Ο ζωντανός Λαμπράκης προκαλούσε ρήγματα...
Γράφει: ο Μάνος Λαμπράκης
Υπάρχει ένα ερώτημα που η ελληνική δημοκρατία αποφεύγει εδώ και δεκαετίες με σχεδόν θρησκευτική επιμονή: όχι ποιος σκότωσε τον Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά ποια Ελλάδα θα κινδύνευε να γεννηθεί αν δεν τον είχαν σκοτώσει.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα του Λαμπράκη δεν ήταν ότι ανήκε στην ΕΔΑ, ούτε ότι συμμετείχε στο διεθνές ειρηνιστικό κίνημα, ούτε καν ότι εξέθετε δημόσια το παρακράτος. Το βαθύτερο πρόβλημα ήταν ότι αποτελούσε μια σπάνια ιστορική σύνθεση που η Ελλάδα σχεδόν ποτέ δεν αντέχει για πολύ: έναν άνθρωπο που συνδύαζε λαϊκή απεύθυνση, πνευματικό κύρος, προσωπική πειθαρχία, εθνική αυτοπεποίθηση και ηθική καθαρότητα χωρίς να χρειάζεται τη μεσολάβηση κανενός μηχανισμού.
Δεν ήταν ούτε επαγγελματίας επαναστάτης ούτε κρατικός πατριώτης ούτε τηλεοπτικός δημαγωγός.
Ήταν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: μια αυτάρκης δημόσια μορφή. Και οι αυτάρκεις δημόσιες μορφές στην Ελλάδα εξοντώνονται πάντοτε είτε φυσικά είτε συμβολικά.
Το ελληνικό κράτος της δεκαετίας του ’60 κατάλαβε κάτι που ίσως ούτε η ίδια η Αριστερά δεν είχε αντιληφθεί πλήρως: ότι ο Λαμπράκης μπορούσε να διαρρήξει το μετεμφυλιακό σύστημα όχι μέσα από την επανάσταση αλλά μέσα από τη νομιμοποίηση.
Ήταν γιατρός.
Ήταν πανεπιστημιακός.
Ήταν βαλκανιονίκης.
Είχε συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Είχε δράση στην Αντίσταση. Δηλαδή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως «ξένο σώμα». Αυτό ήταν το αδιέξοδο του καθεστώτος.
Αντιμετώπιζε έναν άνθρωπο που μιλούσε για ειρήνη αλλά εξέπεμπε δύναμη, που μιλούσε για δημοκρατία αλλά δεν ζητούσε έγκριση από τη Δύση, που μιλούσε για κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς να ακούγεται ούτε σοβιετικός ούτε εθνομηδενιστής.
Με απλά λόγια: ο Λαμπράκης εξέφραζε την πιθανότητα μιας ελληνικής δημοκρατικής αυτονομίας. Και αυτό στον ψυχροπολεμικό χάρτη της εποχής ήταν σχεδόν αδιανόητο.
Γι’ αυτό και η δολοφονία του δεν ήταν μόνο πολιτικό έγκλημα. Ήταν προληπτική ιστορική εκκαθάριση.
Δεν αφαιρέθηκε μόνο ένας βουλευτής.
Νομίζω, αφαιρέθηκε μια πιθανή εξέλιξη της χώρας.

Αν ζούσε ο Λαμπράκης, ίσως η Ελλάδα να αποκτούσε πολύ νωρίτερα ένα μαζικό δημοκρατικό πατριωτικό κίνημα που δεν θα ελεγχόταν ούτε από τα Ανάκτορα ούτε από τις αμερικανικές υπηρεσίες ούτε από τις κομματικές ιεραρχίες της παραδοσιακής Αριστεράς.
Ίσως να διαμορφωνόταν μια πολιτική κουλτούρα ευθύνης αντί για τη μεταγενέστερη κουλτούρα διεκδίκησης χωρίς αντίκρισμα. Ίσως η έννοια του πολίτη να μην αντικαθίστατο τόσο εύκολα από την έννοια του πελάτη.
Γιατί αυτό που τελικά εγκαθιδρύθηκε μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν ακριβώς μια ώριμη δημοκρατία αλλά μια τεράστια κοινωνική συμφωνία αμοιβαίου βολέματος.
Και ένας άνθρωπος σαν τον Λαμπράκη θα ήταν αφόρητος μέσα σε αυτό το σύστημα.
Θα θύμιζε διαρκώς ότι η δημοκρατία χωρίς προσωπικό κόστος καταλήγει απλώς σε διοικητική ευκολία.
Η Ελλάδα βέβαια βρήκε έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο να εξουδετερώσει μεταθανάτια τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε.
Τον μετέτρεψε σε μνήμη.
Και η μνήμη στην Ελλάδα συχνά λειτουργεί σαν κρατική ταρίχευση.
Ο νεκρός Λαμπράκης μπορούσε να γίνει σύνθημα, ποίημα του Ρίτσου, μουσική του Θεοδωράκη, κινηματογράφος του Γαβρά, επετειακή συγκίνηση, σχολική αφήγηση.
Ο ζωντανός όμως θα συνέχιζε να προκαλεί ρήγματα.
Θα στεκόταν απέναντι στη μετατροπή της πολιτικής σε επάγγελμα.
Θα εξέθετε την υποκρισία ενός πολιτικού προσωπικού που μιλά συνεχώς για «δημοκρατικούς αγώνες» ενώ ζει μέσα σε έναν πυρήνα βαθιάς κοινωνικής αποξένωσης.
Θα έφερνε σε αμηχανία ακόμη και μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, γιατί θα απαιτούσε κάτι που εκείνη σταδιακά εγκατέλειψε: προσωπική πειθαρχία, δημόσια σοβαρότητα, υπαρξιακή συνέπεια.
Ο Λαμπράκης δεν θα μπορούσε να γίνει lifestyle επαναστάτης. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν θα συγχωρούνταν ποτέ.
Ίσως μάλιστα το πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο να είναι ότι, αν δεν τον δολοφονούσαν, αργότερα θα επιχειρούσαν να τον ακυρώσουν αλλιώς.
Με γελοιοποίηση.
Με περιθωριοποίηση.
Με τη γνωστή ελληνική μέθοδο εξουδετέρωσης κάθε ηθικής μορφής: να την παρουσιάσουν ως «γραφική», «ξεπερασμένη», «υπερβολικά ηθικιστική», «επικίνδυνα σοβαρή».
Γιατί η μεταπολιτευτική Ελλάδα ανέχτηκε σχεδόν τα πάντα εκτός από τη σοβαρότητα.
Ανέχτηκε τη διαφθορά, την κομματοκρατία, τον κρατικό κυνισμό, την αισθητική εξαθλίωση, ακόμη και τη χυδαιότητα ως λαϊκότητα.
Αυτό που δεν άντεξε ποτέ ήταν ανθρώπους που η ίδια η ύπαρξή τους λειτουργούσε ως σιωπηλή κατηγορία.
Και ο Λαμπράκης ήταν ακριβώς αυτό: μια κινούμενη κατηγορία απέναντι στη μικρότητα.
Γι’ αυτό και η ιστορία του δεν τελειώνει το 1963.
Συνεχίζεται κάθε φορά που το ελληνικό κράτος μετατρέπει ένα οργανωμένο σχέδιο σε «αστοχία», κάθε φορά που οι ευθύνες διαλύονται μέσα σε μια γραφειοκρατική ομίχλη, κάθε φορά που εμφανίζονται «μηχανισμοί» χωρίς πρόσωπα και «λάθη» χωρίς υπεύθυνους.
Το βαθύ κράτος στην Ελλάδα δεν είναι μόνο αστυνομικό.
Είναι πολιτισμικό.
Είναι η ικανότητα του συστήματος να παράγει λήθη, να απονευρώνει τη γλώσσα, να μετατρέπει τη βία σε τεχνικό συμβάν και την αλήθεια σε επικοινωνιακή διαχείριση.
Από το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη μέχρι τη σύγχρονη διοικητική αφαίρεση ευθυνών υπάρχει μια σκοτεινή γραμμή συνέχειας: η αδιάκοπη προσπάθεια να μη φανεί ποτέ καθαρά ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει το κόστος.
Αυτό είναι το πιο τρομακτικό συμπέρασμα.
Ότι ο Λαμπράκης δολοφονήθηκε επειδή υπήρχε η πιθανότητα να γίνει κανονικός.
Να αποκτήσει διάρκεια.
Να δημιουργήσει σχολή δημόσιου ήθους.
Να μετατρέψει τη δημοκρατία από τελετουργία εκλογών σε άσκηση προσωπικής ευθύνης.
Η Ελλάδα δεν φοβήθηκε ποτέ πραγματικά τους νεκρούς της. Τους έκανε ποιήματα, οδούς, προτομές, επετείους, πολιτιστικά αφιερώματα.
Αυτό που φοβήθηκε ήταν πάντα οι ζωντανοί άνθρωποι που μπορούσαν να μείνουν όρθιοι χωρίς να ανήκουν πουθενά.
Και ίσως, βαθιά μέσα της, να γνωρίζει ακόμη ότι εκείνη τη νύχτα στη Θεσσαλονίκη δεν σκότωσε μόνο έναν άνθρωπο.
Σκότωσε την πιθανότητα να κοιτάξει κάποτε τον εαυτό της χωρίς φόβο.