Έλα, τώρα... είσαι μαζί μου
(Αφιερωμένο στους πατεράδες που αγάπησαν περισσότερο απ’ όσο μίλησαν).
Με αφορμή τη Γιορτή του Πατέρα, η μνήμη γυρίζει χρόνια πίσω. Τότε που ήμουν παιδί και στεκόμουν μπροστά στον πατέρα μου για να του απαγγείλω ένα ποίημα που είχα μάθει στο σχολείο. «Ο χρυσός μου ο μπαμπάκας...».
Δεν θυμάμαι αν το έλεγα σωστά ή αν ξεχνούσα στίχους από την αγωνία μου. Θυμάμαι όμως το χαμόγελό του. Ένα χαμόγελο ντροπαλό, λιγομίλητο, όπως ήταν κι ο ίδιος. Κι όταν τελείωνα την απαγγελία, έτρεχα να τον αγκαλιάσω και να του δώσω ένα φιλί.
Ύστερα ερχόταν η σειρά του. Το δικό του φιλί ήταν ήσυχο και τρυφερό. Σαν πνοή του ανέμου. Οι πατεράδες εκείνης της γενιάς δεν ήταν άνθρωποι των μεγάλων λόγων. Δεν έλεγαν εύκολα «σ’ αγαπώ». Η αγάπη τους κρυβόταν αλλού. Στο ξύπνημα πριν ακόμη φέξει. Στα κουρασμένα χέρια που γύριζαν από το μεροκάματο. Στη σιωπηλή παρουσία τους μέσα στο σπίτι. Σκύβοντας πάνω από το παιδί τους πριν φύγουν για τη δουλειά, αφήνοντας δυο φιλιά στο μέτωπο. Θυμάμαι να κάθομαι στα πόδια του και να γυρίζω το κεφαλάκι μου στο στήθος του. Δεν ξέρω αν άκουγα πραγματικά τους χτύπους της καρδιάς του ή αν προσπαθούσα να ακούσω όλα εκείνα που δεν έλεγε με λόγια. Γιατί οι πατεράδες τότε αγαπούσαν διαφορετικά.
Με πράξεις.
Με θυσίες.
Με σιωπές γεμάτες νόημα.
Πολλές φορές, όταν έκανα κάποια αταξία και ήξερα πως με περίμενε κατσάδιασμα από τη μάνα μου, δεν γυρνούσα σπίτι. Κρυβόμουν πίσω από τα ξύλα και περίμενα να φανεί εκείνος στον δρόμο. Όσο κι αν με φώναζε η μάνα μου, εγώ δεν εμφανιζόμουν. Μόλις τον έβλεπα να επιστρέφει κουρασμένος από τη δουλειά, έτρεχα και του έπιανα το χέρι. Και ξαφνικά ένιωθα ασφαλής. Σαν να μην μπορούσε τίποτα κακό να μου συμβεί.
Με κοίταζε μειδιώντας και με ρωτούσε: «Τι έκανες πάλι στη μάνα σου»;
Κι εγώ χαμήλωνα το κεφάλι. Πριν όμως προλάβω να απολογηθώ, συμπλήρωνε: « Έλα τώρα... είσαι μαζί μου». Και μόνο αυτά τα λόγια αρκούσαν για να διώξουν κάθε φόβο. Τότε, σαν μικρό αντάλλαγμα για την καλοσύνη του, τον ρωτούσα: «Μπαμπά, να σου κάνω καφέ»; Κι εκείνος γελούσε.

Δεν θυμάμαι να μου είπε ποτέ «μπράβο». Η γενιά του δεν είχε μάθει να εκφράζεται έτσι. Θυμάμαι όμως το βλέμμα του όταν έπαιρνα έναν καλό βαθμό, όταν έλεγα ένα ποίημα στη σχολική γιορτή ή όταν κατάφερνα κάτι που με δυσκόλευε. Κι εκείνο το βλέμμα άξιζε περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν χρειαζόταν πολλά. Ούτε δώρα. Ούτε γιορτές. Ούτε μεγάλες κουβέντες. Η ευτυχία κρυβόταν στις μικρές καθημερινές στιγμές. Στην αγκαλιά του. Στη μυρωδιά από τον ιδρώτα και το μεροκάματο. Στο χέρι που κρατούσε το δικό μου. Στην ασφάλεια που ένιωθα κάθε φορά που περπατούσα δίπλα του.
Σήμερα, που τα χρόνια πέρασαν, καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που με μεγάλωσε. Ήταν το στήριγμα του σπιτιού. Η ήρεμη δύναμη. Η σκιά που στεκόταν διακριτικά πίσω μας για να μπορούμε εμείς να προχωράμε μπροστά. Και ίσως τελικά η αγάπη του πατέρα να μην περιγράφεται εύκολα με λόγια.
Τη νιώθεις.
Τη θυμάσαι.
Την κουβαλάς μέσα σου μια ζωή.
Όπως κουβαλώ ακόμη εκείνο το φιλί.
Το δικό του φιλί.
Που έμοιαζε με πνοή του ανέμου.
Κι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πως ο πατέρας μου δεν μου άφησε πλούτη. Μου άφησε κάτι πολυτιμότερο. Την αίσθηση πως κάποτε υπήρξε ένα χέρι που κρατούσε το δικό μου με τόση δύναμη, ώστε ακόμη και σήμερα, όταν η ζωή δυσκολεύει, μπορώ να το νιώσω μέσα στην καρδιά μου. «Τι μεγάλη ευτυχία, μες στον κόσμο είναι αυτή! Η αγάπη του πατέρα, με τι λόγια να γραφτεί»;
Φωτογραφία κειμένου: Φωτογραφικό Αρχείο Άννας Μηλιαρά: Ο πατέρας Βασίλης Μηλιαράς και η Άννα Μηλιαρά.
* Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος