Το παλιό τραπέζι
Γράφει η Δέσποινα Ι. Συγγελάκη*
Ήταν γύρω στο 1968 όταν ένας εμπνευσμένος δάσκαλος στα Δαμάνια Μονοφατσίου αποφάσισε να γράψει στη… Βασιλομήτορα.
Ήταν δάσκαλος σ ένα χωριό με Μικρασιάτες από τη Σελεύκεια και, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει, κάποιες οικογένειες κρατούσαν τουρκικά ιδιώματα και τα παιδιά δυσκολεύονταν στο σχολείο. Οι γονείς, άνθρωποι του μόχθου, προκομμένοι.
Δεύτερη γενιά στην Ελλάδα, είχαν τα αμπέλια τους, τους κήπους τους, τα σπίτια τους. Ο προβληματισμός του δασκάλου ήταν πώς, τα παιδιά, θα μάθουν από μικρά τη γλώσσα, πώς θα αγαπήσουν τα γράμματα, όπως αυτός.
Ορφανό παιδί ο ίδιος, τουφέκισαν τον πατέρα του οι Ναζί το ’43 στον Αμιρά. Μεγάλωσε στη φτώχεια και την πείνα και βρήκε διέξοδο στα γράμματα. Αυτό το φως ήθελε να χαρίσει και στα παιδιά.
Έγραψε στη Φρειδερίκη, της ζήτησε να ιδρύσει νηπιαγωγείο στα Δαμάνια. Ρομαντικός, ονειροπόλος και θαρραλέος. Η Φρειδερίκη, έξυπνη, βρήκε άλλη μία ευκαιρία για «κοινωνικό» έργο. Και το Νηπιαγωγείο Δαμανίων έγινε πράξη.
Μέχρι τότε δύο δάσκαλοι στην περιοχή. Ο Γιάννης και η Άννα. Πρώτος διορισμός νηπιαγωγού η Κρυσταλλία, από την πάνω Ελλάδα.
Άλλος κόσμος της φάνηκε. Άλλα ήθη, άλλη γλώσσα σχεδόν.
Ο δάσκαλος εκτός από τα γράμματα αγάπησε και τη νηπιαγωγό και σύντομα έγιναν οικογένεια. Το σπίτι του δασκάλου, φτωχικό, δίπλα στο νηπιαγωγείο. Δύο κάμαρες όλες κι όλες. Δύο-τρία σκαλιά από την αυλή του σχολειού με την κούνια και το γύρω- γύρω όλοι. Κι ο καμπινές ο τούρκικος.
Μέσα στο σπίτι λιγοστά υπάρχοντα. Ένα τραπέζι, δύο καρέκλες, ένα διπλό ντιβάνι, ένα μικρό ντιβάνι και μια σιδερένια κούνια. Νερό δεν είχε.
Θυμάμαι ακόμη το μικρό δοχείο με τη βρύση, μεταλλικό νομίζω, τη λεκάνη, τη σκάφη για τα ρούχα. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά τους.
Με τα χρόνια ο δάσκαλος κι η νηπιαγωγός έφυγαν. Πήγαν στο Κερατσίνι και μετά στην Αθήνα. Το τραπέζι βρέθηκε στο χωριό του δασκάλου, στον Αμιρά. Και μετά στην Άρβη.
Θυμάμαι στο συρτάρι του που κλείδωνε, είχε η μαμά τα εργαλεία. Το είχε βάψει σκούρο πράσινο. Θυμάμαι που το έτριβε με αγάπη. Στην αρχή ήταν το τραπέζι της κουζίνας. Εκεί φτιάχναμε χαλβά σιμιγδαλένιο το Δεκαπενταύγουστο να πάμε για τη βεγγέρα στη θεία Γιαννούλα, τρώγαμε το βραδινό μας.
Ακόμη θυμάμαι τη γιαγιά, τη Δέσποινα, να μου σερβίρει αυγά τηγανητά στο τραπέζι αυτό. Μετά πήγε σ’ ένα δωμάτιο. Μας συντρόφευε στα εφηβικά και τα νεανικά μας χρόνια. Έγινε γραφείο, κομοδίνο...
Μέχρι που ήρθε η ώρα να φύγει. Όμως και τότε η καρδιά σφίχτηκε.
Πώς να πετάξει κανείς ένα τραπέζι με τόσες ιστορίες.
Τρίφτηκε από την αρχή. Βάφτηκε άσπρο και βρήκε τη θέση του στο αλμυρίκι. Για μεζέδες, μπύρες και κοκτέιλ...
Χθες… το αντίκρισα μετά από καιρό. Μόνο του, ρημαγμένο από τη θάλασσα και τη βροχή. Κάθισα κι ήπια ένα ποτήρι κρασί και τα θυμήθηκα.
Αχ βρε μάνα...
Αχ βρε πατέρα...
Η κ. Δέσποινα Ι. Συγγελάκη είναι δικηγόρος και Δημοτική Σύμβουλος Ηρακλείου