Η Τρελομπαντιέρο
Γράφει η Άννα Τακάκη-Μαρκάκη*
Από μικιό ήτονε ζωηρό το Αγλαγιό. Ζωηρό σαν το αγριοκάτσικο. Κι όσο μεγάλωνε ετσίνα σαν τη φοράδα. Στο δημοτικό ήξωνε τα μύρια στσι γονέους τση. Επηδοκαβαλήκευγε τα δώματα, εφούντερνε από τα μπεντένια, εσκαρφάλωνε πάνω στα δεντρά… Ασερνικοθήλυκη τηνε λέγανε με τόσινιά απεργιωσύνη. Δυναμερό θηλυκό ήτονε και προκομμένο, να κουβαλεί με ντενέκες το νερό από το πηγάιδι για τη λάτρα ντως, να κουβαλεί ξύλα και αχιμάδες από το βουνό, και στη γύρα και στο παιχνίδι πρώτη. Εγλάκα κι επήγαινε κι ανέβαινε και κατέβαινε σκαλόνια με μικρά πηδηματάκια. Ήφτανε μέχρι τσι κάμπους που’τονε δεμένη η φοράδα του κυρού τζη. Τη σαμάρωνε κι ύστερα την ήλυνε από το τζένιο, την εκαβαλήκευγε, κι αντήντερνε βάγκες και τράφους κι επήγαινε, απού να μην αβασκαθεί είντα θηλυκό ήτονε αυτό! Να μην κάθεται να παίζει όμορφα και καλά σαν τ’ άλλα θηλυκούδια, μόνο όπου τρύπα ήθελα να βρει ετρύπωνε, όπου θώργειε ψηλοδέντρι εσκαρφάλωνε κι όπου γλέντι και χαρά επήγαινε, κι ας ήτονε μισή οργιά άθρωπος. Ένα θηλυκό που ήθελε να τα ζήσει όλα από μική και να τα γευτεί σαν το γλυκό κρασί, μα κι από κειονά δεν ήκανε πέρα.

-Βάλε μου κι εμένα, ήλεγε τση μάνας τση σαν ήφερνε την κρασοκανάτα κι ήβανε του κυρού τζη κι ήβανε και τ’απατού τζη κι επίνανε ένα ποτηράκι στο φαΐ ντως.
-Βάλε τση μια στάξη ήλεγε ο κύρης τση, μπας και ζαλιστεί και κάτσει στην ανεπαή τζη και δε τηνε ζυγώνομε. Κι εκείνο το κουζουλοκόπελο το ρούφα ωσάν το πετιμέζι, κι απόι εμόλερνε τσι στράτες, τσι γκρεμούς και τα σώπατα και δεν την ήπιανε μούδε ο αέρας.
Πού την ήχανες που την ήβρισκες, στα βουναλάκια και στα λαγκάδια εκλούθειε των ασερνικώ που εζυγώνανε τα πουλιά με τσι σφεντόνες, εσκαρφάλωνε απάνω στα δεντρά, ήβρισκε που και πουλιτσά κι εκάθουντανε κι επεριεργαζότανε τα αυγά κι αν είχανε πουλάκια τως εμίλειε και τα κανάκιζε.
Μια μέρα επήρε την πουλιτσά με τα αυγά και τηνε πήγε τση μάνας τση.
-Ξάνοιγε είντα βρήκα μάνα, αυγά! σπάσε τα να μου τα κάνεις ένα σφουγγάτο.
Η μάνα τζη εγίνηκε θεργιό.
