Ο λογοτέχνης Ν. Ψιλάκης-Τα τελευταία του βιβλία*
Ο Νίκος Ψιλάκης ήταν όλα όσα ήδη ανέφεραν οι εκλεκτοί ομιλητές μας, ο κ. Σπανάκης και ο κ. Νικολακάκης. Νομίζω ότι πολύ πετυχημένα σκιαγράφησαν την προσωπικότητα του Νίκου Ψιλάκη, και παρουσίασαν το έργο του, ορμώμενοι βέβαια και οι δυο τόσο από την εκτίμησή τους για αυτόν, όσο και από την αγάπη που είχαν σε αυτόν, αγάπη που δεν τους οδήγησε σε μια παραμορφωτική αποτύπωση του έργου του, αλλά ίσα – ίσα ενέδυσε τις διαπιστώσεις τους με το συναίσθημα για τον δικό τους φίλο.
Μέσα σε όλα μας έδωσαν και την εικόνα του λογοτέχνη. Γιατί ναι, ο Νίκος Ψιλάκης ήταν και λογοτέχνης. Οι περισσότεροι έχουν την αίσθηση ότι προς το τέλος της ζωής του άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία. Μια προσεκτικότερη παρατήρηση όμως δείχνει ότι αυτή ήταν μάλλον η μεγάλη του επιθυμία από νωρίς, ο μύχιος πόθος του. Και με αυτό δεν εννοώ απλώς ότι ως δημοσιογράφος ή ερευνητής πρόσεχε τον λόγο του. Εννοώ ότι πολύ νωρίς, καλά καλά πριν κάνει τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία έγραψε και εξέδωσε ποιήματα. Η πρώτη του Ποιητική συλλογή με τον τίτλο «12 Ποιήματα» κυκλοφόρησε το 1975 εκτός εμπορίου, δακτυλογραφημένη.
Ο Νίκος Ψιλάκης αγαπούσε τις λέξεις και αυτό νομίζω είναι ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα του λογοτέχνη. Τις μάζευε προσεκτικά, τις αποθησαύριζε, τις ανέσυρε από το σεντούκι του, όποτε χρειαζόταν, τις επέλεγε με φροντίδα για να ενδύσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, τις κρατούσε σε αναμονή στη φαρέτρα του, τις χρησιμοποιούσε με ευλάβεια. Όλη αυτή η μυσταγωγική σχέση με τις λέξεις κάποια στιγμή εκφράστηκε πιο συστηματικά με τη συγγραφή μυθιστορημάτων και έτσι μας έδωσε τα έργα με τη σειρά έκδοσής τους: «Δυο φεγγάρια δρόμος», «Η Πολυφίλητη» «Και οι θάλασσες σωπαίνουν», «Η κραυγή των απόντων», το καθένα πιο ώριμο από το προηγούμενο.
Για αυτά το βιβλία έχουν γραφεί πολλά. Εγώ σήμερα θα σας μιλήσω για τα τρία τελευταία βιβλία του Νίκου Ψιλάκη που ουσιαστικά εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, αφού ακόμα και το πρώτο από αυτά δεν πρόλαβε να το δει να κυκλοφορεί, μόλις που είχε τυπωθεί και το είχε πάρει στα χέρια του.
Πρώτο στη σειρά «Η Ξενιά», ένα βιβλίο που ισορροπεί εξαιρετικά ανάμεσα στη μαρτυρία και το μυθιστόρημα. Στον Επίλογο, που θα μπορούσε να είναι και Πρόλογος, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, μας αποκαλύπτει την πηγή της έμπνευσής του. Στα νιάτα του και ενώ ήταν στην πρώτη του δουλειά, στο Χημείο, όταν ακόμα δεν είχε βρει τον επαγγελματικό του δρόμο, γνώρισε μια σταφιδεργάτρια, την κυρά Βασιλικώ (πραγματικό το όνομα ή συγγραφική επινόηση δεν έχει σημασία) η οποία του αφηγήθηκε τη ζωή της από τότε που ζούσε την ανέμελη ζωή της Σμύρνης και των περιχώρων της πριν από την καταστροφή σε ένα μάλλον τυπικό μικροαστικό σπιτικό με οικονομική άνεση και ευρύτητα πνεύματος, καθώς ο πατέρας της , ευκατάστατος κτηματίας ετοιμαζόταν να ανοίξει ένα πρωτοποριακό κατάστημα ηλεκτρικών γλόμπων, ως την καταστροφή του Αυγούστου του 1922, τον ξεριζωμό και τον ερχομό της στο Ηράκλειο, την υποδοχή εδώ και τα πρώτα χρόνια (τις πρώτες δεκαετίες) στη νέα πατρίδα.
Το υλικό αυτής της γνωριμίας αξιοποιεί πολλά χρόνια μετά ο Νίκος Ψιλάκης, για να μας δώσει μια ιστορία που, όπως προείπα, ισορροπεί ανάμεσα στη μαρτυρία και το μυθιστόρημα, με την έννοια ότι ο συγγραφέας αφορμάται από τη μαρτυρία και πάνω σε αυτήν χτίζει ένα μυθιστόρημα που διαθέτει όλα τα στοιχεία, αφηγητή, χώρο, χρόνο, χαρακτήρες και πλοκή. Σε αυτό το τελευταίο θα μείνω λίγο. Ένα στοιχείο πλοκής είναι ένα νυφικό. Ή μάλλον τρία νυφιάτικα φορέματα, τρία ξένα νυφικά που τα πρόβαρε, τα δοκίμασε η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια της ιστορίας, αλλά δεν τα έβαλε ποτέ στην περίσταση που έπρεπε, στον δικό της γάμο που δεν ήρθε ποτέ, παρά το γεγονός ότι η κυρά Κρυστάλλη, το ένα νυφικό το πήρε και το πήγε μιαν αυγή στη θάλασσα, το πέρασε από 40 κύματα και μετά το έπλυνε με πολλά ξεβγάλματα, γιατί «αν κουβαλά τίποτα γρουσουζιά, το θαλασσινό νερό θα τη διώξει και θα είναι σαν να φοριέται πρώτη φορά».
Πέρα από το ότι «η Ξενιά» είναι μία καταγραφή μνήμης στην οποία έχει δικαίωμα κάθε ξεριζωμένος, υπάρχει σήμερα χώρος για ένα ακόμη βιβλίο για την προσφυγιά και τη μετανάστευση; Μακάρι να μπορούσαμε να δώσουμε αρνητική απάντηση! Σήμερα, τα στίφη των μεταναστών – προσφύγων – προσωπικά δεν με ενδιαφέρει η διάκρισή τους – των ξεριζωμένων εν πάσει περιπτώσει, εξαιτίας των επιλογών των ισχυρών που κατακλύζουν τον κόσμο και ειδικότερα τη χώρα μας και ακόμη πιο συγκεκριμένα το νησί μας - δεν περνά μέρα που να μην διαβάσουμε στις ειδήσεις για τις καραβιές των απόκληρων της ζωής που φτάνουν στις νότιες ακτές του νησιού μας, αν δεν πνιγούν στα μαύρα νερά της αλλοτινά φιλόξενης, σήμερα όμως αφιλόξενης και εχθρικής Μεσογείου- καθιστούν τον λόγο για την ξενιά δυστυχώς εξαιρετικά επίκαιρο. Εξάλλου, ο τρόπος με τον οποίο ο Νίκος Ψιλάκης προσεγγίζει το θέμα του, η ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα της προσφυγιάς, σε συνδυασμό με τη γλαφυρή γλώσσα, την αμεσότητα της προφορικής αφήγησης και τον ιδιωματικό λόγο καθιστούν το ανάγνωσμα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Αυτό που με συγκίνησε και σε αυτό το βιβλίο, όπως και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, είναι ότι ο συγγραφέας εστιάζει στους αφανείς ήρωες της ιστορίας, σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που βιώνουν το βάρος της ιστορίας, σύρονται στη δίνη της, και προσπαθούν να επιβιώσουν και να μείνουν αλώβητοι, και τελικά εκείνο που κατορθώνουν είναι να βγουν γεμάτοι πληγές, αλλά διατηρώντας την ηθική τους, άνθρωποι που λυγίζουν, αλλά δεν σπάνε, κι ας είναι το σώμα τους και η ψυχή τους ολόσπαρτα με πληγές. Είναι οι εκπρόσωποι των «ελασσόνων βίων».
Γενικότερα, η μυθιστορία σε κάθε ιστορικό μυθιστόρημα, επομένως και στο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη, γίνεται το ένδυμα που περιβάλλει την ιστορία. Κάθε συγγραφέας με αυτή του την επιλογή αναπόφευκτα αποκαλύπτει στον αναγνώστη και τη δική του στάση απέναντι στην ιστορία. Στην περίπτωση του Νίκου Ψιλάκη, διάχυτη είναι η αίσθηση ότι η μυθιστορία είναι ένας τρόπος για να εκτιμηθεί το παρόν. Η καταβύθιση στο παρελθόν είναι ένας άλλος τρόπος για να μιλήσει κανείς για το παρόν. Και ο αναγνώστης αποκομίζει την αίσθηση ότι ο μετριοπαθής και απροκατάληπτος τόνος του συγγραφέα είναι η πρότασή του για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται το παρελθόν και πού πρέπει να μεταφερθεί το βάρος θέασής του.
Επιτρέψτε μου να δώσω και μια άλλη διάσταση. Ο Ν. Ψιλάκης δεν ξεχνά ποτέ όταν καταγίνεται με την λογοτεχνία, είτε την πεζογραφία είτε την ποίηση ότι είναι δημοσιογράφος και συνάμα συλλέκτης υλικού ιστορικού, λαογραφικού, κτλ. Έτσι λοιπόν, μέσα από την αφήγηση της Βασιλικώς για τον πρώτο καιρό / διάστημα του ερχομού της στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο Ηράκλειο βρίσκουμε απίστευτες πληροφορίες για το πώς το επίσημο ελληνικό κράτος και οι φορείς του, αλλά και ελληνικές και ξένες φιλανθρωπικές οργανώσεις, ακόμα και οι κάτοικοι της πόλης του Ηρακλείου αντιμετώπισαν τους πρόσφυγες και προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα αρχικά της προσωρινής και αργότερα της μόνιμης εγκατάστασης τους στην πόλη. Δηλαδή, μέσα από την ιστορία της Βασιλικώς, μας δίνει και την ιστορία της πόλης του Ηρακλείου, μιας πόλης που, όπως αποδεικνύεται και από τα άλλα του μυθιστορήματα, την ήξερε πάρα πολύ καλά. Διαβάζοντάς το λοιπόν σκέφτηκα ότι η πλειονότητα των μυθιστορημάτων, προσοχή, των μυθιστορημάτων, όχι των ιστορικών ερευνών που αφορμώνται από το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής έχουν περιγράψει το πριν, το εκεί και λιγότερο το μετά, το εδώ, το τι συνάντησαν οι πρόσφυγες και πώς και εάν ενσωματώθηκαν στην κοινωνία και προπάντων τι στοιχεία είχε η κοινωνία στην οποία άθελά τους βρέθηκαν οι πρόσφυγες. Και από αυτήν την έννοια, η «Ξενιά» είναι απολαυστικά κατατοπιστική. Βοηθά τον αναγνώστη να γνωρίσει μια ολόκληρη πόλη, το Ηράκλειο, όπως ήταν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Τέλος, το μυθιστόρημα του Νίκου Ψιλάκη, ανάμεσα στα άλλα, μας κάνει να επανεκτιμήσουμε την αξία του ιστορικού μυθιστορήματος ως διδακτικού εργαλείου, τόσο με τη στενή έννοια του όρου, όσο και με την ευρύτερη. Αν η ιστορία είναι χώρος εξάσκησης της φαντασίας, η μυθιστορηματική προσπέλασή της από τον αναγνώστη λειτουργεί ως μεγεθυντικό κάτοπτρο στο οποίο αναπτύσσεται, σχεδόν οργιάζει η φαντασία του και του επιτρέπει να ανασυνθέσει και να κατανοήσει μια εποχή, βιώνοντας παράλληλα την τέρψη της ανάγνωσης. Και με αυτήν την έννοια θεωρώ ότι η «Ξενιά», μαζί με άλλα παρόμοια βιβλία, μπορεί να αξιοποιηθεί στο μάθημα της τοπικής ιστορίας και να αποτελέσει μια θαυμάσια ευκαιρία για να γνωρίσουν οι μαθητές των σχολείων του Ηρακλείου την πόλη, όπως ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα.
Όσο καλά πατά στο μυθιστόρημα ο Ν. Ψιλάκης τόσο καλά χειρίζεται και το διήγημα, το μεγάλο αυτό αγκωνάρι της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το 2ο βιβλίο για το οποίο θα γίνει λόγος σήμερα έχει τον τίτλο «Ένα γράμμα για σένα» και είναι μια συλλογή έξι σφιχτών και καλοδουλεμένων διηγημάτων που ισορροπούν εξαιρετικά ανάμεσα στην ευαισθησία και την ευγένεια από τη μια μεριά – ενσυναίσθηση θαρρώ το λένε σήμερα - και τη διεισδυτική ψυχολογική παρατήρηση από την άλλη. Ως προς το ύφος γραφής, ο Ν. Ψιλάκης αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι κατέχει στέρεα τα εκφραστικά του μέσα. Έχοντας θητεύσει για χρόνια στον υψηλών απαιτήσεων δημοσιογραφικό λόγο και τρέφοντας βαθύτατο σεβασμό στις λέξεις, όχι μόνο ακριβολογεί, αυτό είναι το έλασσον, αλλά κυρίως επιτυγχάνει να αποδώσει με τις λέξεις το συναίσθημά του και να υποβάλλει στον αναγνώστη το αίσθημα που εκείνος, ο συγγραφέας, θέλει και θα συμφωνήσετε βέβαια ότι αυτό καθορίζει την επιτυχία του μυθοπλαστικού λόγου και την απήχηση που αυτό έχει στον αναγνώστη.
Σταχυολογώ : Το «Ένα γράμμα για σένα», το πρώτο διήγημα που έχει δώσει τον τίτλο του σε όλη τη συλλογή, πρωτότυπο, ωραίο και τρυφερό, αποτελεί έναν ευχάριστο αιφνιδιασμό για τον αναγνώστη: μια επιστολή αφημένη σε ένα παγκάκι υποπίπτει στην αντίληψη μιας γυναίκας στελέχους επιχείρησης την ώρα του πρωινού της περιπάτου και ανακαλεί σε αυτήν μια δυσάρεστη εμπειρία των εφηβικών της χρόνων, τότε που έπεσε στα χέρια της μια παραθρησκευτικού περιεχομένου επιστολή που την καλούσε να την αντιγράψει χι φορές και να τη στείλει σε άλλους τόσους χι ανθρώπους, αλλιώς την περίμενε το έρεβος της Κολάσεως, η οποία επιστολή όμως, προϊούσης της αφήγησης, με έναν αναπάντεχο ελιγμό του συγγραφέα γίνεται αφορμή για να ξεκινήσει η μέρα της με ένα χαμόγελο ευτυχίας και αισιοδοξίας που τόσο της λείπουν, όπως και σε πολλούς άλλους ανθρώπους της μίζερης και γκρίζας σύγχρονης καθημερινότητας, γιατί η επιστολή περιέχει απλώς κάποιο ποίημα μιας και είναι η παγκόσμια ημέρα ποίησης!
«Τα κάλαντα του λόρδου» με έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Οι μνήμες της παιδικής ηλικίας βρίσκουν καταφύγιο σε αυτό το διήγημα και η πρώτη απόπειρα του νεαρού αφηγητή να πει τα κάλαντα γίνεται αφορμή για να σκιαγραφήσει με περισσή ευγένεια αλλά και τρυφερότητα δυο απόκληρους της ζωής στο χωριό του, τον μοναχικό και κακό μαθητή Μιχάλακα που δεν τον έκανε κανείς παρέα και τον Λόρδο που – μη σας γελά το όνομά του- δεν πρόκειται για εγγλέζικο τίτλο ευγενείας, αλλά για λογοπαίγνιο από τη λέξη λόρδα, δηλ την πείνα που τον βασάνιζε λόγω της αφόρητης ένδειας του βίου του, να τους σκιαγραφήσει λοιπόν και μέσα από τη λύση που δίνει να τους ενσωματώσει στην κοινωνία του χωριού.
« Η κόκκινη κουβέρτα» διήγημα επίσης βαθιά αυτοβιογραφικό, αποτελεί μια ακόμα πιο προσωπική καταβύθιση στις μνήμες της παιδικής ηλικίας αλλά και έναν φόρο τιμής στον πατέρα, ένα οφειλόμενο μνημόσυνο σε αυτόν. Πιο πολλά είναι τα ανείπωτα παρά τα ειπωμένα σε τούτη την ιστορία,// έτσι όπως επιβάλλουν τα βαριά οικογενειακά μυστικά και οι δύσκολες μέρες που πέρασε τούτος ο τόπος και αυτοί που κυνηγήθηκαν για τις ιδέες τους //κι έτσι όπως ένα παιδί στο έμπα της εφηβείας του καταλαβαίνει, χωρίς να του το πει κανείς, ότι δεν πρέπει να μιλά, πρέπει να προσέχει, να κρύβει και να κρύβεται, να προστατεύει και να προστατεύεται. Η κόκκινη κουβέρτα που ανακαλύπτει ο αφηγητής σε ένα σπηλιάρι έξω από το χωριό και που καταλαβαίνει ότι είναι η κουβέρτα που σκεπαζόταν ο πατέρας όταν εγκατέλειπε το σπίτι και κρυβόταν έξω τα βράδια, γιατί ήταν δύσκολες οι εποχές και ο πατέρας ήταν από την άλλη πλευρά, των ηττημένων και κυνηγημένων, αυτή η κουβέρτα σφράγισε την πορεία του Ν. Ψιλάκη, καθόρισε εν πολλοίς τη ζωή του, τις επιλογές του και αισθάνομαι ότι με το διήγημα ετούτο ο συγγραφέας είναι σαν να λέει: Δεν πειράζει πατέρα, για όλες τις μέρες και ιδίως τις γιορτινές που περάσαμε μόνοι μας, χωρίς την παρουσία σου, καλά έπραξες.
Κοινό στοιχείο όλων των διηγημάτων είναι η ευχάριστη λύση που δίνει στο τέλος, όχι βέβαια με τη λογική του happyend της κινηματογραφικής βιομηχανίας του συρμού, αλλά με την εκείνη της αισιόδοξης στάσης απέναντι στη ζωή και διαισθάνομαι ότι αυτό αποτελούσε επιλογή, που όσο μεγάλωνε και ωρίμαζε και μολονότι δεν ήταν καθόλου αφελής ή επιδερμικός, ίσα ίσα και βαθιά ενημερωμένος ήταν και γι αυτό ανήσυχος και ευφυής ήταν και με εμπειρία ζωής, επιλογή λοιπόν να βλέπει και να προβάλλει την αισιοδοξία της επικράτησης των καλών δυνάμεων και στοιχείων που συνέχουν τον κόσμο.
Το τρίτο και τελευταίο βιβλίο είναι μια ποιητική συλλογή που μας επιτρέπει να δούμε τον Ν. Ψιλάκη και ως ποιητή. Ο Ψιλάκης είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση. Την αγάπη του για την ποίηση την έδειξε ποικιλότροπα. Καταρχάς, για πολλά χρόνια ξεκινούσε κάθε πρωί την εκπομπή του στο ραδιόφωνο με ένα ποίημα. «Στιχοπλόκησε και ο ίδιος από μαθητής ακόμα». Με πόση περηφάνεια και χαρά μικρού παιδιού μιλούσε για τη συνάντησή του με τον Γιάννη Ρίτσο ο οποίος, αφού διάβασε τα ποιήματά του, τον προέτρεψε να συνεχίσει να γράφει. // Σε ηλικία μόλις 19 χρονών τύπωσε και κυκλοφόρησε σε δακτυλογραφημένα – παρακαλώ - αντίτυπα, 120 αν δεν απατώμαι, την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «12 ποιήματα».//Το δώρο του στους αγαπημένους του σε γιορτές και γενέθλια ήταν ένα ποίημα ειδικά γραμμένο γι αυτούς./// Διάβασα τις πρώτες του ποιητικές συλλογές. Ποιήματα άγουρα, με ευαισθησία, με ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό αναντίρρητα, με διάθεση αμφισβήτησης και μια ξεχειλίζουσα επαναστατικότητα, αλλά άγουρα… Όμως, η ανάγνωσή τους με βοήθησε να διακρίνω την ποιητική ωριμότητα που αποπνέουν τα ποιήματα της τελευταίας του Συλλογής, της μετά θάνατον εκδοθείσας με τον τίτλο « Μνήμη Λανθάνουσα Λήθη», έτσι, χωρίς σημείο στίξης, ώστε ο αναγνώστης να δώσει όποια ερμηνεία θέλει: Η μνήμη είναι λανθάνουσα λήθη ή η λανθάνουσα μνήμη είναι λήθη; Ανάμεσα λοιπόν στα ποιήματα της νιότης και σε αυτήν την τελευταία συλλογή αισθάνθηκα ότι έχουν επικαθήσει στρώματα στρώματα) η πλούσια εμπειρία ζωής που αποκόμισε από όλες τις ενασχολήσεις του βίου του με όλες τις νίκες και τις ήττες, β) η σταδιακή μετατόπιση του ανθρώπου Ψιλάκη από την οργή και την αυθάδεια που χαρακτηρίζει τη νιότη στο ήρεμο καταστάλαγμα της ωριμότητας, γ)η ενατένιση της ζωής με βαθιά κατανόηση, δ) η φιλοσοφική ή φιλοσοφημένη θεώρηση του κόσμου, ε) η αυτάρκεια και η πληρότητα του ανθρώπου που ευτύχησε να αγαπήσει και να αγαπηθεί τόσο από τους δικούς του ανθρώπους, όσο και από το κοινό του, στ) η απόφασή του, απόρροια του παραπάνω πιστεύω - να είναι γενναιόδωρος με τους ανθρώπους, στα αισθήματα, στην προσφορά, στον καλό λόγο, στη νουθεσία, στην παραίνεση, στην επιβράβευση κτλ.
Δεν θέλω να κλείσω με τη φράση « Ο Νίκος είχε ακόμη πολλά να δώσει». Έχω πει και άλλη φορά πως μου είναι πολύ δύσκολο να μιλώ για τον Νίκο σε παρελθόντα χρόνο. Είμαι σίγουρη πάντως πως η δύναμη και η ποιότητα του έργου που έχει αφήσει πίσω του θα μας υποχρεώσει σε πολλές και πολυεπίπεδες προσεγγίσεις και αναγνώσεις και επίσης είμαι σίγουρη ότι αυτό θα τον ευχαριστούσε.
Η κ. Μαρία Χαραλαμπάκη είναι Φιλόλογος – Πρόεδρος της Ένωσης Φιλολόγων Ν. Ηρακλείου
*Πρόκειται για την ομιλία της κ. Μαρίας Χαραλαμπάκη στην εκδήλωση Μνήμης και Τιμής προς τον Δημοσιογράφο, Λαογράφο και Λογοτέχνη Νίκο Ψιλάκη.