί χρόνια προσπερνούσε.
Επτά χρόνια αργότερα, η ποινική δικαιοσύνη έδωσε νομικό όνομα σε μια εγκληματική συγκρότηση που είχε προηγουμένως καταφέρει να συνδυάσει την οργανωμένη βία με την κοινοβουλευτική παρουσία. Η απόφαση υπήρξε θεσμικά καθοριστική, αλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεριλάβει στο εδώλιο ολόκληρο το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μια τέτοια συγκρότηση αποκτά πολιτική ζήτηση. Η ποινική ευθύνη εξατομικεύεται αναγκαστικά, ενώ η πολιτική συνθήκη διαχέεται σε λόγους, ανοχές, φόβους, εκλογικές συμπεριφορές, τηλεοπτικές εξοικειώσεις και καθημερινές μικρές παραχωρήσεις προς το αδιανόητο. Εκεί ακριβώς αρχίζει το δυσκολότερο μέρος της υπόθεσης, εκεί όπου η καταδίκη των ενόχων παύει να επαρκεί ως εξήγηση και η δική μας αθωότητα γίνεται πολύ λιγότερο αυτονόητη. Γιατί πριν από κάθε οργανωμένη βία προηγείται μια γλώσσα που έχει ήδη διαχωρίσει τον πλησίον από τον ανεπιθύμητο, τον πολίτη από το περίσσευμα, τη ζωή που πενθείται από εκείνη που απλώς καταγράφεται.
Δεκατρία χρόνια αργότερα, το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα δεν είναι αν επιστρέφουν τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια εμβλήματα ή οι ίδιες οργανωτικές μορφές, αλλά αν επιβιώνει η συνθήκη που τα έκανε κάποτε δυνατά. Οι ιδέες σπανίως αυτοκτονούν μαζί με τις οργανώσεις που τις εξέφρασαν, αλλάζουν λεξιλόγιο, εγκαταλείπουν τα αναγνωρίσιμα διακριτικά τους και αναζητούν νέα νομιμοποίηση μέσα στη γλώσσα της κανονικότητας.
Η βία μπορεί να προηγείται του χτυπήματος ως επιθυμία αποκλεισμού, ως απαίτηση καθαρότητας, ως πολιτική επένδυση στον φόβο, ως υπόσχεση ότι κάποιος άλλος ευθύνεται για την αδυναμία μας. Και τότε η δημοκρατία δοκιμάζεται σε πολύ βαθύτερο επίπεδο από την απλή καταδίκη μιας εγκληματικής οργάνωσης, επειδή καλείται να αναγνωρίσει το μίσος όταν αυτό δεν χρειάζεται πλέον να αυτοπαρουσιάζεται ως μίσος.
Το παρελθόν γίνεται πραγματικά επικίνδυνο όχι όταν επαναλαμβάνεται αυτούσιο, αλλά όταν επιστρέφει έχοντας μάθει από την προηγούμενη ήττα του και έχοντας αποκτήσει καλύτερους τρόπους να μη μοιάζει με τον εαυτό του.
Δεκατρία χρόνια τώρα η μητέρα σου κρατά ανοιχτή μια υπόθεση που η κοινωνία θα προτιμούσε κάποτε να θεωρήσει ιστορικά διευθετημένη, όχι από εκδικητικότητα, αλλά επειδή η δικαιοσύνη χωρίς μνήμη γίνεται εύκολα διαχείριση τετελεσμένων. Δεν επέτρεψε στο πρόσωπό σου να γίνει απλώς εικόνα, ούτε στο όνομά σου να αποκτήσει εκείνη την ακίνδυνη επισημότητα που αποκτούν οι νεκροί όταν κανέναν πλέον δεν ενοχλούν. Το κράτησε μέσα στον ενεστώτα χρόνο, εκεί όπου εξακολουθεί να διαταράσσει την αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι το έγκλημα αφορούσε αποκλειστικά κάποιους άλλους, κάπου αλλού, σε μια περίοδο που τελείωσε. Και αυτή η επιμονή είναι βαθύτατα πολιτική, επειδή στερεί από τους ζωντανούς το πιο βολικό τους προνόμιο: να καταδικάζουν τους ενόχους χωρίς να εξετάζουν τον κόσμο που τους ανέχθηκε.
Δεκατρία χρόνια μετά, λοιπόν, δεν χρειάζεσαι άλλη αγιοποίηση, άλλη ηρωοποίηση, άλλη μία μεταθανάτια ταυτότητα που θα σε καταστήσει ευκολότερο στη χρήση και ασφαλέστερο στη μνήμη. Παραμένεις είκοσι εννέα ετών, ενώ εμείς μεγαλώσαμε αρκετά ώστε να γνωρίζουμε πως η πολιτική λήθη δεν μοιάζει με αμνησία, αλλά πολύ συχνότερα με κόπωση. Αρχίζει όταν το αδιανόητο παύει να μας εκπλήσσει, όταν η εξαίρεση αποκτά ξανά λεξιλόγιο κανονικότητας, όταν ο αποκλεισμός παρουσιάζεται ως κοινή λογική και ο φόβος ως πολιτικό πρόγραμμα.
Η μνήμη σου λοιπόν δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός Σεπτεμβρίου, αλλά διαρκής δυσπιστία απέναντι σε κάθε μηχανισμό που χρειάζεται να κατασκευάσει ανθρώπους λιγότερο άξιους προστασίας.
Όχι επειδή οι νεκροί δικαιούνται να κυβερνούν τους ζωντανούς, αλλά επειδή ορισμένοι νεκροί αποκαλύπτουν για πάντα τι μπορεί να συμβεί όταν οι ζωντανοί αποφασίσουν ποια ζωή περισσεύει.
Και το χρέος, δεκατρία χρόνια μετά, δεν είναι να σε θυμόμαστε.
Είναι να μην επιτρέψουμε ποτέ ξανά στη δημοκρατία να χρειαστεί έναν ακόμα νεκρό για να αναγνωρίσει έναν άνθρωπο.