Οι Κυριακές είναι οι άνθρωποι
Γράφει η Άννα Μηλιαρά*
Το σπίτι μύριζε Κυριακή Κάποτε. Η Κυριακή είχε μυρωδιά. Δεν ήταν απλώς μια μέρα της εβδομάδας. Ήταν κάτι που το ένιωθες από το πρωί. Ήταν οι μυρωδάτοι λεμονανθοί, το άρωμα της τριανταφυλλιάς, το χαμομήλι. Ήταν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα για την εκκλησία. Ήταν το φαγητό που σιγόβραζε στην κατσαρόλα. Ήταν το τραπέζι που ετοιμαζόταν από νωρίς. Ήταν οι φωνές στο σπίτι, λίγο πιο ήρεμες, λίγο πιο... "γεμάτες".
Ήταν η μάνα. Με μια ποδιά δεμένη στη μέση, να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, να δοκιμάζει, να διορθώνει, να φροντίζει. Και πριν ακόμα στρωθεί το τραπέζι, πάντα θα γέμιζε ένα πιάτο: «Πήγαινέ το στη γιαγιά» ή «δώσ’ το στη γειτόνισσα».
Το «σκουτελικό».
Μια κίνηση απλή. Κι όμως, γεμάτη αγάπη.
Κι ήταν κι ο πατέρας. Μερακλής, όπως κι εκείνη. Να ανοίγει το ραδιόφωνο και να αφήνει να ακουστεί η φωνή του Νίκου Ξυλούρη, του Κώστα Μουντάκη και του Θανάση Σκορδαλού. Κι εκεί, ανάμεσα σε μυρωδιές και ήχους, να μπλέκονται τα βήματα με το συναίσθημα.
Να χορεύουν. Να γελούν. Να ζουν. Και το τραπέζι… Δεν άρχιζε ποτέ αν δεν ήμασταν όλοι εκεί. Ήταν κανόνας. Ήταν σεβασμός. Ήταν αγάπη. Τότε δεν τα σκεφτόμασταν. Ήταν δεδομένα. Σήμερα, μοιάζουν πολύτιμα.
Γιατί τα σπίτια δεν μυρίζουν πάντα πια Κυριακή. Οι ρυθμοί άλλαξαν. Οι άνθρωποι βιάζονται. Τα τραπέζια μικραίνουν. Οι στιγμές λιγοστεύουν. Κι όμως, κάπου μέσα μας, αυτή η μυρωδιά μένει. Σαν μνήμη. Σαν παρηγοριά. Σαν κάτι που μας κρατά. Ίσως τελικά, η Κυριακή να μην ήταν η μέρα. Ήταν οι άνθρωποι. Ήταν η παρουσία. Ήταν η αγάπη που δεν λεγόταν, αλλά φαινόταν. Και όσο κι αν αλλάζουν τα χρόνια, εκείνη η αίσθηση δεν χάνεται. Μένει μέσα μας. Σαν ένα σπίτι που, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, κρατά ακόμα μέσα του τη ζεστασιά εκείνων των Κυριακών. Και θα μυρίζει για πάντα… αγάπη.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος