Ο Χατζιδάκις υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας μεγάλος καλλιτέχνης
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης
Το πιο ενδιαφέρον πολιτικό φαινόμενο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν υπήρξε πολιτικός. Ούτε αρχηγός κόμματος.
Ούτε υπουργός.
Ούτε ιδεολογικός καθοδηγητής.
Υπήρξε ένας συνθέτης.
Όχι γιατί έγραψε μουσική.
Αλλά γιατί κατανόησε κάτι που οι περισσότεροι επαγγελματίες της πολιτικής εξακολουθούν να αγνοούν: ότι η πραγματική εξουσία δεν εγκαθίσταται πρωτίστως στους θεσμούς, αλλά στις μορφές ευαισθησίας μέσα από τις οποίες μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Δεν κυριαρχεί εκείνος που κυβερνά.
Κυριαρχεί εκείνος που ορίζει τι θεωρείται ωραίο, τι θεωρείται σημαντικό, τι θεωρείται άξιο προσοχής, τι θεωρείται φυσιολογικό.
Κάθε εποχή οικοδομεί πρώτα το αισθητικό της καθεστώς και κατόπιν το πολιτικό της οικοδόμημα.
Ο Χατζιδάκις δεν υπήρξε ένας δημιουργός που περιστασιακά σχολίαζε τα δημόσια πράγματα. Υπήρξε μια μορφή πολιτισμικής αντίστασης απέναντι σε μια διαδικασία γενικευμένης εκπτώσεως του κριτηρίου.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιομορφία του.
Αναμετρήθηκε με κάτι βαθύτερο: με τη σταδιακή εγκατάσταση μιας μικροαστικής βαρβαρότητας η οποία παρουσιάζεται κάθε φορά ως πρόοδος, ως εκδημοκρατισμός, ως λαϊκή έκφραση, ενώ στην πραγματικότητα διαβρώνει αργά τους μηχανισμούς διάκρισης που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το ευτελές.
Ο Χατζιδάκις διέβλεψε ότι η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών δεν είναι πρωτίστως θεσμική.
Είναι αισθητική.
Είναι κρίση μορφής.
Κρίση γλώσσας.
Κρίση ευαισθησίας.
Κρίση των συμβολικών ιεραρχήσεων μέσω των οποίων μια κοινότητα συγκροτεί το συλλογικό της βλέμμα.
Όταν οι κοινωνίες χάνουν την ικανότητα να διακρίνουν, δεν καταρρέουν αμέσως.
Συνεχίζουν να λειτουργούν. Διατηρούν εκλογές, κόμματα, μέσα ενημέρωσης, δημόσιες συζητήσεις.
Όμως το περιεχόμενο των λέξεων έχει ήδη αρχίσει να αδειάζει.
Η ποιότητα υποχωρεί μπροστά στην ορατότητα.
Η αξία μπροστά στη δημοσιότητα.
Η σκέψη μπροστά στην ακαριαία αντίδραση.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική σημασία της διαρκούς του σύγκρουσης με τη χυδαιότητα.
Δεν επρόκειτο για ηθικολογία. Δεν επρόκειτο για συντηρητική νοσταλγία ενός χαμένου παρελθόντος.
Επρόκειτο για μια οξυδερκή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η χυδαιότητα λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτισμικής νομιμοποίησης.
Κάθε εποχή παράγει τις δικές της μορφές βαρβαρότητας.
Οι πιο επικίνδυνες δεν εμφανίζονται ως βαρβαρότητα. Εμφανίζονται ως αυτονόητο.
Ως νέα κανονικότητα.
Ως δήθεν απελευθέρωση από παλιούς περιορισμούς.
Ως κατάργηση των διακρίσεων.
Ως θρίαμβος του αυθορμήτου.
Και ακριβώς εκεί, όταν η παρακμή παύει να ντρέπεται για τον εαυτό της και αρχίζει να υπερηφανεύεται γι’ αυτόν, αρχίζει η πραγματική κρίση ενός πολιτισμού.
Η σημασία του Χατζιδάκι δεν βρίσκεται λοιπόν στις πολιτικές του προτιμήσεις.
Βρίσκεται στην άρνησή του να παραδοθεί στη λογική των στρατοπέδων.
Ανήκε σε έναν χώρο χωρίς να του ανήκει.
Συνομιλούσε με όλους χωρίς να αφομοιώνεται από κανέναν. Υπερασπιζόταν την ελευθερία της κρίσης απέναντι στη συλλογική πειθαρχία.
Υπήρξε βαθύτατα πολιτικός, γιατί αντιλήφθηκε ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι η διαφωνία αλλά η ομοιομορφία.
Όχι η σύγκρουση αλλά η μαζική συμμόρφωση.
Όχι η ύπαρξη αντιπάλων αλλά η εξαφάνιση της εσωτερικής ανεξαρτησίας.
Η σκέψη του συγκροτεί μια ιδιότυπη μορφολογία της δημοκρατικής παρακμής.
Μια κοινωνία δεν γερνά όταν γερνούν οι πολίτες της.
Γερνά όταν εξαντλείται η δυνατότητα ανακαλύψεως.
Όταν οι άνθρωποι παύουν να κινδυνεύουν από ιδέες.
Όταν η πνευματική ζωή μετατρέπεται σε ανακύκλωση βεβαιοτήτων.
Όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αποτελεί τόπο περιπέτειας και γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης ήδη διαμορφωμένων ταυτοτήτων.
Τότε εμφανίζεται εκείνο που ο ίδιος διέκρινε με εντυπωσιακή καθαρότητα: κοινωνίες γεμάτες πληροφορία αλλά φτωχές σε εσωτερική ζωή, γεμάτες επικοινωνία αλλά φτωχές σε νόημα, γεμάτες δημόσιο λόγο αλλά απογυμνωμένες από πραγματική σκέψη.
Σήμερα, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική σκηνή μοιάζει όλο και περισσότερο με τηλεοπτικό παράρτημα της μετριότητας, όπου η τέχνη συχνά ζητά πρώτα χρηματοδότηση και ύστερα νόημα, όπου τα μέσα ενημέρωσης κατασκευάζουν πρόσωπα χωρίς βάρος και η δημόσια αναγνωρισιμότητα υποκαθιστά κάθε εσωτερική δοκιμασία, ο Χατζιδάκις θα ήταν σχεδόν αφόρητος.
Όχι γιατί θα έλεγε απλώς σκληρά πράγματα, αλλά γιατί θα αφαιρούσε από όλους μας το άλλοθι της εποχής.
Θα μας υποχρέωνε να παραδεχθούμε ότι δεν μας κυβερνούν μόνο οι ανάξιοι.
Τους αναγνωρίζουμε, τους χειροκροτούμε, τους αναπαράγουμε, τους κάνουμε ύφος, τους κάνουμε γλώσσα, τους κάνουμε καθημερινή αισθητική.
Και τότε το πρόβλημα δεν είναι πια η εξουσία.
Είναι η δική μας συγκατάθεση στην ασχήμια.
Γι’ αυτό ο Έρωτας κατέχει τόσο κεντρική θέση στο έργο και στη σκέψη του. Όχι ως συναίσθημα, ούτε ως λυρικό θέμα, αλλά ως ανθρωπολογική κατηγορία.
Ως η δύναμη που αποσπά τον άνθρωπο από την αυτάρκεια του εαυτού του.
Ως η ενέργεια που τον στρέφει προς κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Ο Έρωτας είναι βαθύτατα πολιτικό γεγονός.
Γιατί μόνο κοινωνίες που εξακολουθούν να επιθυμούν κάτι ανώτερο από την αναπαραγωγή του εαυτού τους παραμένουν ιστορικά ζωντανές.
Η παρακμή αρχίζει όταν η επιθυμία αντικαθίσταται από την κατανάλωση, όταν η αναζήτηση αντικαθίσταται από την αυτάρκεια και όταν η ελευθερία συγχέεται με την απουσία κάθε απαιτήσεως.
Ο Χατζιδάκις υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας μεγάλος καλλιτέχνης.
Υπήρξε ένας από τους τελευταίους φορείς μιας αριστοκρατίας του πνεύματος η οποία δεν είχε καμία σχέση με κοινωνικά προνόμια και ταυτοτικές υπεροχές.
Επρόκειτο για μια αριστοκρατία της απαιτήσεως.
Της αυτοπειθαρχίας.
Της εσωτερικής ελευθερίας.
Της άρνησης να αποδεχθεί ως αναπόφευκτο οτιδήποτε υποβαθμίζει την ανθρώπινη μορφή.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται ο πραγματικός λόγος για τον οποίο εξακολουθεί να μας ενοχλεί.
Όχι γιατί είχε δίκιο σε όλα.
Αλλά γιατί μας υπενθυμίζει αδιάκοπα κάτι που ο σύγχρονος δημόσιος βίος προσπαθεί να ξεχάσει: ότι η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από τους θεσμούς της, αλλά από το ύψος των μορφών που είναι ακόμη ικανή να αναγνωρίζει.
Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει τις μορφές που την υπερβαίνουν, δεν εισέρχεται απλώς σε περίοδο κρίσης. Εισέρχεται σε περίοδο πνευματικής συρρίκνωσης, όπου η μετριότητα παύει να είναι ατύχημα και μετατρέπεται σε καθεστώς.