Ο Χρήστος, ο χορευτής
Αρχές Απριλίου μπήκαμε στο λιμάνι του Χάλιφαξ στον Καναδά και το βρήκαμε ακόμα χιονισμένο και με αρκετό κρύο.
Θα φορτώναμε πλήρες φορτίο, τσουβαλάτο αλεύρι, για την Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Φορτίο ωραίο, γιατί είναι καθαρό, ασφαλές, γιατί δεν μετακινείται με τη φουρτούνα, και απαιτείται αρκετός χρόνος φόρτωσης- εκφόρτωσης, που σημαίνει τουλάχιστον είκοσι μέρες παραμονή στο Χάλιφαξ κι άλλες τόσες στη Καζαμπλάνκα.
Ο μόνος που γκρίνιαξε ήταν ο Πλοίαρχος. «Καλό ταξίδι παιδιά, αλλά να δούμε πώς θα κροσάρομε τον Ατλαντικό αυτή την εποχή που είναι γεμάτος παγόβουνα». Κατά βάθος όμως ήτανε κι αυτός ευχαριστημένος, γιατί στο κάτω – κάτω η Καζαμπλάνκα δεν είναι ούτε Ινδία ούτε Πακιστάν. Σχεδόν Μεσόγειος, κοντά η Ελλάδα, θα γίνει και αλλαγή πληρώματος, θα φύγουν όσοι έχουν κλείσει δωδεκάμηνο, και θα ‘ρθουν καινούργιοι. Άρχισαν λοιπόν να φορτώνουν το αλεύρι οι λιμενεργάτες. Χιλιάδες τσουβάλια καθημερινά μπαίνανε στο πλοίο και στο τέλος της τρίτης εβδομάδας μπήκε και η τελευταία σαμπανιά (τελευταία τσουβάλια). Γεμάτα και τα πέντε αμπάρια, κλείστηκαν ερμητικά από το πλήρωμα, τα μπίμνια, οι ξύλινες μπουκαπόρτες, τρείς μουσαμάδες για κάθε στόμιο, ασφάλειες, σφήνες, σπατσαμέντο κανονικό (προετοιμασία πλοίου για ταξίδι στον ωκεανό) σε βαρύ τζενερελάδικο βαπόρι (πλοίο παντός φορτίου). Στάντ μπάι το πλήρωμα πλώρα-πρύμα, πλοηγός, ρυμουλκά, και σε λίγες ώρες να ‘μαστε έξω από το λιμάνι, στον Ατλαντικό Ωκεανό με νοτιοανατολικές πορείες. Tο ταξίδι θα διαρκέσει-πρώτα ο Θεός-δέκα περίπου ημέρες αν ο καιρός είναι καλός. «Μαζί με δυο ναύτες θ’ αναλάβεις την βάρδια 12-4», μου ανακοίνωσε ο υποπλοίαρχος. Πέντε λεπτά πριν τα μεσάνυχτα ανέβηκα στη γέφυρα. Παρέλαβα στίγμα και πορεία, και άρχισα να σιγοπίνω τον καφέ που μου έφεραν οι ναύτες της βάρδιας μου. Ο καιρός δεν ήταν καλός. Βόρειοι άνεμοι εντάσεως 7-8 μποφόρ, αλλά ο κυματισμός ήταν δευτερόπρυμα από την πίσω αριστερή πλευρά και δεν μας απασχολούσε καθόλου. Το κρύο όμως ήταν τσουχτερό και έριχνε χιονόνερο. Την επομένη, οι ίδιες συνθήκες και το μόνο που προσέχαμε πια, ήταν μην βρεθούμε μπροστά σε κανένα παγόβουνο. Τα ραντάρ σε διαρκή λειτουργία, αν και τα παγόβουνα δεν δίνουν στόχο στην οθόνη. Κάθε μισή ώρα τσεκάραμε την θερμοκρασία της θάλασσας, μην παρουσιάσει καμιά απότομη αλλαγή προς τα κάτω. Και κυρίως τα μάτια μας ανοιχτά. Αυτά μας τόνισε ο Πλοίαρχος, ο οποίος από υπερδιέγερση