Το σπίτι που δεν κλείδωνε ποτέ
Θυμάμαι μια εποχή που οι πόρτες των σπιτιών έμεναν ξεκλείδωτες.
Όχι από αφέλεια. Από εμπιστοσύνη.
Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, όπως ανοιχτές ήταν και οι καρδιές των ανθρώπων.
Τα γλέντια άρχιζαν σχεδόν αυθόρμητα, μ’ ένα απλό: «Έλα για ένα κρασί».
Και σιγά σιγά μαζεύονταν οι γείτονες, ο καθένας φέρνοντας ό,τι είχε: λίγες ελιές, λίγες αγκινάρες, λίγο τυρί, κανένα πιάτο φαγητό, μια ρακή. Φτωχικά πράγματα ίσως. Μα αρκετά για να ανάψει το γλέντι, η κουβέντα, το γέλιο.
Τότε τα σπίτια είχαν πάντα κόσμο. Άνθρωποι που περνούσαν για μια «καλημέρα», έναν καφέ, μια κουβέντα, μια συντροφιά. Κανείς δεν χρειαζόταν πρόσκληση για να μπει.
Τα καλοκαιρινά βράδια ανεβαίναμε στα δώματα των σπιτιών για να κοιμηθούμε. Στρώναμε κάτω κουρελούδες και σεντόνια, κι αποκοιμιόμασταν κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Γείτονες, παιδιά, γιαγιάδες, οικογένειες ολόκληρες. Σαν μια μεγάλη παρέα.
Τότε ούτε η νύχτα μάς φόβιζε. Γιατί κοιμόμασταν κάτω από τον ουρανό, μα μέσα στην ασφάλεια των ανθρώπων.
Εκεί γνώρισα πρώτη φορά τον Αποσπερίτη, τη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο, την Πούλια, τον Γαλαξία που έμοιαζε με φωτεινό ποτάμι. Και η γιαγιά μου μού ψιθύριζε πως ήταν ο Ιορδάνης ποταμός. Μου μιλούσε για αστέρια, για μύθους, για ουρανούς που έκρυβαν ιστορίες.
Για τα κουνούπια έκαιγαν αρισμαρί, βασιλικό και λεβάντα, κι οι μυρωδιές τους ανακατεύονταν με τη νύχτα του καλοκαιριού. Τα τζιτζίκια σώπαιναν σιγά σιγά και τη θέση τους έπαιρναν τα τριζόνια. Ακούγονταν πότε πότε βατράχια, καμιά κουκουβάγια, οι ήχοι της νύχτας που τότε μας φαίνονταν οικείοι και φυσικοί. Κι όταν βλέπαμε κάποιο αστέρι να πέφτει, η γιαγιά μου έλεγε πάντα: «Κάνε μια ευχή.» Κι εγώ ποτέ δεν προλάβαινα… και στεναχωριόμουν. Μέχρι που η κουβέντα με τους γείτονες γινόταν όλο και πιο σιγανή, ώσπου μας έπαιρνε ο ύπνος στην αγκαλιά του. Και το πρωί ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια αν κάποιος είχε ροχαλίσει όλη νύχτα.
Τώρα… ζούμε στην εποχή των κλειδωμένων σπιτιών. Με πόρτες ασφαλείας, συναγερμούς και κάμερες. Ίσως γιατί μαζί με τις πόρτες κλειδώσαμε σιγά σιγά και κάτι άλλο: την εμπιστοσύνη, την απλότητα, την ανθρώπινη εγγύτητα. Κι όμως… μερικές νύχτες, όταν κοιτάζω τον ουρανό, νομίζω πως ακόμα ακούω τα τριζόνια εκείνων των καλοκαιριών και τη φωνή της γιαγιάς μου να ψιθυρίζει: «Κάνε μια ευχή…».
Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος
Κεντρική φωτογραφία Λευτέρης Σπανάκης