-Ετρόζεψες, θυγατέρι μου; πήγαινε να βάλεις την πουλιτσά εκειά που τη βρήκες, γιατί είναι αμαρτία. Άμα δεν κάτσει να πυρώσει τ’ αυγά η μάνα δε θα γεννηθούνε τα πουλιά. Και θα πάει να τα γυρεύγει και δε θα τα βρει. Γυάιρέ τα, θυγατέρι μου, ειντά ’ναι τουτανά που ξετελεύγεις; Κάτσε να παίξεις επαδά με τα θηλυκά τση γειτονιάς, και μη γλακάς με τσ’ ασερνικούς. Κάτσε να με βοηθήσεις να κάνομε δυο κουλούρια, να μαθαίνεις τη νοικοκεραδοσύνη. Μα μπέλιτα εμπόργειε να γεννηθείς ασερνικός κι ελόγου σου και την τελευταία στιγμή εγεραντίστηκες θηλυκός. Κι είχα χαρά που γεννήθηκες θηλυκή, εδά στα ύστερα, απου’χα τρεις ασερνικούς. Δε με γνοιάζει πράμα άλλο μόνο να μη μπας να σβολωθείς ποθές, δε σου κάνω φέδε, ασερνικοθήλυκο! Γιάντα, μπρε, να μη μοιάσεις κι εσύ του Κατινιού τσ’αξαδέρφης σου, απού δεν είναι δουλειά του σπιτιού και να μην τηνε ξετελέψει, και κατέχει από δα να στέσει το τσικάλι, να βάλει πλύστρα να πλύνει, ν’ ανάψει σίδερο να σιδερώσει…μέχρι και ψωμί εζύμωσε με τη μάνα τζη και το φουρνίσανε και το κουβαλήσανε. Ήμαθε και μετρητό και κάθεται και ξετελεύγει του κόσμου τα πράματα. Ελόγου σου δε κάνεις τέτοια έργα, μόνο όλο στη γύρα είσαι. Είντα σπίτι θα στέσεις ωρή, με έτσα μυαλά; Από μικιός φαίνεται κειανείς.
Μα το Αγλαγιό ότι και να ’λεγε η μάνα του από το’να αυτί το ’βανε κι από το άλλο το’βγανε.
-Δε με στένεις εμένα μέσα , μάνα μου.
Σαν ετέλεψε το δημοτικό κι αφού δεν ήτονε τω γραμμάτω την επέψανε στην πολιτεία απού πηγαίνανε στο γυμνάσιο τα δυο τση αδέρφια, να τωσε μαγερεύγει και να τσι πλύνει. Η μάνα τζη τηνε δασκάλευγε για μέρες κι όλο τσ’ αρμήνευγε.
-Γιάε εδά Αγλαγιό, δεν είσαι μπλιο κοπελάκι, να πηδοκαβαλικεύγεις και να χωργιογυρίζεις. Όπου γιας θες παντρειγιά. Το νου σου δεκατέσσερα εδά που θα πας στο Λιμάνι. Έτσε κι ετσέ θα ψήνεις το κάθε φαΐ, και τα ρούχα να τα βάνεις πρώτα στο νερό με σαπούνι να τα’χεις κάμποση ώρα στον ήλιο κι απόι να τα τρίβγεις καλά καλά να τα ξεπλύνεις και να τ’απλώνεις με την ανάποδη.
Δεν ήτονε αυτό δύσκολο για το Αγλαγιό, αφού το νερό τοχε στη βρύση και δεν ήκανε τόση ώρα και κόπο να το κουβαλεί με τσι ντενέκες από το πηγάιδι, όπως ήκανε στο χωριό ντως. Μα στο μαγέρεμα δεν τα κατάφερνε παρά το δασκάλεμα τση μάνας τση. Γή το μυαλό τζη δε ήτανε εκεί γή ήκανε τση κεφαλής τση κι ήκανε τα φαγιά σαλαμούρα, γιατί ήβανε μια χουφτιά αλάτσι κι όλο τηνε βάνανε μπροστά τα αδέρφια τζη.
-Ε, μα είντα να το κάνω τοσονά αλάτσι που μου’βαλε η μάνα μου;
Ας είναι δα το αλάτσι… επίνανε ύστερα μπόλικο νερό και πάει πέρα…
Όταν ήτανε να βάλει το λάδι το κακάριζε κι αυτό με την μπουκάλα κι εκολυμπούσανε μέσα τα φαγιά αν ήτονε φασούλες, ή φακές, ή πατάτες… που και που το κρέας.
Τηνε βάνανε πάλι μπροστά τ΄αδέρφια τζη.
-Ε μα είντα να το κάνω τόσονα λάδι που μου’βαλε η μάνα μου;
-Ωρή τρελομπαντιέρο, μάθε να μαγερεύγεις, αλλιώς πήγαινε στο χωργιό κι εμείς δε θα πομείνομε νηστικοί.
Μα πού να πάει μπλιο στο χωργιό το Αγλαγιό; Εδά που’μαθε στην πολιτεία, και τα ’βρισκε όλα δίπλα τζη, και τα πέρνα μια χαρά; Και τα βολιτάκια τζη ήκανε και τα πουσούνια τζη, τα φουστάνια τζη, τα καλά πατούμενα που μέχρι εδά εφόργιε τσόκαρα. Οι γονέοι ντως εδουλεύγανε και ό,τι παράδες είχανε στα κοπέλια πηγαίνανε, να σπουδάξουνε μπάρε οι ασερνικοί, κι η κοπελιά να ’χει να σάζει τα προυκιά τζη να παντρευτεί μια των ημερώ.