και ανησυχία κάθε τόσο μπαινόβγαινε στη γέφυρα. Την τρίτη νύχτα του ταξιδιού, περίπου δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα: «Φώς μπροστά δεξιά» φώναξε δυνατά ο ναύτης-οπτήρας. Πράγματι ένα φως αναβόσβηνε μπροστά μας δεξιά. Φάρος να ήταν αποκλείεται. Η πλησιέστερη ακτή είναι το New Fauland, περίπου 600 μίλια βόρεια. Αλλά αμέσως διαπίστωσα ότι πρόκειται για σήματα MORS, κλήση από κάποιο άλλο πλεούμενο. Ανταποκρίθηκα αμέσως με τον Altis (ειδικός προβολέας για σήματα μορς) και συνεννοηθήκαμε. Επρόκειτο για ένα μεσαίο ιστιοφόρο μ’ ένα και μοναδικό επιβάτη που ξεκίνησε από Σαουθάμπτον της Αγγλίας για Καναδά και του είχε χαλάσει ο ασύρματος. Δεν ήθελε κάποια βοήθεια, ούτε τρόφιμα ούτε νερό. Δεν γνώριζε όμως που βρισκόταν και ήθελε να του πω το στίγμα του. Αφού τον κατατόπισα, μου έδωσε ένα αριθμό τηλεφώνου στην Αγγλία και με παρακάλεσε να ειδοποιήσω τη γυναίκα του ότι ήταν καλά και ότι συνέχιζε το ταξίδι του προς τον Καναδά. Έκανα τον σταυρό μου. Θεέ και κύριε. Ένας άνθρωπος ολομόναχος στη μέση του φουρτουνιασμένου ωκεανού, πάνω σε ένα καρυδότσουφλο! Και η γυναίκα του να αρκείται σε ένα τηλεφώνημα; Συνεχίσαμε το ταξίδι μας χωρίς κανένα απρόοπτο, μια και ο καιρός μέρα με τη μέρα που κατεβαίναμε νοτιότερα καλυτέρευε. Κάποτε φθάσαμε στην Καζαμπλάνκα και χωρίς καμιά καθυστέρηση επιβιβάσθηκε ο πλοηγός και μας οδήγησε σε κάποια προβλήτα του λιμανιού, πολύ κοντά στην πόλη. Την επομένη άρχισε η εκφόρτωση με πολύ αργούς ρυθμούς, μια και οι λιμενεργάτες δούλευαν μόνο τη ημέρα. Το μισό περίπου πλήρωμα ξεμπαρκάρισε και έφυγε για την Ελλάδα. Την επομένη ήλθαν οι αντικαταστάτες τους. Τα νερά του λιμανιού, λόγω της παλίρροιας, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ανά εξάωρο κατά πέντε μέτρα, με αποτέλεσμα το πλήρωμα να είναι συνεχώς στο πόδι, με το να βιράρει και να λασκάρει κάθε τόσο τούς κάβους προσδέσεως και την πλευρική σκάλα του πλοίου. Τη δεύτερη νύχτα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ήλθε ο Πλοίαρχος, συνοδεύοντας δύο κορίτσια, Ελληνίδες, και ένα νεαρό Έλληνα. Έδωσε εντολή να ξυπνήσει ο καμαρότος να ετοιμάσει ισάριθμες καμπίνες και κάτι πρόχειρο για φαγητό. Έγιναν όλα αυτά και σε λίγο όλοι τους αποσύρθηκαν για ύπνο. Κατά τις τέσσερις το πρωί, και ενώ τρώγαμε το νυχτερινό φαγητό που είχαμε ετοιμάσει, μπαίνει μέσα στην τραπεζαρία ο νυχτερινός επισκέπτης. «Γεια σας παιδιά. Είμαι ο Χρήστος, μπορώ να καθίσω