Το παλιό σχολείο της Κάτω Βιάννου – Οι φωνές που δεν πρέπει να σβήσουν
Υπάρχουν κάποια κτίρια που, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, δεν παύουν να είναι γεμάτα ζωή. Δεν είναι απλώς πέτρες, τοίχοι, πόρτες και παράθυρα. Είναι οι φωνές που κάποτε αντηχούσαν μέσα τους. Τα γέλια. Οι αγωνίες. Τα όνειρα. Τα παιδικά μας χρόνια. Ένα τέτοιο κτίριο είναι και το παλιό Δημοτικό Σχολείο της Κάτω Βιάννου. Το σχολείο μας. Εκεί όπου κάθε πρωί άνοιγε η πόρτα και μαζί της άνοιγε ένας μικρός κόσμος. Το κουδούνι δεν ήταν ηλεκτρικό. Το χτυπούσε ο δάσκαλος με το χέρι και ο ήχος του απλωνόταν στην αυλή, καλώντας μας στην τάξη. Ήταν μονοθέσιο σχολείο. Μία αίθουσα για όλες τις τάξεις, παιδιά διαφορετικών ηλικιών μαζί, σε τρεις σειρές θρανίων. Τα θρανία ήταν ξύλινα, πράσινα ή καφέ, και κάποια είχαν ακόμη την τρύπα για το μελανοδοχείο, σημάδι μιας παλιότερης εποχής.
Μπροστά ήταν η υπερυψωμένη θέση του δασκάλου. Δίπλα στον μαυροπίνακα κρέμονταν ο μεγάλος ξύλινος χάρακας και ο διαβήτης, ενώ ο μεγάλος ξύλινος άβακας με τις πολύχρωμες χάντρες μας βοηθούσε να μάθουμε τους πρώτους αριθμούς. Και πίσω από τον πίνακα, το μικρό γραφείο του δασκάλου. Εκεί έκανε τις δουλειές του, δεχόταν τους γονείς ή έτρωγε κάτι στο διάλειμμα.
Μπαίνω σήμερα νοερά στην αίθουσα και όλα μοιάζουν ακόμη να είναι εκεί. Η μυρωδιά από το καμένο ξύλο της ξυλόσομπας τον χειμώνα. Η μυρωδιά του χαρτιού, της κιμωλίας, του πηλού όταν φτιάχναμε τις γεωμετρικές μας κατασκευές. Και κάπου ανάμεσα στις φωνές μας, ακουγόταν το τρίξιμο της κιμωλίας πάνω στον μαυροπίνακα. Τον χειμώνα, μάλιστα, κάθε παιδί έφερνε από το σπίτι το δικό του κούτσουρο για τη ξυλόσομπα. Μικρό ή μεγάλο, ήταν η δική μας μικρή προσφορά για να ζεσταθεί η τάξη. Και έξω, η μυρωδιά του χώματος από τον «κουκόκηπο» πίσω από το σχολείο.
Η αυλή ήταν ο δικός μας μεγάλος κόσμος. Εκεί παίζαμε «μήλα», ποδόσφαιρο, κουτσό, σχοινάκι, τρίλιζα. Εκεί τρέχαμε, μαλώναμε, γελούσαμε και λίγο αργότερα τα ξεχνούσαμε όλα. Και μέσα στην τάξη, ανάμεσα στα μαθήματα, υπήρχαν και οι δικές μας… μεγάλες υποθέσεις. Γιατί, φυσικά, υπήρχαν και οι φιλαθλητικές μας διαφωνίες! Κάποια κορίτσια υποστήριζαν τον ΟΦΗ και κάποια τον Ολυμπιακό. Και τότε γινόταν χαμός. Φωνές, συνθήματα, συμμαχίες, πειράγματα και… ανταλλαγή μηνυμάτων με μικρά χαρτάκια την ώρα του μαθήματος. Μικρά χαρτάκια που ταξίδευαν κρυφά από θρανίο σε θρανίο, μέχρι να φτάσουν στον «σύμμαχο». Και βέβαια, όποιος προλάβαινε να τα μαζέψει πριν τα δει ο δάσκαλος, ήταν ο μεγάλος νικητής! Και εκεί, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, στεκόμασταν για τις φωτογραφίες μας, με τον κήπο πίσω μας να γίνεται το φόντο των παιδικών μας χρόνων.
Στις εθνικές γιορτές η αίθουσα άλλαζε όψη. Οι τοίχοι γέμιζαν με φωτογραφίες των ηρώων του 1821. Μικρές ελληνικές σημαίες κρέμονταν από άκρη σε άκρη. Μπλε και άσπρο γκοφρέ χαρτί στόλιζε την αίθουσα και παντού υπήρχαν ζωγραφιές με τσολιάδες, ελληνοπούλες και το μεγάλο «ΟΧΙ».
