Ο Στουρνάρας και η Εκκλησία της Ελλάδος
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης
Ποια ακριβώς θεολογική ανάγκη εξυπηρετεί η ορκωμοσία του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος από τον Αρχιεπίσκοπο; Σε ποιο σημείο της νομισματικής πολιτικής απαιτείται η παρουσία επισκόπων, πρωτοπρεσβυτέρων και συνοδικών γραμματέων;
Ποια σχέση συνδέει τα επιτόκια, τις αγορές, τον πληθωρισμό, την τραπεζική εποπτεία και τους ισολογισμούς με το ιερό Ευαγγέλιο;
Και κυρίως: τι ακριβώς καλείται να ευλογήσει η Εκκλησία;
Τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος; Την κυκλοφορία του χρήματος; Την πειθαρχία των αγορών;
Ή μήπως την ίδια τη διαρκή ανάγκη του ελληνικού κράτους να ντύνει με θρησκευτικό μανδύα κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και εκείνες που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την πνευματική ζωή;
Η εικόνα είναι σχεδόν αλληγορική.
Εκείνος που ανέτρεψε τα τραπέζια των αργυραμοιβών στον Ναό, που προειδοποίησε ότι «ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά», που προδόθηκε έναντι τριάντα αργυρίων, καλείται σήμερα να προσφέρει το τελετουργικό της κύρος στην κορυφαία τραπεζική αρχή της χώρας.
Και η ειρωνεία γίνεται ακόμη βαθύτερη όταν αυτή η σκηνή παρουσιάζεται ως κάτι αυτονόητο, ως μια φυσική συνέχεια μιας παράδοσης που ελάχιστοι πλέον τολμούν να εξετάσουν κριτικά.
Το πρόβλημα δεν είναι η πίστη. Ούτε η Εκκλησία.
Ούτε φυσικά το πρόσωπο του διοικητή.
Το πρόβλημα είναι η αδυναμία του ελληνικού κράτους να ενηλικιωθεί θεσμικά.
Ένα κράτος που εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να χρειάζεται την ιεροποίηση της εξουσίας για να αισθανθεί ασφαλές.
Σαν να μην αρκεί η συνταγματική νομιμοποίηση, η επιστημονική επάρκεια, η θεσμική λογοδοσία και η δημοκρατική τάξη.
Σαν να πρέπει κάθε κορυφή της κρατικής πυραμίδας να αποκτά και ένα μεταφυσικό επίχρισμα, λες και χωρίς αυτό κινδυνεύει να αποκαλυφθεί η ανθρώπινη, απολύτως κοσμική φύση της.
Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, δύσκολα αποφεύγει κανείς την αίσθηση ότι δεν παρακολουθεί μια διαδικασία του 2026 αλλά μια τελετουργική αναπαράσταση ενός παλαιού καθεστώτος συμβολισμών.
Από τη μία πλευρά οι εκπρόσωποι της πνευματικής εξουσίας.
Από την άλλη οι διαχειριστές της οικονομικής εξουσίας.
Και ανάμεσά τους ένα κράτος που εξακολουθεί να αδυνατεί να διακρίνει τα όρια των ρόλων τους.
Ένα κράτος που ζητά από την Εκκλησία να νομιμοποιήσει συμβολικά ακόμη και εκείνους τους θεσμούς που θα έπρεπε να αντλούν το κύρος τους αποκλειστικά από τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα και τη δημόσια λογοδοσία.
Και αν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος χρειάζεται θρησκευτικό όρκο, γιατί όχι και ο πρόεδρος μιας συστημικής τράπεζας;
Γιατί όχι ο διοικητής της ΑΑΔΕ; Γιατί όχι ο πρόεδρος μιας εισηγμένης εταιρείας;
Πού ακριβώς σταματά η θεολογία και πού αρχίζει η οικονομία;
Ποιος χαράσσει τη γραμμή;
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η τελετή.
Είναι η σιωπή.
Είναι το γεγονός ότι ελάχιστοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται πόσο παράδοξη είναι αυτή η εικόνα.
Πόσο βαθιά αντιφατικό είναι να επικαλείται κανείς το Ευαγγέλιο την ίδια στιγμή που περιβάλλει με θρησκευτικό κύρος τους μηχανισμούς του χρήματος.
Όχι γιατί το χρήμα είναι κακό. Αλλά γιατί το Ευαγγέλιο υπήρξε πάντοτε εξαιρετικά καχύποπτο απέναντι στη δύναμή του.
Κάποτε η Εκκλησία θα χρειαστεί να αναρωτηθεί αν η αποστολή της βρίσκεται δίπλα στους φτωχούς, στους πενθούντες, στους εγκαταλελειμμένους, στους ανθρώπους που αναζητούν νόημα και παρηγορία ή αν ο ρόλος της είναι να παρέχει το τελετουργικό σκηνικό της κρατικής εξουσίας.
Και κάποτε το κράτος θα χρειαστεί να αποφασίσει αν θέλει μια Εκκλησία ελεύθερη και πνευματική ή μια Εκκλησία διαρκώς παρούσα ως συμβολικό εξάρτημα των επίσημων φωτογραφιών.
Γιατί η Εκκλησία δεν κινδυνεύει όταν αρνείται να ορκίσει έναν τραπεζίτη.
Κινδυνεύει όταν δίνει την εντύπωση ότι λησμόνησε ποιος ανέτρεψε τα τραπέζια των αργυραμοιβών και ποιος πληρώθηκε με τριάντα αργύρια.
Και τότε το πρόβλημα δεν είναι η σχέση της με το κράτος.
Είναι η σχέση της με την ίδια της την αφήγηση.