-Και γιάε δα Αγλαγιό. Ατά στην πολιτεία, να μη χαζογυρίζεις μόνο να βρείς καλές μόστρες να κεντάς, και να πλέκεις.
Μα κείνη δεν είχε σκοπό μούδε το’να μούδε τ’ άλλο. Έτσα που’τονε αεράτη και καταφερτζού, καλή χορεύτρα και σκερτσόζα, δεν ήργησε να βρει παρέες, και να ξεκουζουλαίνει τ’ ασερνικά, να μπαίνει σε γλέντια και σε στέκια και να κάνει τα χωρατά τζη, γιατί το’χε και αυτό το προσόν και πράμα δεν την ήστενε ανέ τηνε παρεξηγούσανε γή τηνε κακοφημίζανε. Έτσι και αλλιώς δεν τηνε καλογνωρίζανε στην πολιτεία. Κι η Αγλαΐα εξελάσκαρε ολότελα κι όλο άπλυτους κι αμαγέρευτους ήφηνε τσ’ ασερνικούς, κι εκείνη ζαμάν φου κι απάνω τρούλα! Ποιος τηνε πιάνει και ποιος την αφήνει δα; Περιζήτητη εγίνηκε γιατί οι κοπελιές τση εποχής είχανε μια επιτήρηση κι επηγαίνανε νωρίς στα σπίτια ντως, μα κείνη, δεν είχε ποιος την ελέγξει και τα αδέρφια τζη δεν τηνε κάνανε ζάφτι. Επέμπανέ τη στο χωριό να ξεμπλέξουνε από την έγνοια τζη, μα πού να πάει, μπλιο στο χωριό, η τρελομπαντιέρο; Αφού η πολιτεία είναι ξεμυαλίστρα και ερωτιάρα! Επήρανε τα μυαλά τζη αέρα, πλια πολύ κι από τον αέρα του κορμιού τζη ώσαμε που κατάφερε ένα νεαρό, με πολλά προσόντα και καλή δουλειά. Εξεμυάλισέ τονε η ομορφονιά τον Κλεομένη και του κλούθηξε και φύγανε στας Αθήνας όπου ήτονε η δουλειά του. Ότι κι είχε μπει στα δεκαπέντε, κι ήκαμε τον πλιο μεγάλο σάλτο τση ζωής τση, να φύγει με τον νεαρό. Η μου κλουθάς τση’πε ή θα περιμένεις να ρθω μετά από έξε μήνες να σε πάρω.
Μα οντέ βράζει το σίδερο κολλά, που λένε, και παίρνει την απόφαση και του κλουθά, κι ύστερα γράφει τω γονέω τζη: «Ήκαμα το καλύτερο πράμα, μάνα μου και πατέρα. Βρήκα στρωμένο τραπέζι και κάτσα. Έγνοια μην έχετε για μένα». Άφησε και σημείωμα των αδερφιώ τζη, που ο ένας ετελείωνε το γυμνάσιο και θα πήγαινε να σπουδάξει.
«Μπορεί να μη στάθηκα στσι δύσκολες ώρες σας, αδερφοί μου εδά που γράφετε εξετάσεις αλλά μια φορά περνά η κερα-μοίρα η καλομοίρα. Θα σας περιμένω στας Αθήνας. Ο Κλεομένης είναι καλός και σοβαρός κύριος, κι εμένα που με λέγετε τρελομπαντιέρο, εμένα διάλεξε για γυναίκα του».
Η Αγλαΐα δεν ήθελε να κάθεται στο σπίτι κυρία. Βρήκε δουλειά σε εργοστάσιο ρούχων και σιγά σιγά κατόρθωσε να κάμει την δική της βιοτεχνία. Μεγάλη και τρανή μετά από χρόνια η κυρα-Αγλαΐα.
Τα μεγάλα και χρυσά γράμματα έξω από το μεγάλο κατάστημα ρούχων, ΑΙΓΛΗΣ HOUSE, σε κεντρικό δρόμο τση πρωτεύουσας ήταν ο στόχος που πέτυχε με την ενεργητικότητα, το θάρρος και την εξυπνάδα τζη...
17 Μαίου 2024
*Η κ. Άννα Τακάκη-Μαρκάκη είναι ποιήτρια και συγγραφέας