Πεθυμιά
Ξημέρωσε, ο ουρανός το φως του το ξοδιάζει
κι ο ζευγολάτης στ' άροτρο τη γη βαθιά χαράζει
βιάζεται ο σπόρος να φανεί ν´ ανθίσει το βλαστάρι
να βγάλει άνθη και κλωνιά στου κόσμου το πορτάρι
να 'ρθει η σταγόνα να το βρει κι η δροσουλιά τση δύσης
ν' αναντρανίσει η γι ομορφιά και η χαρά τση χτίσης
Πέφτει ο ίδρος του ζευγά στο μυρωμένο χώμα
κι ανθεί η γή στ´ αέρινο του ουρανού το χρώμα.
Γη μου, πλανεύτρα που κεντάς τση καθ´ αυγής το γιόμα
δώσε στο νου τη Λευτεριά κι ατσάλωσε το σώμα
Κοντεύει να 'ρθει Άνοιξη κι η γι' ομορφιά ν' ανθίσει
τ' άδικο τούτου του ντουνιά στη νύχτα να ´ξορίσει.
Με τον ιδρώτα του φτωχού, το Δίκιο του εργάτη
γίνεται ο σπόρος όνειρο κι η πεθυμιά μας Άτι.
Ηρακλής Αντωνογιαννάκης
*Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή την επίσκεψη του ποιητή στο φράγμα της Πλακιώτισσας (Φωτογραφία)