μαζί σας; Από συνήθεια δεν μπορώ να κοιμηθώ τόσο νωρίς. Θα σας κάνω λίγο παρέα και θα κοιμηθώ μόλις ξημερώσει», μας είπε. Του προσφέραμε καρέκλα και πιάτο και αρχίσαμε την κουβέντα. Πρώτος χορευτής κλασικού χορού και μπαλέτου στο Copa Cambana της Καζαμπλάνκας. Μαζί με τα δύο κορίτσια την Άννα και την Ντόλλυ αποτελούσαν το καλύτερο χορευτικό συγκρότημα της Γαλλόφωνης δυτικής Αφρικής. Ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ ήταν Εβραίος και λόγω του πολέμου των έξι ημερών μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου, σταμάτησε να τους πληρώνει. Για ένα μήνα δεν τους είχε δώσει ούτε δολάριο και δεν είχαν να πληρώσουν το ξενοδοχείο τους. Αυτή την κατάσταση περιέγραψαν στον πλοίαρχο χθες βράδυ που τον γνώρισαν, γι’ αυτό και τους κάλεσε στο πλοίο να τους προσφέρει στέγη και τροφή για όσο διάστημα μείνει το πλοίο στην Καζαπλάνκα. Έτσι προστέθηκαν στην παρέα μας ο Χρήστος με τις δύο κοπέλες. Κάθε πρωί κατά τις τέσσερις ο ναύτης βατσιμάνης (νυχτερινή βάρδια στο λιμάνι), ο ανθυποπλοίαρχος και ο λαδάς της μηχανής, ετοίμαζαν μια τεράστια ομελέτα, λουκάνικα, αυγά βραστά, μπέικον σαλάμια τυριά, σαλάτα και μπύρες στη κατάψυξη. Εκείνη την ώρα κατέφθαναν και οι τρείς φιλοξενούμενοι. Ενθουσιάστηκαν από το πρώτο πρωινό που φάγαμε μαζί και έκτοτε δεν έλειψαν ποτέ. Από τις πρώτες ημέρες γίναμε φίλοι, μας εμπιστεύθηκαν τα μυστικά και τα προβλήματά τους. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε, όταν κάποτε τους ρώτησα εάν το μετάνιωσαν που έγιναν χορευτές. Μου δήλωσαν και οι τρείς ότι, όχι μόνο δεν το μετάνιωσαν, αλλά εάν ήταν ξανά δεκαπέντε χρονών, πάλι χορευτές θα γινόντουσαν. Τριανταπέντε ημέρες φιλοξενήθηκαν ο Χρήστος κι οι κοπέλες και όταν το πλοίο έφυγε για Κίνα, τα δάκρυά τους ήταν πραγματικά. Ο Πλοίαρχος έδωσε εντολή στον δόκιμο να σφυρίξει με την σειρήνα τρείς μακριές και μια βραχεία, το σφύριγμα του χαιρετισμού. Αυτά γίνανε το 1967. Πέρασαν χρόνια, και το 1973 ξεφορτώναμε γενικό φορτίο στο λιμάνι Αμπιτζάν της δυτικής Αφρικής. Υποπλοίαρχος εγώ πια, το δεύτερο βράδυ παρέα με τον Β’ μηχανικό βγήκαμε έξω να δούμε την πόλη. Μας τράβηξε η Ελληνική επιγραφή «Ακρόπολις», που είχε κάποιο καμπαρέ και μπήκαμε μέσα. Κατά τις έντεκα άρχισε η μουσική, και μετά από λίγο ανέβηκε στο πλατό ένα ζευγάρι και άρχισαν να χορεύουν. Ξαφνικά ο χορευτής σταματάει τον χορό, με ένα πήδημα κατεβαίνει, και τρέχει στο τραπέζι μας και μ’ αγκαλιάζει.