Κάθε πρωί κάναμε την προσευχή μας. Και στις εθνικές γιορτές σηκώναμε τη σημαία και ψέλναμε τον Εθνικό Ύμνο. Κι εμείς, μικροί μαθητές, γινόμασταν για λίγο πρωταγωνιστές. Θυμάμαι τον εαυτό μου να απαγγέλλει ένα ποίημα κρατώντας μια κούκλα Σαρακατσάνα. Και θυμάμαι μια σχολική παράσταση όπου υποδύθηκα τη Μπουμπουλίνα.

Ακόμη και το περβάζι των παραθύρων γινόταν μάθημα. Βάζαμε μικρά κεσεδάκια από γιαούρτι με βρεγμένο βαμβάκι και μέσα φακές ή φασόλια. Κάθε μέρα κοιτούσαμε μήπως είχε εμφανιστεί το πρώτο μικρό βλαστάρι. Και όταν επιτέλους ξεπρόβαλλε, ήταν για μας ένα μικρό θαύμα. Τότε δεν ξέραμε πως αυτό το μικρό μάθημα θα μπορούσε κάποτε να γίνει μάθημα ζωής. Γιατί όλα όσα μεγαλώνουν χρειάζονται φροντίδα. Στο σχολείο υπήρχε και η χαρά της προσπάθειας.
Ποιος θα έβγαινε καλύτερος μαθητής; Ποιος θα έγραφε την καλύτερη έκθεση;
Εκείνα τα χρόνια η αποταμίευση ήταν κομμάτι και της σχολικής μας ζωής. Στις 31 Οκτωβρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Αποταμίευσης, γράφαμε εκθέσεις με θέμα την αποταμίευση και οι μαθητές που ξεχώριζαν επιβραβεύονταν. Κι εγώ είχα κερδίσει αρκετές φορές. Το βραβείο ήταν ένας κόκκινος ή μπλε μεταλλικός κουμπαράς του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, πάνω στον οποίο αναγραφόταν «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ». Τον θυμάμαι ακόμη. Όχι μόνο για τον ίδιο τον κουμπαρά, αλλά γιατί μέσα του έκλεινε κάτι από τη χαρά της προσπάθειας και της μικρής μας επιτυχίας. Και μαζί του, τα χρήματα που είχα καταφέρει να μαζέψω τότε.
Μαζεύαμε επίσης χαρτοπετσέτες με σχέδια και αρώματα, κόλλες αλληλογραφίας και γραμματόσημα. Εγώ αγαπούσα ιδιαίτερα τα γραμματόσημα και μάζευα χρήματα για να αγοράζω τις συλλογές που έφερναν από τα ΕΛΤΑ στην Άνω Βιάννο. Μικρές χαρές. Μικρά αποκτήματα. Ένας ολόκληρος κόσμος για ένα παιδί.
Και οι δάσκαλοί μας έγιναν κι αυτοί κομμάτι αυτής της μνήμης. Η Μαρίκα Αγγουράκη, που μας είχε στην Α΄ και Β΄ τάξη, ήταν από τις πρώτες μορφές που συνδέθηκαν με τα γράμματα και τα πρώτα μας σχολικά χρόνια. Υστερα ο Κουρής, αυστηρός και σκληρός, από εκείνους τους δασκάλους που άφηναν το σημάδι τους στα παιδιά. Και αργότερα ο Στέργιος Κενδριστάκης, που συνόδευσε τα επόμενα χρόνια της μαθητικής μας ζωής. Τρεις διαφορετικές παρουσίες σε διαφορετικές στιγμές της παιδικής μας ζωής. Και πίσω από όλα αυτά υπήρχαν οι γονείς. Άνθρωποι που μπορεί να στερούνταν πολλά, αλλά είχαν ένα μεγάλο όνειρο,να μορφωθούν τα παιδιά τους, να ζήσουν καλύτερα, να ανοίξουν τα φτερά τους. Γι' αυτό το σχολείο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα κτίριο. Ήταν η ελπίδα ενός ολόκληρου χωριού. Και η ιστορία του είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν από εμάς.
Το Δημοτικό Σχολείο της Κάτω Βιάννου άρχισε να λειτουργεί το 1882. Στην αρχή στεγάστηκε σε ιδιωτικό σπίτι και το 1885 κατασκευάστηκε το κτίριο που γνωρίζουμε, με προσωπική εργασία των κατοίκων του χωριού. Το σχολείο πέρασε από διαφορετικές εποχές, γνώρισε επισκευές και αλλαγές, μα έμεινε στον ίδιο χώρο και συνέχισε να υπηρετεί γενιές παιδιών. Το 1911 κατέρρευσε η αρχική στέγη του και το 1914 κατασκευάστηκε νέα κεραμοσκεπή. Αργότερα έγιναν και άλλες επισκευές και εργασίες συντήρησης. Το 1953, με δαπάνη της Κοινότητας, έγιναν εργασίες στο δάπεδο και τη σκάλα, τοποθετήθηκαν νέα κουφώματα και έγιναν σοβατίσματα. Το 1973-74 έγιναν επίσης εργασίες συντήρησης και βαψίματος, ενώ διαμορφώθηκε και ο αύλειος χώρος. Το 1989, με επίσημη απόφαση, το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο Κάτω Βιάννου συγχωνεύτηκε με το Δημοτικό Σχολείο Άνω Βιάννου. Το κουδούνι σταμάτησε να χτυπά. Οι μαθητές έφυγαν. Οι φωνές σώπασαν.
