«Οι χούρδες κι οι ανάλουστες την έχουνε τη μοίρα»
Κείμενο-Φωτογραφία: Άννα Τακάκη-Μαρκάκη*
-Α, που να μην αβασκαθείς Αγγελικώ! Μη φοβάσαι και δε σε ματιάζομε!...
Είχανε να το λένε νιοι και γέροι για τούτηνά τη συνήθειά τση κοπελιάς να σταυροκοπιέται κάθε που επέρνα κι εκωλοπάνιζε με τη μακρά τζη φουστάνα από την πλατέα του χωριού.
Μα τούτη η μελεμενιά το’χε, μαθές, κακό παρατήρημα. Όποτε επέρνα μπροστά από κόσμο εστραβοπάτειε κι εσολάσκερνε χάμαι. Για ο διάολος τo’κανε κι εσκόνταφτε, για κανα πετραδάκι τση στράβωνε τον πόδα. Θες η αφηρημάδα, θες η βιασύνη τζη, θες το κακό μάτι των ασερνικώ, απού ’πεφτε καρφί απάνω τζη… Α, όλα κι όλα! Η Αγγελικώ επίστευγε στο κακό μάτι. Για παν ενδεχόμενο, κάθε που πόριζε από την πόρτα του σπιτιού ντως ήβανε ένα κομματάκι παξιμάδι στην τσέπη. Ανέ δεν είχε τσέπη το’μπηχνε στη μακρά τζη πλεξούδα, που την ήκανε οπίσω ένα κότσο, να φανεί η αρχοντιά τζη.
Μελαχρινή σαν μελανούρι, μαυρομάτα και γαϊτανοφρύδα, μακροπόδα και ψηλοκάπουλη, μεγαλοβύζα, μα αδύνατη ήτανε η Αγγελικώ. Με δυο ασκελιές εγινότανε σίφουνας α’δεν εσολάσκερνε χάμαι.
Προκομμένη κοπελιά, μα ολίγον ως πολύ τσαπατσούλα. Όλα ήθελε να τα ξετελεύγει εν τω άμα και το θάμα. Ακόμη και άμα ήτρωε εκατάπινε τσι μπουκιές αμάσητες από το ζόρε τζη. Λαίμαργη, φαγού, αχόρταγη την ήλεγες άμα τηνε θώγειες να βαστά το πιρούνι, γή το κουτάλι, μα ξύγκι δεν ήβανε απάνω τζη. Ποτέ δεν ήτρωε και να μην λαντουρίσει με λάδια το φουστάνι τζη. Η μάνα τζη την ήλεγε λαδοπάνα.
-Πιάσε ωρή λαδοπάνα να πλύνεις το φουστάνι σου, απού ’χεις κάνει τσι πεντόλιρες κολαϊνα !
Μα εκείνη ήδειχνε να μην ταραχίζεται.
-Άσε με, μάνα, και βγιάζομαι να ποξεφάνω την πατανία μου!
-Πιάσε, ωρή Αγγελικώ, και κόψε τα νύχια των ποδιώ σου, μόνο’ναι σαν τσι βιτσίλες!
-Μάνα, άκρα τόπου είναι, ποιος δα με ξανοίγει στα πόδια; Φεύγω δα να πα ν’ανοίξω τα πανιά του μύλου, να βγάλει νερό να ποτίσω τσι ντοματιές. Δεν είδες ότι θέλουνε πότισμα;
-Ποιος, μωρή, δα ρθει να σου ζητήξει προξενιά; Κοτζάμ κοπελιά πρέπει να ’σαι ποσιναμένη, και με τα καθημερνά σου και με τα σκολινά σου, να ποφαίνεσαι απ’ άτα κάτω που περνάς από την πιάτσα και σε θωρούνε οι νεαροί. Πώς, μπρε, να σε θαμάσουνε; Με το λαδοφούστανο αυτονά και με το σιγλί που μου πας ολοένα και ταίζεις τσι χοίρους; Να πας στση μοδίστρας ταϋτέρου, να σου ράψει ένα πλια κοντό φουστάνι, να φανούνε τ’ ατζά σου, να φανούνε οι όμορφες γάμπες σου, αλλά να ’ναι και καλοπλυμένες, αλάησε.
-Μάνα, ελόγου σου κι ο κύρης μου μέχρι να σύρετε τον ένα πόδα βρωμεί ο άλλος. Αδέν εξέτρεχα το κηπούλι μας, τσι χοίρους, τσ’ αίγες μας, δε θα’χαμε πράμα να στέσομε το τσικάλι. Κατέχεις πως δεν έχω καιρό μήδε τα πόδια μου να πλύνω, μήδε και να τα ξυρίσω. Οι τρίχες κάνουνε πλεξούδες, μα όποιος θέλει να με δει ας με ξανοίξει από το λαιμό κι απάνω.
-Για σίμωσε επαδά, Αγγελικώ, να σε δω καλά από το λαιμό κι απάνω. Όφου και θαρρώ πως είναι ολοκασίδιαστος! Για να δω, ωρή, και τ’αυτιά σου… ω, εκειέ κυψελίδα την έχουνε! Ας εκάτεχα, γροικάς μπάρε καλά;
-Γροικώωω! μη με κουφαίνεις, μπλιο μάνα, κι άσε με!
-Ε, δε σ’αφήνω, δε σ’αφήνω! γιάντα δηλαδή, ελόγου σου; από πού εξεφύτρωσες; Κοντό, και δε σ’ανάθρεψα με παστρικοσύνη; Ελόγου σου, τίνος δαιμόνου ήμοιασες κι είσαι χούρδα κι ανάποδη; Δε μου το βγάνεις από το μυαλό ότι επήρες τα χούγια τση λαλάς σου τση χουρδαμπούς, τση γρουσούζας. Απού εφόργειε όλο ανάποδα τα ρούχα τζη. Ελόγου σου, μπάρε, τα φορείς ντρέτα, μα δε γατέεις να ντύνεσαι. Είδες, ωρή, τη φιλενάδα σου τη Στερεούλα λούσο; Ξεμπετισμένη, ξεκάρτσωτη, μ’ ένα τιραντέ φουστανάκι, κοντό μέχρι το γόνατο εσολατσάριζε όλο το καλοκαίρι. Κουζουλή τηνε λέγανε, μα επήρε τον καλύτερο γαμπρό! Ελόγου σου ίδια πως είσαι γρα και μου βάνεις τσι μακροφουστάνες αυτεσάς και μου κάνεις κι ένα στρασούδι τα μαλλιά οπίσω να μη φαίνεται η αναπλυσά ντως. Να πας τ’αϋτέρου να ράψεις ένα φουστάνι τσ’ αθρωπιάς. Είντα μου τα φορείς τα μακρά και μου κωλοπανίζεις, καλοκαιριάτικα; Ν’ αφήσεις και μιαολιά ντεκολτέ, να φανεί ο λαιμός σου. Αλλά να ’ναι σκιας καλοπλυμένος. Άσε και τα μπράτσα σου να φανούνε. Είντα μου τα χώνεις με τσι μανίκες;
-Να μη μου τα δει ο ήλιος, μάνα μου. Είμαι απού’μαι μελαχρινή, δα πογενώ σαν το μαυροτσίκαλο άμα μου τα θωρεί ο ήλιος έτσα που γυρίζω τσι κάμπους..
-Πιάσε, μωρή, το γκισούρι, να τρίψεις τα χέρια σου, τα πόδια σου, τα λαιμά σου, μόνο οι κάσες κάνουνε στρώμα. Αφησε και τα μαλλιά σου ελυτά, κοπελιά είσαι.
-Στη δουλειά σου, ελόγου σου μάνα, κι άμα ρθει η ώρα να γυαλίσω σε κιανένα ντεληκανή, θα ντυθώ, θα βαφτώ, θα σαστώ και σα νύφη θα φανώ!
-Αχι, ωρή λαδοπάνα! Κείνησάς τση λαλά σου, τση Θεοκλείας τση λαδομπούσκας, ήμνοιασες, φαίνεται. Μα κείνη η κακομοίρα δεν είχε σαπούνι κι ήβανε αλουσά να πλυθεί. Ελόγου σου το σαπούνι δεν το λείβγεσαι, μήδε και το νερό. Γεμάτο είναι το σαρνίτσι μας, δόξα να’χει ο Θιος! Γιάε δα, Αγγελικώ, την άλλη μέρα, στο μεγάλο πανεγύρι να βάλεις το σκολινό σου φουστάνι, ντα δεν έχεις κι άλλο. Μα να το ξανοίξεις να ’ναι καθαρό, δίχως πεντόλιρες. Να βάλεις και τα καλά σου παπούτσα, να πάμενε στο χορό.
-Ποια παπούτσα; Τα σκολινά μου ετρυπήσανε. Οπροχθές επάτησα πάνω σε μια σκουραφόπετρα. Ας όψεται το κακό μάτι!
-Πού το βρήκες, μαθές το σκουράφι, και πού πήγαινες με τα καλά σου πατούμενα;
-Ανεστορήθηκα πως ήπρεπε να πα μεταδέσω τσ’ αίγες μας στ’ Αρμιά κι ήμουνε στο καφενείο που θ’αρχιζε το γλέντι. Οι άλλες επιάνανε το χορό κι ελόγου μου τα μουντάνια…
Κατακοντίς στο πανεγύρι έρχεται ολοχαριέντιστη η γειτόνισά ντως η Σεβαστή.
-Πού ’στε γειτονοπούλια; Κάνε μου, ωρή Μαρίκα, ένα καβέ να σασε πω τα μαντάτα. Ετά είναι το Αγγελικώ;
-Εκειέ στην πέρα κάμερα φαίνει.
-Γροίκα… ήρθε, λέει, η Αρτεμισία η Αμερικάνα με το γιο τζη, γιατί του γυρεύγει νύφη. Είδε κι απόειδε στην Αμέρικα και τον ήφερε επαδά να τονε παντρέψει απού ’ναι, λέει, φρόνιμες οι κοπελιές και κατέχουνε και τα εθίματά μας. Στο μαχαίρι μέσα του γυρεύγει τη νύφη. Άχι, και κοντό να τ’ αρέσει το Ασπασώ μου;
-Και γιάντα, μαθές, το Ασπασώ σου, γειτόνισσα; Εμένα δηλαδή το Αγγελικώ μου ειντά’χει; Ψηλή, μελαχρινή και νταρντάνα είναι, ψηλοκάπουλη και ορθοβύζα. Εσένα είναι κοντοστούπα, χαμηλοκώλα και ντανταλοβύζα…μα από την τύχη και πέρα δεν έχει. Κιαμιά φορά στραβώνει η παντέρμη.
Σαν ήφυγε η γειτόνισσα πάει στην κάμερα που ήφαινε το Αγγελικώ να τση πει τα νέα.
-Είδες εδά θυγατέρα μου; Όλες οι νυφάδες του χωριού θα ρουβάξουνε να πάρουνε τον πλουσόγαμπρο. Μα έλα σου δα που μια θα διαλέξει. Πιάσε ογλήγορα να ξυρίσεις τα πόδια σου και να πάμε στη μοδίστρα να σου κοντύνει εκεινοδά το εμπριμεδάκι. Ντα, έχεις κι άλλο φουστάνι σκολινό να βάλεις; Να φανούνε οι όμορφες γάμπες σου οντέ δα χορεύγεις, Αγγελικώ μου. Να πιάσεις από κεια χάμαι το γαμπρό, να τονε ξεκουζουλάνεις. Ας πάω να πα σου το πλύνω να ’ναι, μπάρε, καθαρό. Μπακαλού μου δεν το’χεις λαδωμένο;
-Δε θέλω μήδε να το πλύνεις, μήδε και να το κοντύνεις. Πεντακάθαρο είναι, κι ετσά μακρύ μ’αρέσει εμένα. Κουμάντο να κάνεις στον απατό σου, μάνα!
