Ο Σεπτέμβρης που μύριζε αλλιώς
«Ξέρεις πώς λένε τον Σεπτέμβρη;» Η μάνα μου αγαπούσε να μου μαθαίνει όσα είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους. Δεν περίμενε ποτέ την απάντησή μου. Άρχιζε αμέσως το μάθημα. «Ο Σεπτέμβρης λέγεται Τρυγητής, γιατί είναι ο μήνας του τρύγου. Σταυριάτης, γιατί στις 14 του μήνα γιορτάζουμε την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Και Σποριάς, γιατί αρχίζει η προετοιμασία και η σπορά των χωραφιών...» Κι εγώ την άκουγα. Τότε δεν ήξερα πως αυτές οι μικρές διηγήσεις θα έμεναν κάποτε μέσα μου, σαν κομμάτια μιας εποχής που θα νοσταλγούσα.
Ο Σεπτέμβρης στο χωριό είχε τη δική του μυρωδιά. Θυμάμαι το πατητήρι του Βασιλάκη. Τα σταφύλια έφταναν φορτωμένα στις κοφίνες, πάνω στα γαϊδουράκια, κι εμείς τρέχαμε γύρω τους. Τα πόδια μας βάφονταν από τον μούστο και οι μέλισσες με τις σφήκες έστηναν γύρω μας τον δικό τους χορό. Η μυρωδιά των πατημένων σταφυλιών, του γλυκού μούστου και της τσίκνας από τα καζάνια γέμιζε τα στενά. Ήταν μια μυρωδιά τόσο δυνατή, που ένιωθες σαν μεθυσμένος χωρίς να έχεις πιει. Ο τρύγος δεν ήταν μόνο δουλειά. Ήταν μια μικρή γιορτή. Χρειάζονταν πολλά χέρια για να μαζευτεί ο καρπός και, όταν η σοδειά τελείωνε, ακολουθούσαν φαγοπότια, τραγούδια και χαρές.
Ο Σεπτέμβρης ήταν για τους ανθρώπους του χωριού η αρχή μιας καινούργιας αγροτικής χρονιάς. Κι έτσι, η πρώτη μέρα του είχε κάτι από την προσμονή και τις ευχές της Πρωτοχρονιάς. Οι νοικοκυρές σηκώνονταν πολύ πρωί, πήγαιναν στη βρύση με το κανάτι, έφερναν το πρώτο νερό στο σπίτι, έβαζαν ένα ρόδι στην είσοδο και το πατούσαν. Ύστερα έμπαιναν με το δεξί πόδι και έριχναν νερό στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, λέγοντας: «Όπως τρέχει το νεράκι, έτσι να τρέχει και το καλό στο σπίτι μας.» Ήταν ο τρόπος των ανθρώπων να καλωσορίζουν τη νέα αγροτική χρονιά, με μια ευχή για καρποφορία, προκοπή και καλό στο σπίτι. Και ο Σεπτέμβρης άνοιγε την όρεξη για πιο ζεστές γεύσεις.
Ο ξυλόφουρνος άναβε και η μυρωδιά από το χωριάτικο ψωμί, τον τραχανά, τις χυλοπίτες και τις φθινοπωρινές πίτες γέμιζε τις γειτονιές. Τα κιοφτέρια και η μουσταλευριά γίνονταν το κολατσιό μικρών και μεγάλων. Θυμάμαι τα κιοφτέρια απλωμένα στον ήλιο για να ξεραθούν. Κι εγώ, σαν μικρή κλέφτρα, ανέβαινα κρυφά για να δοκιμάσω λίγο από αυτή τη λιχουδιά, ιδιαίτερα όταν ήταν πασπαλισμένη με καρύδια.
Ύστερα έρχονταν τα πρωτοβρόχια. Οι πρώτες λεπτές ψιχάλες συναντούσαν το διψασμένο, ξερό καλοκαιρινό χώμα και τότε αναδυόταν εκείνη η μοναδική μυρωδιά της βρεγμένης γης. Τα φύλλα των δέντρων άρχιζαν να αλλάζουν χρώμα και να πέφτουν. Μάζευα μερικά για το φυτολόγιό μου και άλλα τα φύλαγα μέσα στα βιβλία μου, για σελιδοδείκτες. Στα δέντρα έμεναν ακόμη τα τελευταία σύκα. Τα ρόδια ωρίμαζαν και κάποια άνοιγαν πάνω στα κλαδιά τους, ενώ τα κυδώνια άρχιζαν να μοσχοβολούν. Και από τα καλοκαιρινά δεμάτια ξεπηδούσαν οι μυρωδιές της ρίγανης, του θυμαριού και του φασκόμηλου, που τώρα τρίβονταν και φυλάγονταν για τον χειμώνα.
Ύστερα, από τις καμινάδες, ερχόταν η πρώτη λεπτή μυρωδιά καμένου ξύλου. Ο χειμώνας ήταν ακόμη μακριά, μα είχε αρχίσει να προειδοποιεί πως θα ερχόταν. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ο Σεπτέμβρης έφερνε και το σχολείο. Έπρεπε να ετοιμαστεί η σχολική τσάντα, να αγοραστούν τα τετράδια και τα σχολικά είδη, να βρεθούν οι θήκες για τα βιβλία. Όσοι είχαν μεγαλύτερα αδέλφια «κληρονομούσαν» τη σχολική σάκα και ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξανά. Κι αν ήσουν κορίτσι, μπορεί να κληρονομούσες και τη σχολική ποδιά της μεγαλύτερης αδελφής. Μόνο που τώρα θα αποκτούσε έναν καινούργιο άσπρο πλεκτό γιακά, για να δείχνει πιο όμορφη. Κι ύστερα οι κορδέλες για τις κοτσίδες και τα κουρλάκια που μας έπλεκαν στα μαλλιά. Κι όταν άνοιγαν τα καινούργια τετράδια, άρχιζε ένας άλλος μικρός κόσμος. Η μυρωδιά της γομολάστιχας, των φρεσκοξυσμένων μολυβιών, του καινούργιου τετραδίου και των βιβλίων που μόλις είχαμε ανοίξει για πρώτη φορά. Μυρωδιές απλές, καθημερινές, που τότε δεν τους δίναμε καμία σημασία. Κι όμως, χρόνια αργότερα, είναι αρκετές για να σε γυρίσουν πίσω.
Ο δικός μου Σεπτέμβρης άρχιζε νωρίς το πρωί. Πολύ νωρίς. Η γιαγιά μου με ξυπνούσε πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος και έλεγε: «Σήκω, γιατί μεσημέριασε!» Κι ας ήταν ακόμη σχεδόν νύχτα. Το πρωινό ήταν λιτό: κατσικίσιο γάλα, φρέσκο ψωμί, μέλι, καρύδια. Κάποιες φορές ψωμί με λίγη ζάχαρη και λίγο καφέ από πάνω. Ύστερα έπαιρνα τον δρόμο για το σχολείο. Στον δρόμο συναντούσα κι άλλα παιδιά. Μιλούσαμε, αστειευόμασταν, σχολιάζαμε, μοιραζόμασταν τους φόβους και τις ανησυχίες μας και, φυσικά, σχεδιάζαμε τις σκανταλιές που θα κάναμε στον δάσκαλο. Μια φορά, για να μην κάνουμε μάθημα, φράξαμε με χαρτιά την καμινάδα της ξυλόσομπας. Σε λίγο η τάξη γέμισε καπνό. Ευτυχώς, τη γλιτώσαμε ανώδυνα.
Μια άλλη φορά, την ώρα της ωδικής, ο δάσκαλος αποφάσισε να μας μάθει τη «Γερακίνα». Άρχισε να τραγουδά. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, από το διπλανό χωράφι, άρχισε να γκαρίζει το γαϊδούρι του γείτονα. Ο δάσκαλος τραγουδούσε κι εκείνο... απαντούσε. Πέσαμε κάτω από τα γέλια. Και στο τέλος, δεν άντεξε ούτε ο δάσκαλος. Άρχισε να γελά κι εκείνος.
Ήταν ένας Σεπτέμβρης γεμάτος μικρές αγωνίες και μεγάλες χαρές. Και η μάνα μου ήθελε να είμαι άψογη.
«Μη μου κάνει παράπονο ο δάσκαλος. Αλίμονό σου!»
Ήθελε καθαρά γράμματα, καλή συμπεριφορά, ευγένεια, καλή επίδοση. Ήθελε να μαθαίνω τα ποιήματα με την πρώτη και, κυρίως, να τα λέω με την κατάλληλη θεατρικότητα. Ίσως γιατί για εκείνη το σχολείο δεν ήταν μόνο μαθήματα. Ήταν ένας τρόπος να ανοίξει μπροστά μου ο κόσμος. Κι εγώ μεγάλωνα ανάμεσα σε όλα αυτά. Στις ιστορίες που μου έλεγε η μάνα μου. Στο νερό της βρύσης και στις ευχές των παλιών. Στον τρύγο, στα τραγούδια και στα φαγοπότια. Στις μυρωδιές του μούστου και του ξυλόφουρνου. Στα πρώτα πρωτοβρόχια και στη βρεγμένη γη. Στα φύλλα που φύλαγα μέσα στα βιβλία μου. Στα πρωινά που άρχιζαν πριν ακόμη φανεί ο ήλιος. Στα γέλια των παιδιών στον δρόμο για το σχολείο. Στα φρεσκοξυσμένα μολύβια και στη μυρωδιά της γομολάστιχας. Και σε εκείνη τη «Γερακίνα» που, χάρη σ’ ένα γαϊδούρι, απέκτησε τη δική της αξέχαστη δεύτερη φωνή.
Σήμερα, όταν έρχεται ο Σεπτέμβρης, πολλές από αυτές τις μυρωδιές έχουν χαθεί ή έχουν αλλάξει. Οι εποχές όμως εξακολουθούν να γυρίζουν. Κι εγώ, κάθε φορά που ακούω τη λέξη «Τρυγητής», θυμάμαι τη μάνα μου. Τώρα ξέρω πως, μαζί με τα ονόματα του Σεπτέμβρη, μου είχε μάθει και κάτι πολύ πιο σημαντικό,πως κάθε εποχή έχει τις δικές της μυρωδιές, τις δικές της γεύσεις, τις δικές της ιστορίες. Κάποια μαθήματα δεν γράφονται ποτέ σε τετράδια. Μένουν μέσα μας. Και κάθε Σεπτέμβρη, μαζί με το άρωμα του φθινοπώρου, επιστρέφουν κι εκείνα τα χρόνια. Κι εγώ χαμογελώ. Τώρα ξέρω.
* Η Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος
Κεντρική φωτογραφία: Χρήστος Μποκόρος