-Καπετάν Μιχάλη ο Χρήστος είμαι. Με θυμάσαι στη Καζαμπλάνκα;
-Μα και βέβαια σε θυμάμαι Χρήστο. Πως βρέθηκες εδώ;
-Θα στα πω αργότερα. Πάω να βάλω κανένα ρούχο, να πάρω την Άννα γιατί η Ντόλλυ δεν είναι πια μαζί μας και θα πάμε για φαγητό. Τα τραπέζια θα τα κάνω εγώ αυτή τη φορά, να ανταποδώσω μερικά της Καζαμπλάνκας. Επί μία εβδομάδα ο Χρήστος και η Άννα περνούσαν καθημερινά από το πλοίο με ένα μικρό αυτοκίνητο και με έπαιρναν. Με πήγαν παντού. Είδα όλη τη χώρα. Μέχρι και σε κάποιο κοντινό μονοήμερο σαφάρι κλείσανε συμμετοχή για να μ’ ευχαριστήσουν. Κάθε βράδυ πρώτο τραπέζι στο «Ακρόπολις». Όταν τελείωσαν τα φορτοξεφορτώματα του καραβιού, θα φεύγαμε στις 12.00 για βόρεια Ευρώπη, με πρώτο λιμάνι το Άμστερνταμ. Είχα ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια σε αυτό το πλοίο και θα ξεμπαρκάριζα να ξεκουραστώ, πράγμα που το είχα πει στον Χρήστο. Δύο ώρες πριν τον απόπλου, ήλθαν με την Άννα να με χαιρετήσουν. Μου ζήτησαν να πάμε στο γραφείο μου, και αφού βρεθήκαμε μόνοι, ανοίγουν μια τσάντα και βάζουν επάνω στο τραπέζι ένα ολόκληρο θησαυρό! Χρυσαφικά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ένα ολόχρυσο ρολόι Βαλερί Κωνσταντίν, δυο περιδέραια, βραχιόλια, χρυσούς σταυρούς και τρία διαμαντένια μονόπετρα. «Μιχάλη αυτά θα σου τα εμπιστευτούμε να τα πας στην Ελλάδα. Μια που ξεμπαρκάρεις τώρα, πάρτα να τα πας στους γονείς μου. Τούς έχω ήδη ενημερώσει και σε περιμένουν. Είσαι η μοναδική μας ευκαιρία, γιατί εδώ σε αυτή τη χώρα επίκειται επανάσταση των μαύρων εναντίον των λευκών, και αλίμονό μας. Ήδη στους λευκούς που φεύγουν δεν τους επιτρέπουν να πάρουν τίποτα μαζί τους, λεηλατούν τα σπίτια τους κι ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν σου τα είπα για να μην σε φοβίσω». Είχα πολλές αντιρρήσεις, αλλά ο Χρήστος και η Άννα ήταν ανένδοτοι και τέλος με έπεισαν με τα επιχειρήματά τους. Δάκρυα αποχαιρετισμού όταν έφυγε το πλοίο το μεσημέρι κι ο Χρήστος με την Άννα μείνανε στην προβλήτα μέχρι που μπορούσα να τους διακρίνω. Σ’ όλο το ταξίδι μέχρι το Άμστερνταμ σκεφτόμουν τα χρυσαφικά μέσα στο συρτάρι μου, και την μεγάλη ευθύνη που είχα να τα μεταφέρω στην Αθήνα, να τα παραδώσω στους δικαιούχους. Ευτυχώς δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα, ούτε με τα τελωνεία, όπως φοβόμουνα. Τα έφερα στη Αθήνα και την επομένη της άφιξής μου τα πήρα και μαζί με τον αδελφό μου κατεβήκαμε στο Κορυδαλλό. Βρήκαμε την διεύθυνση και μας υποδέχτηκε ένα ζευγάρι άνω των ογδόντα ετών, οι γονείς του Χρήστου όπως μας είπαν. Παρέδωσα τα χρυσαφικά και το βάρος έφυγε από πάνω μου. Μετά από λίγες ημέρες δέχτηκα ευχαριστήριο τηλεφώνημα από τον Χρήστο. Μου είπε ότι τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο, θέλουν να φύγουν μα δεν μπορούν και ότι έκαναν λάθος που δεν μου ζήτησαν να τους κρύψω στο πλοίο να τους πάρω μαζί μου. Από τότε δεν είχα ποτέ κανένα νέο από το Χρήστο και την Άννα. Έφυγα ταξίδι με άλλο πλοίο και μετά από δύο χρόνια που επέστρεψα, πήγα στον Κορυδαλλό να ρωτήσω τους γονείς του. Στη θέση της μονοκατοικίας βρήκα μια πολυκατοικία. Το όνομα και το επίθετο του Χρήστου εντελώς άγνωστα. Νομίζω ότι εάν ζούσαν ο Χρήστος και η Άννα, θα έβρισκαν κάποιο τρόπο να επικοινωνήσουν μαζί μου. Και επειδή δεν το έκαναν μέχρι τώρα, ίσως… είναι κι εκείνοι θύματα της επανάστασης…