Το Καραβάκι και οι νότες*
Πολλές φορές η μνήμη σαλπάρει ανενόχλητη σε μακρινές θάλασσες.
Συχνά, το σκάφος της παγιδεύεται από την άπνοια σε μέρη απρόσιτα, αιχμάλωτη μιας Καλυψούς ή μιας Κίρκης, κι άλλοτε πάλι, εκτρέπεται στα Τάρταρα, μένοντας μέρες και νύκτες αρόδο και μονάχα η θυσία μιας Ιφιγένειας μπορεί να αφυπνίσει τους αέρηδες που θα συνδράμουν την επιστροφή.
Έτσι και τώρα, αυτή η ριζιμιά μνήμη παγιδεύτηκε μεσοπέλαγα στους άγριους ωκεανούς της μετεμφυλιακής μούχλας.
Σ’ ένα ορεινό χωριό της Κρήτης υπήρχε μια «γειτονιά των αγγέλων». Δυο μεγάλα μπακάλικα-κάτι σαν τράπεζες- απολάμβαναν τον ανταγωνισμό τους. Απέναντι, βρίσκονταν η καλοκτισμένη δεξαμενή με το κουτσουνάρι και την ποτίστρα των ζώων, που κερνούσε ανέξοδα τους διψασμένους κατάκρυγιο νερό από την πανέμορφη ρεματιά του Μπαλέμιδου. Παραδίπλα, ακούγονταν τα κλάματα των αμέτρητων δωματίων μιας αστικής οικογένειας, που είχαν παραδοθεί στην αφόρητη εγκατάλειψη, λες και μια καρμική δύναμη είχε κάνει το δικαστήριό της!
Τον ιστορικό ιστό της φτωχογειτονιάς συμπλήρωνε μια εγκαταλελειμμένη φάμπρικα που μετατράπηκε σε καφενέ, σπάζοντας το μονοπώλιο του μοναδικού καφενείου, που βρισκόταν πενήντα μέτρα δυτικότερα- σιμά στο βυζαντινό μοναστήρι με τις εξαίσιες αγιογραφίες.
Εδώ, ένοιωθες την εγγύτητα, όχι μόνο των σωμάτων, αλλά και των ψυχών, καθώς, τους περισσότερους «νοικάρηδες» αυτού του μικρόκοσμου τους ένωνε η ίδια κακή μοίρα.
Τα απόδειπνα, ο κεντρικός-χαλικόστρωτος δρόμος, η μικρή πλατεία και τα χαλάσματα με τον περίβολό τους, γέμιζαν πεινασμένες παιδικές φιγούρες, που αναζητούσαν τα συν της ύπαρξης.
Εντολέας, το βασικό τους ένστικτο, γιατί μόνο με την συνύπαρξη εξοβελίζονται οι κακοτυχιές. Είναι αλλιώς να βιώνεις τη δυστυχία ολομόναχος κι αλλιώς να τη μοιράζεσαι…
Ήταν παραπάνω από ευδιάκριτο το μπόλιασμα αυτών των παιδιών από τα απόνερα του πολέμου. Όμως πιότερο κι απ’ αυτές τις πληγές, ίσως ασυνείδητα, αντιμάχονταν τα εμφυλιοπολεμικά κάκαδα που ήδη είχαν κακοφορμίσει.
Κάποια τέτοια κακοφορμισμένα εμφυλιοπολεμικά κάκαδα, έστειλαν το Χάρο να πουλήσει την πραμάτεια του σ’ ένα 38χρονο παλικάρι.
Προελαύνων με άλογό του στο αλβανικό μέτωπο, πολέμησε λυσσαλέα τους Ναζί και κατόπιν λοχίας-εκπαιδευτής στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, κοντραρίστηκε με το ντόπιο χαφιεδολόϊ, για να βρεθεί στη συνέχεια «φιλοξενούμενος» του Μπαϊρακτάρη και του Σκαλούμπακα στο Μακρονήσι…
Παντρεύτηκε κι είχε πολλά όνειρα να πραγματοποιήσει, αλλά έκανε το λογαριασμό δίχως τα βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα των βασανιστών του, αυτά που, ως προελέχθη, κάπου εκεί στο 1957, του έστειλαν τον Χάροντα να τον παραφυλάει…
Αντιμετώπιζε μια περίεργη αρρώστια που κανένας στο χωριό δεν ήξερε πώς τη λέγανε.
Στο σπίτι του - ένα κλασικό φτωχόσπιτο με χωμάτινη σκεπή- που γειτνίαζε με τα καταρρέοντα-αστικά ερείπια μπαινόβγαινε νυχθημερόν κόσμος και κοσμάκης.
«Εν τω τελειούσθαι είναι», λέγανε όσοι, συγγενείς ή φίλοι, πηγαίνανε να τον επισκεφθούν.
«Ο πυρετός τον έχει κάμει σαν την ξεφουρνιά», είπε η γειτόνισσα που ήξερε από αρρώστιες, γιατί ξεγεννούσε τις λεχώνες, και συνέστησε να πάνε ψηλά, στον «Αφέντη», να φέρουνε χιόνι.
Ένας συναγωνιστής απ’ τα ανταρτικά πήρε τον πεθερό του αρρώστου και ανεβήκανε σε γνώριμους τόπους, στη Ψαρή Μαδάρα, που στα λαγούμια της «κοιμότανε» το κρουσταλλιασμένο χιόνι. Γεμίσανε δυο τσουβάλια κι απέξω ένα μεγαλύτερο με άχυρα, για να μη λιώσει ίσαμε να κατέβουνε κάτω στο χωριό, τέσσερις ώρες δρόμο με το γαϊδούρι.
Ο κουρνιαχτός του θανάτου είναι συγκλονιστικός, όσο κι αν η αξία της ανθρώπινης ζωής τα χρόνια εκείνα ήτανε σε σχετικά χαμηλές τιμές.
Δεν είχε κλείσει τα τριάντα οκτώ ο άρρωστος που αργοπέθαινε, αλλά λέγανε οι μεγαλύτεροι πως, στα «χρόνια της θύελλας» ήτανε αστροπελέκι καταμόναχο. Στο στρατιωτικό του βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού Μετώπου και, στο χωριό του, γύρισε μετά το ’45 που ξεκουμπίστηκαν οι Γερμανοί. Αλλά ετούτοι, άφησαν στο ποδάρι τους τα γενόσημά τους κι ήταν πιότερο δολοφόνοι από τους κατασκευαστές τους… Έτσι ήταν μονόδρομος η επιλογή του Αντάρτη… Ο πόλεμος είχε τη συνέχειά του, με πιο άτιμα μέσα…
Εντέλει είναι μεγάλο έγκλημα να αγαπάς την ελευθερία, και να αγωνίζεσαι για τόσο ακριβά ιδανικά!
Ίσα που πρόλαβε να κατέβει απ’ το λημέρι και τον τσουβάλιασαν μαζί με άλλους αριστερούς «δι’ εξαγνισμόν» στην κολυμπήθρα της Κόλασης…
… Κάποτε επέστρεψε στα πάτρια και σαν κάθε νοικοκύρη, έστησε την οικογένειά του…
Είχε ήδη δυο μικρά παιδιά, ενώ η γυναίκα του ήταν έγκυος το τρίτο, όταν ο θάνατος τον χτύπησε… φιλικά στην πλάτη…
Η επονίτισσα σύντροφός του, βρέθηκε ξαφνικά πάνω στη νιότη της, να θητεύει νοσηλεύτρια στο ετοιμοθάνατο ταίρι της…
Είναι ρηξικέλευθη προσέγγιση να αφομοιώνεις τον πιθανό θάνατο του αντάρτη-άνδρα σου και ταυτόχρονα να κυοφορείς το κοινό σας έμβρυο, δηλαδή τη ζωή.
Μόλις είχε προβάλλει ο ήλιος εκείνο το πρωινό, όταν τον πήρανε πάνω σε μια σκάλα-φορείο να τον πάνε στη «Χώρα».
Ο θάνατος, που παραφύλαγε τον αντάρτη, τούχε μακιγιάρει με ένα ωχρό-θλιβερό χρώμα το πρόσωπο και όσες γυναίκες από περιέργεια ή ενδιαφέρον τον κοιτούσανε, καθώς τον μετέφερναν προς την πλατεία μέσα απ’ τα στενά σοκάκια, δαγκώνανε τα μαύρα τους τσεμπέρια, αποστρέφοντας το πρόσωπό τους.
Το σκηνικό του θανάτου συμπλήρωνε ο μικρός γιος του αρρώστου-ένα σκατό τριών χρόνων- που έτρεξε βολίδα προς τον Αι Γιώργη και χτυπούσε νεκρίκια την καμπάνα.
Η σπουδή του να πεθάνει τον αντάρτη πατέρα του δεν είχε σχέση με κακίες, αλλά μάλλον το θεώρησε οικογενειακή του υποχρέωση ή και δικαίωμα.
Ο αντάρτης επιβιβάσθηκε σ’ ένα πειρατικό και τον πήγανε στο Πανάνειο, όμως οι άντρες που βεγγερίζανε το απόδειπνο στη μικρή πλατεία, είπαν πως οι ελπίδες να επιζήσει ήταν σχεδόν μηδαμινές.
Η γειτονιά ξαναβρήκε τις επόμενες μέρες «το σειρά της» και μόνο πού και πού άκουγες να ρωτούνε για τον αντάρτη.
Η έγκυος γυναίκα του, με καρδιά λιονταριού, εξοβέλιζε τις αναποδιές με απόλυτη σιωπή.
Η λογική να αντιμετωπίζεις τον πιθανό θάνατο του συντρόφου σου μ’ αυτή την υπέροχη ειρωνεία γίνεται άγκυρα να δέσεις. Άμυνα ήταν, κι όχι αυτές οι… κρυάδες που λέγανε κάποιες σαβανώστρες γειτόνισσες, που καταλόγιζαν στην Επονίτισσα περισσότερη ανεκτικότητα στα αλλότρια παρά στον ετοιμοθάνατο άνδρα της.
Θεριστής ήτανε, όταν η Επονίτισσα πήγε με κάποιους εθελοντές στο θέρος. Τα σπαρτά ήταν στην ώρα τους και το «άστο γι’ αύριο» είναι για τη φύση άγνωστες λέξεις…
Η εξάχρονη κόρη κι ο τρίχρονος γιος της βρισκότανε στη μάνα και τις δυο ανύπαντρες αδερφές της.
Τότε της φέρανε το μαντάτο πως ο άνδρας της έφυγε εσπευσμένα με το «Αγία Αικατερίνη» για το Ιπποκράτειο, ένα μεγαλύτερο νοσοκομείο της Αθήνας και πως έπρεπε, λέει, να βρούνε αιμοδότες, γιατί τα πράγματα χειροτέρεψαν κι άλλο.
Οι μόνοι χωριανοί που σκέφτηκαν την ανέχεια της δοκιμαζόμενης οικογένειας ήτανε οι σύντροφοι, που μ’ ένα εσωτερικό έρανο μαζέψανε κάτι… ψιλά και μονάχα ένας, ο καλαθοπλέχτης, έδωσε ένα ολόκληρο εικοσάρι!
Οι άλλοι του χωριού κούνησαν λευκό μαντήλι, αιχμάλωτοι στο τέναγος της μετεμφυλιακής λασπουριάς.
Είχε και μια αδερφή-τρελέγκω ο αντάρτης, που γύριζε σπίτι-σπίτι να διακονάται το στάρι, για να κάμει λέει μια αρτοκλασία, που είχε τάξει στη Αγιά Κερά, να κάμει καλά τον αδερφό της!
Τα παιδιά του αντάρτη άκουγαν συχνά ότι ο πατέρας πήγε με το καράβι στην Αθήνα και πως σύντομα θα γινότανε πάλι γερός, όπως πρώτα, και θα επέστρεφε πίσω στο φτωχικό τους. Ο τρίχρονος μπόμπιρας άκουσε ένα τραγούδι που μιλούσε για ένα καράβι που πήγαινε κι ερχότανε γιαλό-γιαλό.
Άρπαξε ένα ξύλο για λύρα κι άλλο ένα για δοξάρι και, μάλλον σαν προσευχή, άρχισε να τραγουδεί στα σοκάκια:
«Καράβι καραβάκι
που πας γιαλό-γιαλό
φέρε μου το μπαμπά μου,
γιατί τον αγαπώ.
Γύρισε καραβάκι,
άκουσε τον πόνο μου,
φέρε μου τον μπαμπά μου,
γιατί έχω μείνει μόνο μου»…
Ο ανθρώπινος πόνος μπερμπάντεψε κι έγινε για μια ακόμη φορά τραγούδι.
Οι νότες και ο στίχος στο στόμα του μπόμπιρα επιχείρησαν να αποτιμήσουν το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης, τον πόνο της στέρησης και την ανάγκη της επιστροφής του πατέρα.
Η Επονίτισσα μάνα αγωνίζονταν στο θέρος, όπου παστερίωνε τους δικούς της πόνους παχτώνοντας ταυτόχρονα λίγες μπουκιές ζωής για τα παιδιά της.
Ο Αντάρτης-πατέρας θα γυρίσει κάποτε στο σπίτι του σακάτης για πάντα, πληρώνοντας έτσι πολλών χρόνων ενοίκια για την ιδεολογία του.
*Έχει δημοσιευτεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ενώ εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που έγινε στη Μακρόνησο