Σαν ήρθε η μέρα του πανεγυριού, όλες οι κοπελιές φουνταλλάξανε κι επήγανε στο μεγάλο χορό. Φουντάλλαξε και το Αγγελικώ με το εμπριμέ κλωσάτο φουστανάκι τζη. Ήβαλε και τα τρυπημένα παπούτσα. Άλλα, πούρι σκολινά δεν είχε. Ήλουσε εντέλει και τα μαλλιά, ήπλεξε την πλεξούδα τζη και την ήκαμε ένα κότσο οπίσω στην κεφαλή τζη κι ήμπηξε μέσα ένα κομματάκι ψωμί για το μάτιασμα. Πιάνει δα ύστερα και κόβγει από τον μπαξέ ντως δυο άσπρα μπουμπουκάκια τρανταφυλλιάς και τση τα βάνει η μάνα τζη στον πλεμμένο κότσο με δυο φουρκέτες. Μαυρομαλλούσα, μελαχρινή και μαυρομάτα με τα άσπρα τζη τριανταφυλλάκια, μια ζωγραφιά ήτανε η κεφαλή τζη! Μ’ αλίμονο και τηνε ξάνοιγε κιανείς από το λαιμό και κάτω. Το φουστάνι τζη ήτανε ολόστυφο από τα μούρνα, που την άλλη φορά δεν εκρατήθηκε κι εκάτσε κάτω από τη μουρνιά κι ήτρωε φουνταλλαμένη, πριχού να πάει την τσάρκα τζη. Ευτυχώς, τάξε, που’τανε εμπριμέ και δε πολυφαινότανε. Είχε και κάμποσες παλιές λαδιές…ας είναι δα. Με λερωμένο το φουστάνι και τρυπημένο το ένα παπούτσι, ήπιασε στο χορό η Αγγελικώ. Μα εκείνη δεν εχαμπάριαζε. Εχόρευγε με αέρα και νάζι μαζί μα τσ’ άλλες περιποιημένες και φουνταλλαμένες κοπελιές.
Η Αμερικάνα με το γιο τζη καθότανε πρώτη θέση και παρατηρούσανε τσι κοπελιές που χορεύγανε στον κύκλο.
-Λούκ…κοίταζε Τζόνυ μου, ποια κοπέλα σου αρέσει; Όποια θέλεις θα την πάρεις.
Οι μανάδες καμαρώνανε τσι θυγατέρες τως κι η κάθε μια είχε μιαν ελπίδα πως η δική τζη θα’τανε η περιζήτητη νύφη. Μα απού ’χανε και μάτι γαρίδας και τα δυο λουξ στον καφενέ εκάνανε τη νύχτα μέρα. Επαρατηρούσανε την Αγγελικώ με το λερωμένο φουστάνι και το τρυπημένο παπούτσι και τηνε κοροϊδεύγανε. Μμμ…Τα λουλούδια στα μαλλιά τηνε μαράνανε!...Μα έλα σου δα που από ξαρχής το μάτι του νεαρού ήπεσε στη λαδοπάνα την Αγγελικώ. Κι όλο την εζήτα στο χορό, κι όλο κουβέντα στη’πιανε. Στραβομουτσουνιάζανε οι άλλες κοπελιές. Στραβοξανοίγανε κι οι άλλες μανάδες.
-Δε μπορεί…κεινιά την ανήπλυτη εδιάλλεξε; Ο κόσμος θα χαλάσει!
-Μάμυ, μου αρέσει πολύ αυτή η κοπέλα με το μακρύ φόρεμα, το τρύπιο παπούτσι και τα φλάουερς στα μαλλιά.
