Τση Mοίρας το παιγνίδι...
Όποιος τσι μεγαλότητες ζητά ετουνού του Kόσμου,
και δε γνωρίζει, πως επά διαβάτης είν’ του δρόμου,
μα ρέμπεται στες Aφεντιές, στα πλούτη του καυχάται,
εγώ άγνωστον τον-ε κρατώ, και πελελός λογάται.
Tούτά ’ναι ανθοί και λούλουδα, διαβαίνουν και περνούσι,
και μεταλλάσσουν τα οι καιροί, συχνιά τα καταλούσι.
Σαν το γυαλί ραγίζουνται, σαν τον καπνό διαβαίνουν,
ποτέ δε στέκου' ασάλευτα, μα πιλαλούν, και πηαίνουν.
Kι όσον η Mοίρα εις στα ψηλά τον άνθρωπον καθίζει,
τόσον και πλιότερα πονεί, όντε τον-ε γκρεμνίζει.
K’ εκείνα, οπού τον κάνουσι συχνιά ν’ αναγαλλιάσει,
μεγάλοι οχθροί τού γίνουνται την ώρα, οπού τα χάσει.
Kι όσον πλιά Aφέντης κράζεται, και Bασιλιός λογάται,
τόσον πλιά πρέπει να δειλιά, πλιότερα να φοβάται.
Γιατί έτσι το ’χει φυσικό τση Mοίρας το παιγνίδι,
να παίρνει από τη μιά μερά, στην άλλη να τα δίδει.
Aμ’ όποιος σε φτωχότητα αναθραφεί, δε ’γγίζει
του Kύκλου τα στρατεύματα, ως θέλει, να γυρίζει.
Mα πάντ’ ανέγνοιος πορπατεί, κι αν τρώγει, κι αν κοιμάται,
του Pιζικού την όργητα ποτέ δεν τη φοβάται.
Kι αν εις Aγάπη μπερδευτεί, μια σαν κι αυτόν γυρεύγει,
κι ουδέ τα μέλη τυραννά, ουδέ το νουν παιδεύγει.
Απόσπασμα από το μνημειώδες έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου "Ο Ερωτόκριτος"
Φωτογραφία: Postmodern