Η Βιάννος της Κρήτης, η Βιέν του Ροδανού και μια θρασύτατη λογοκλοπή
Μέρος 2ο
Οι ακρίτες των Άλπεων
Αν όλα τα προηγούμενα είναι απλώς μια αλυσίδα συμπτώσεων, τότε πρόκειται για μια εντυπωσιακή αλυσίδα. Μια αρχαία Βίεννος στην Κρήτη, μια παράδοση για ξηρασία και η αναχώρηση κατοίκων, η Μασσαλία ως ελληνική πύλη προς τη Γαλατία, ο Ροδανός, ο Σηκουάνας, ο Γαρούνας ως φυσικοί δρόμοι προς το εσωτερικό και, τέλος, μια δεύτερη Βίεννος στις όχθες του Ροδανού. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, οι Κρήτες, που σύμφωνα με τα ιστορούμενα δεν πήγαν απλώς να κατοικήσουν έναν νέο τόπο, αλλά ανέλαβαν έναν συγκεκριμένο ρόλο, την φύλαξη των συνόρων.
Οι αρχαίες μαρτυρίες, τα τοπωνύμια, η γεωγραφία, οι θαλάσσιοι δρόμοι, η παρουσία των Ελλήνων στη δυτική Μεσόγειο και όσα κατέγραψαν πολύ μεταγενέστερα συγγραφείς, όπως ο Στέφανος Βυζάντιος και, στους νεότερους χρόνους, ο Σταύρος Αλούπης, πιστοποιούν πως εκείνα τα χρόνια η επιρροή των Ελλήνων στη Γαλατία ήταν τεράστια.
Και κάπου εδώ το οδοιπορικό μας μάς οδήγησε σε ένα άλλο σημείο των Άλπεων, στις Γραικές Άλπεις: Οι Alpes Graiae ήταν το τμήμα των Άλπεων γύρω από το πέρασμα του Μικρού Αγίου Βερνάρδου, ανάμεσα στη σημερινή Σαβοΐα της Γαλλίας και την κοιλάδα της Αόστα στην Ιταλία.
Οι σύγχρονοι μελετητές δεν θεωρούν βέβαιο ότι το Graiae σημαίνει «ελληνικές». Η αρχαία γραμματεία, όμως, είχε ήδη δημιουργήσει αυτή τη σύνδεση. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στα Naturalis Historia, αναφέρει ότι οι κάτοικοι των Γραικών Άλπεων, οι Γραιοί, θεωρούνταν απόγονοι ανθρώπων του στρατεύματος του Ηρακλή που επέστρεφαν από την εκστρατεία στην Ισπανία. Στην περιοχή των Γραικών Άλπεων βρίσκουμε διάφορους πληθυσμούς. Ιδιαίτερα σημαντικοί ήταν οι Κετρούνοι ή Κεντρώνες στην κοιλάδα της Ταρανταίζης, γύρω από τον άνω Ιζέρ. Η περιοχή τους βρισκόταν κοντά στο πέρασμα του Μικρού Αγίου Βερνάρδου, δηλαδή ακριβώς στον χώρο των Γραικών Άλπεων. Η σύνδεση των Γραικών Άλπεων με τους Έλληνες είναι ήδη αρχαία και μαρτυρείται σε ρωμαϊκές πηγές όπως, λόγου χάριν, στον Κάτωνα. Παρ’ όλα αυτά, η σύγχρονη ετυμολογία, αναζητά την προέλευση του ονόματος σε προρωμαϊκό, πιθανώς κελτικό, υπόβαθρο, χωρίς να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα.
Λίγο νοτιότερα, στην κοιλάδα της Μωριέν, βρίσκονταν οι Graioceli. Το όνομά τους είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επειδή μοιάζει με το Graiae, που παραπέμπει σε Έλληνες. Ο Καίσαρας τους αναφέρει τον 1ο αιώνα π.Χ. Άρα έχουμε έναν ορεινό κόσμο με διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, που είναι τοποθετημένες σε περάσματα, κοιλάδες και δρόμους που συνέδεαν τη Γαλατία με την Ιταλία και που τα ονόματά τους δείχνουν ελληνική καταγωγή. Το απόσπασμα §134 του Πλίνιου, αποδίδεται ως εξής:
«...και ότι οι κάτοικοι των Γραικών Άλπεων ήταν επίσης Γραιοί, από το ίδιο στράτευμα [του Ηρακλή]...»
Η παράδοση που διασώζει ο Πλίνιος ανάγει την παρουσία των Γραικών στις Άλπεις στην εποχή του Ηρακλή. Ο ίδιος δεν δίνει χρονολογία. Αν ακολουθήσουμε τη συμβατική μυθολογική χρονολόγηση, ο Ηρακλής τοποθετείται περίπου στον 13ο αιώνα π. Χ., δηλαδή στην ύστερη μυκηναϊκή εποχή.
Ο Αλούπης υποστηρίζει ότι Κρήτες εγκαταστάθηκαν και στις Γραικές Άλπεις και φύλαγαν τα σύνορα της Μασσαλίας. Κάτι σαν τους Βυζαντινούς ακρίτες. Προφανώς εκεί συνάντησαν τους αρχαιοτέρους ελληνικούς πληθυσμούς που αναφέρει ο Πλίνιος. Φορούσαν, λέει, οι Κρήτες τις παραδοσιακές τους βράκες, αυτές που ακόμη και σήμερα βλέπουμε στην Κρήτη καθώς και τον χαρακτηριστικό έως σήμερα σκούφο. Και υπάρχει πάντως κάτι που κάνει την υπόθεση γεωγραφικά και στρατηγικά λογική: οι Άλπεις ήταν ένα σύνορο εξαιρετικής σημασίας. Τα περάσματα από τη Γαλατία προς την Ιταλία ήταν ζωτικής σημασίας για εμπόριο και στρατιωτικές μετακινήσεις. Αργότερα οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την περιοχή ακριβώς επειδή ήθελαν να ελέγχουν αυτά τα περάσματα και τις ορεινές διαδρομές.
Και εδώ αρχίζει να αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον η λέξη «ακρίτες». Μοιάζει με αρχαίο διοικητικό ή στρατιωτικό τίτλο των ανθρώπων της εκστρατείας του Ηρακλή που κατόπιν βρίσκει συνέχεια σε Κρήτες και φτάνει ως τα Βυζαντινά χρόνια. Σήμαινε άνθρωποι εγκατεστημένοι στα όρια μιας επικράτειας, επιφορτισμένοι με την προστασία των συνόρων της.
***
Σταύρος Π. Αλούπης: Γι’ αυτόν, παρότι πιο σύγχρονος, δεν έχουμε κανένα βιογραφικό στοιχείο. Ξέρουμε όμως τι έγραψε και πως είχε στενότατες σχέσεις με τη Μασσαλία. Πιθανόν να γεννήθηκε εκεί, αυτό δείχνει η νοσταλγία που κυριαρχεί στις αναφορές στην πόλη, σίγουρα όμως έζησε πολλά χρόνια στη Μασσαλία. Από τα γραφόμενά του συμπεραίνουμε πως είχε στενούς δεσμούς με την ελληνική παροικία, και αφιέρωσε ουσιαστικά το συγγραφικό του έργο στην αναζήτηση των ελληνικών ιχνών στη νότια Γαλλία. Όμως το βασικό μας διαφεύγει: τι επιστημονική συγκρότηση είχε ο άνθρωπος που διατύπωσε αυτή την τόσο τολμηρή γλωσσολογική και ιστορική θεωρία.
Στην προσπάθειά μου να βρω στοιχειώδη βιογραφικά για τον Αλούπη έπεσα σε μια κουρτίνα που συσκότιζε τα πάντα. Δεν γνωρίζουμε ούτε τα βασικά: Πότε και πού γεννήθηκε, τι σπούδασε και πού, αν είχε οικογένεια, πού εργάστηκε και πότε και πού απεβίωσε. Δεν υπάρχει κάποια συνωμοσία πίσω από αυτά, απλά σκοντάφτουμε σε μια παραδοξότητα.
Αρνούμενος να το δεχτώ, σκέφτηκα πως, αφού η πραγματεία του είχε βραβευθεί σε διεθνή διαγωνισμό στη Λωζάννη και είχε τιμηθεί επιπλέον με χρηματικό βραβείο στην Αθήνα, θα έπρεπε κάποια ίχνη να υπάρχουν στα ελληνικά κρατικά αρχεία. Ίσως μάλιστα, για την καταβολή του βραβείου, να είχε ζητηθεί από τον Αλούπη κάποιο βιογραφικό ή άλλα προσωπικά στοιχεία.
Ίσως ένας νεότερος και ικανότερος από εμένα ερευνητής μπει στον κόπο να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή και να αποκαταστήσει τον σπουδαίο αυτόν ιστοριοδίφη. Ας ψάξει και στα δημοτολόγια της Μασσαλίας τα ονόματα Αλούπης στα χρόνια από το 1800 έως το 2000. Πιθανόν ο Σ. Π. Αλούπης να ήταν Μασσαλιώτης.
Επιμύθιο
Στην Ευρώπη υπάρχουν τρεις πόλεις που έχουν συγγενές όνομα: Η Βίεννος της Κρήτης, η Γαλατική Βιέν και η Αυστριακή Βιέννη.
Τρεις τόποι σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης, με ονόματα που παρουσιάζουν εκπληκτική ομοιότητα. Με την εργασία αυτή δείχτηκαν οι σχέσεις των δύο πρώτων, Η αυστριακή Βιέννη, η οποία ως πόλη εμφανίζεται μερικούς αιώνες μετά, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα. Πάντως, καθώς αναζητούσα πληροφορίες στο google, αυτές με πήγαιναν σε Ρωμαίους, Κέλτες, Ιρλανδούς, Γερμανούς, Ούγγρους και… Τούρκους. Οι Έλληνες ήταν αόρατοι. Οπότε είπα να αφήσω ήσυχους τους ανθρώπους να ερευνήσουν οι ίδιοι τις λεπτομέρειες καταγωγής και ονομασίας τους.