-Ό,τι θέλεις, γιε μου! Αρκεί που σου αρέσει κορίτσι από τον τόπο μας κι από την πατρίδα μας. Θα μείνουμε καιρό ακόμη για να τη γνωρίσεις καλύτερα, οκέι;
Την άλλη μέρα εγίνηκε μεγάλο σούσουρο στο χωριό ότι ο πλούσος γαμπρός εδιάλεξε την Αγγελικώ την ανάλουστη και την χούρδα κοπελιά.
Κατά το απογεματάκι περνά με την παλιοφουστάνα τζη και με το σιγλί στη μια χέρα γεμάτο απόπλυμα και στην άλλη εβάστα φυλλάδες, να πάει να ταίσει τσι χοίρους. Ο νεαρός Αμερικάνος εκάθονταν στο καφενείο στην πλατέα και μος τηνε θωρεί να περνά από κοντά του, σηκώνεται απάνω να τηνε χαιρετήξει. Εκείνη τα’χασε κι αφού ο διάολος, που λένε, έχει πολλά πόδια, τση’βαλε πάλι την τρικλοποδιά κι εσκόνταψε. Ετούτη τη φορά είχε ξεχάσει να βάλει το παξιμάδι στην τσέπη τζη. Με το πέσιμο, χύνεται το απόπλυμα με τα λάδια και κάνει χάλια τα πόδια και τα μπατζάκια του λεγάμενου. Ων αδιακιάς και κρίμας το φρεσκοτσακισμένο του άσπρο παντελόνι! Η κοπελιά εκοκκίνησε από την ντροπή τζη, μα ο νεαρός εγέλασε, σαν να εθώργιε μπροστά του μια νέα κωμωδία.
-Νέβερ μάιν…δεν πειράζει! Είσαι καλά, Άντζη;
Εκείνη η αναποδιά δεν εστάθηκε εμπόδιο να μη θέλει και να μη λαχταρά ο Αμερικάνος το Αγγελικώ. Αυτή εδιάλεξε, όπως κι αν ήτανε. Αυτή θα’κανε γυναίκα του κι ας εσκούσανε όλοι και όλες από τη ζήλεια ντως. Κι ας τονε χαραμίζανε.
Μετά από λίγο καιρό εγίνηκε ο αρραβώνας. Έλαμψε κι άστραψε η ψηλοκάπουλη στα ακριβά ρούχα, στα ψηλοντάκουνα, και στα κοσμήματα, που τση’χε παρμένα ο αρραβωνιάρης τση.
Μετά από ένα μήνα ήθρε και όλη η οικογένεια των μεταναστών Κρητικών κι εκάμανε τσι γάμους με ζεύκια και χαρές. Κι όλοι πλια είχανε να το πούνε πως «οι χούρδες κι οι ανάλουστες την έχουνε τη μοίρα», ως το λέει κι η παραμιά.
Σαν ήφυγε για την Αμερική η Αγγελικώ, η μάνα τζη ήκλαιγε, κι όλα τα δικολόγια τσιμοκλαίγανε, που θα πήγαινε σε ξένο κόσμο κι αλαργινό το Αγγελικώ ντως. Μα πλια πολύ ήκλαιγε η μάνα τζη, που θα ’χανε την ασπεταντίβα τζη, την ψηλή μελαχρινή τζη.
-Μην κλαις, μάνα μου, και δε θα ρίξω μαύρη πέτρα οπίσω μου.
Σαν ήρθε μετά από δυο καλοκαίρια στο χωριό…μάτι να μην τηνε πιάσει! Εδά, πούρι, το χρειαζότανε το φυλαχτό.
Κιανείς δεν επίστευγε πως ετούτη η νιοφερμένη η αρχόντισσα ήτανε το Αγγελικώ, η λαδοπάνα με το σιγλί και τον κασομένο λαιμό. Τώρα πλια ήτανε η Άντζη, με τα αστραφτερά τζη τα φορέματα, με τα πλούτη και με τα όλα τζη!
* Η κ. Άννα Τακάκη-Μαρκάκη είναι λαογράφος και ποιήτρια