Το κτίριο όμως έμεινε. Και σήμερα, όταν το κοιτάζω, δεν βλέπω ένα άδειο παλιό σχολείο. Βλέπω το παιδί που καθόταν στο δεύτερο ή στο τρίτο θρανίο. Ακούω το κουδούνι. Τις φωνές στο διάλειμμα. Βλέπω τις σημαίες, τον άβακα, τον μαυροπίνακα, την ξυλόσομπα. Βλέπω εκείνα τα μικρά κεσεδάκια στο περβάζι και το πρώτο πράσινο βλαστάρι που περιμέναμε να εμφανιστεί.
Και τότε σκέφτομαι: Τι θα γίνει από εδώ και πέρα αυτό το σχολείο; Γιατί δεν αρκεί να διασωθεί μόνο ως κτίριο. Χρειάζεται να ξαναβρεί ζωή. Να αποκατασταθεί με σεβασμό στην ιστορία του, αλλά και με βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Υπάρχει ήδη μελέτη με αντικείμενο την «Ανάδειξη και Αποκατάσταση πρώην Δημοτικού Σχολείου Κάτω Βιάννου και δημιουργία Συντονιστικού Κέντρου Πολιτικής Προστασίας Δήμου Βιάννου», η οποία εισήχθη προς εξέταση στις αρμόδιες υπηρεσίες το 2025. Είναι μια σημαντική αρχή. Όμως ο χρόνος περνά και το παλιό σχολείο δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει. Ένα ιστορικό κτίριο, όσο δυνατά κι αν είναι τα θεμέλια της μνήμης που κουβαλά, δεν μπορεί να αντισταθεί για πάντα στη φθορά του χρόνου.
Αν δεν υπάρξει σύντομα ουσιαστική παρέμβαση, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί όχι μόνο ένα παλιό κτίσμα, αλλά ένα κομμάτι της ιστορίας της Κάτω Βιάννου. Γι' αυτό ίσως αξίζει να ανοίξει και μια μεγαλύτερη συζήτηση.
Ποια ζωή θέλουμε να αποκτήσει το παλιό σχολείο;
Και κυρίως,πόσο ακόμη θα περιμένουμε;
Πώς μπορεί, μαζί με τη χρήσιμη λειτουργία που προβλέπεται, να παραμείνει και ένας χώρος μνήμης, πολιτισμού και δημιουργίας για την Κάτω Βιάννο; Ένας χώρος όπου θα μπορούν να φιλοξενούνται εκθέσεις ντόπιων καλλιτεχνών, παλιές φωτογραφίες και αντικείμενα από τη σχολική ζωή, μικρές εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και δράσεις για παιδιά. Ένας χώρος όπου το παρελθόν δεν θα μένει σιωπηλό, αλλά θα συνομιλεί με το παρόν και θα ανοίγει δρόμο για το μέλλον. Γιατί η Κάτω Βιάννος δεν χρειάζεται μόνο να θυμάται ότι είχε ένα σχολείο. Χρειάζεται να κρατήσει ζωντανό αυτό που το σχολείο συμβολίζει. Τη γνώση. Την προσπάθεια. Την ελπίδα. Το όνειρο των γονιών μας. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πιο όμορφο μάθημα που μας άφησε εκείνο το παλιό σχολείο. Κάποτε, στο περβάζι του παραθύρου του, βάζαμε ένα φασόλι ή μια φακή πάνω σε λίγο βρεγμένο βαμβάκι και περιμέναμε να φυτρώσει. Σήμερα το σχολείο περιμένει από εμάς κάτι περισσότερο.
Να φυτέψουμε ξανά μέσα του ζωή. Να του δώσουμε πνοή αναγέννησης και χαράς. Να ανοίξουμε τα παράθυρά του στο μέλλον. Γιατί εκείνο το μικρό σποράκι που κάποτε παρακολουθούσαμε να βλασταίνει μας έμαθε κάτι που ίσως τότε δεν καταλαβαίναμε, πως για να ανθίσει κάτι, χρειάζεται φροντίδα. Και το παλιό σχολείο της Κάτω Βιάννου περιμένει τη δική μας. Δεν ζητά να γυρίσει στο παρελθόν. Ζητά να του δώσουμε μέλλον. Και ίσως, όταν κάποτε ξανανοίξει η πόρτα του, να μην ακούσουμε μόνο τις φωνές των παιδιών που υπήρξαν. Να ακούσουμε και τις φωνές εκείνων που θα έρθουν.
Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος