Το γέλιο, τα κεράσια και ο κόλυμπος...
Ήκουσα λέει ότι σήμερο, είναι «Παγκόσμια Ημέρα Γέλιου».
Δε γατέχω γιάντα τσι κάμανε τσι μέρες ετσά λογιώ... Κάθε μέρα δηλαδή, πρέπει να κάνει κιανείς πράμα διαφορετικό;
Δε λέω, καλά το κάνουνε αφού, άρον άρον, πλιά καλά γατέχουνε αυτοί που το κάνουνε παρά εμένα. Μα, ας είναι.
Θες να σε κάμω να γελάσεις; Γροίκα μου: Δεν είναι δα και πολλά χρόνια, μια δεκαριά πάνω κάτω, που η περασά μου μ’ έβγαλε από το Απάνω Κεφαλοβρύσι. Δε θυμούμαι ακριβώς ίντα εγύρευα, μα θαρρώ πως είχα πάει στη Φλέγα τσ’ Αγιάς Μαρίνας, μιας κι ήτονε η χρονιά καλή κι ήθελα να καμαρώσω το νερό που ποτίζει δεντρά, ωζά κι αθρώπους στο τόπο μου.
Στο κατεβασμό, ανεριάστηκα (είδα με την άκρη του ματιού μου) μια κερασιά, με μαύρα κεράσια που άτιμος είμαι, α’ δεν ήτονε σαν τ’ αυγά τση όρνιθας! Είπα να κόψω μερικά να τα βαστώ τω κοπελιώ, να μου κάμουνε τη χαρά. Εκάτεχα βέβαια πως, ο ιδιοκτήτης είχε ποθάνει και οι κληρονόμοι του, ελείπανε και πριν από τον Αύγουστο δεν ήθελα να ’ρθουνε. Οπότε τα πουλιά του Θεού ήθελ’ α-τα φάνε κι οι σκουλίκοι. Έλα σου όμως, που ήτονε η παντέρμη ψηλή και δε τα ’φτανα...
Μα εν τω μεταξύ, δίπλα ακριβώς, στο μισό μέτρο, ήτονε κι ένας πλάτανος και συνορίζουντονε το ’να δεντρό τ’ αλλού, ποιο θα φτάξει πρώτο τον ήλιο! Και σκέφτηκα που λες, να βγω στο πλάτανο κι από ’κεια να τσιτώσω τη χέρα μου κι ό,τι φτάξω.
Και βγαίνω στη πρώτη διχάλα και θωρώ ένα κλαδί ολόξερο και βάνω με το νου μου: «Ανέ στηριχτώ σε κειονέ το κλαδί, θα σπάσει και θα πάω κάτω». Και κάνω ετσέ τη χέρα μου και... στηρίζομαι σ’ εκειονά το κλαδί. Και σπα και πάω κάτω!
Ευτυχώς, δεν ήμουνε πολλά ψηλά βγαρμένος! Κι ακόμη πιο ευτυχώς, που στη ρίζα του πλατάνου είχε... μια κολύμπα (ένα λάκκο γεμάτο νερό) και πέφτω μέσα! Σε δευτερόλεπτα παίζω σάλτο και σηκώνομαι και ξανοίγω γύρω γύρω κι ό,τι ώρα είδα πως, μούδε βάρηκα, μούδε κιανείς δε με θώρειε να ξεγιβεντιστώ... εγύρισα κι εκάτσα στη ρίζα του και ντάκαρα τα γέλια... Φαντάσου με ’δα... ολόγρο, ολολάσπωτο, χωρίς κεράσια και να γελώ συντουνούς μου...(αμοναχός μου). Αν ήσουνε από κοντά, ήθελ’ α-πεις πως: «εκουζουλάθηκε μωρέ κειοσές». (Αφού δεν εσβολώθηκα...).
Πάντως για την ιστορία...
Τα κεράσια, τελικά τα φάγανε οι σκουλίκοι και τα πουλιά. Και την άλλη χρονιά, ο πλάτανος την είχε ξεράνει και πολύ το χάρηκα!, γιατί θαρρώ πως "την εκδικήθηκε για μένα"....