Ο Κονδυλάκης και τα τελευταία του χρονογραφήματα από την Άνω Βιάννο*
Ο Κονδυλάκης και τα τελευταία του χρονογραφήματα από την Άνω Βιάννο*
Η στερνή επίσκεψη του Ιωάννη Κονδυλάκη στη γενέτειρά του, τον Σεπτέμβρη του 1919 έγινε η αφορμή για να γραφτούν 12 αριστουργηματικά χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στη «Νέα Εφημερίς» του Ηρακλείου ιδιοκτησίας και διεύθυνσης Ιωάννη Μουρέλλου.
Στα εν λόγω άρθρα, που έχουν τον θεματικό τίτλο «Εκ Βιάννου», συμπυκνώνεται όλη η δημοσιογραφική και λογοτεχνική μαεστρία του συγγραφέα.
Μέσα από τα χρονογραφήματα αυτά αναδεικνύονται οι ομορφιές του τόπου αλλά ταυτόχρονα και πολλά από τα προβλήματα της Άνω Βιάννου (και της επαρχίας γενικότερα), τα οποία ο Κονδυλάκης στηλιτεύει χωρίς περιστροφές.
«Μίαν ημέραν, προ πολλών ετών, δωδεκαετές περίπου παιδί, ανεχώρησα από αυτό το ορεινό χωριό διά τα Χανιά! Έφευγα ως δέντρον εκριζωθέν από την ωραίαν κοιλάδα όπου εβλάστησα. Και με το αίσθημα αυτού του εκριζώματος έκλαια, όταν εις μίαν στροφήν του δρόμου έπαυσα να βλέπω το χωριό μου, το οποίον, ως εκτείνεται αμφιθεατρικά εις την κλιτύν των μεγάλων βουνών, παρουσιάζεται ως χαρούμενον πρόσωπον».
Αυτό και μόνο το μικρό απόσπασμα που γράφτηκε στις 10 Σεπτ. 1919 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ηρακλείου «Νέα Εφημερίς» στις 14-9-1919 είναι αρκετό για να αντιληφθούμε την αγάπη που έτρεφε ο «Διαβάτης» των ελληνικών γραμμάτων για το γενέθλιο τόπο, την Άνω Βιάννο, η οποία, βρισκόταν αδιάλειπτα στο κάδρο του ενδιαφέροντός του. Είναι δε εντυπωσιακό το γεγονός, ότι ενώ ο Κονδυλάκης έφυγε τόσο νέος εντούτοις, μπόρεσε και αποθήκευσε στο γλωσσικό του θησαυροφυλάκιο πλείστες ιδιωματικές λέξεις και έννοιες, ενώ προσέτι εντυπωσιακότερο είναι η μαεστρία του να εντάσσει στα κείμενά του ιδιωματισμούς και εκφράσεις της ντοπιολαλιάς μας.
Πριν όμως τη στερνή επίσκεψή του στην Άνω Βιάννο, εκείνο τον Σεπτέμβρη του 1919, οπότε και προέκυψαν οι 12 καταπληκτικές αυτές ανταποκρίσεις, ο Ιωάννης Κονδυλάκης μας δώρισε ένα ακόμη χρονογράφημα το οποίο, έχει τον τίτλο «Μία Επαρχία», και δημοσιεύτηκε στις 3-2-1919, δηλαδή 7 ολόκληρους μήνες πριν ο συγγραφέας επιστρέψει, για στερνή φορά, στη γενέτειρά του, και στο οποίο γράφει:
«Υπάρχει εις την ανατολικήν Κρήτην μια επαρχία, εις την οποίαν, η φύσις επεδαψίλευσεν όλα της τα δώρα. Κειμένη εις τας νοτίας κλιτείς ορέων υψηλών, έχει νερά άφθονα, δάση και κοιλάδας χαριεστάτας και ευφόρους. Οι μενεξέδες είναι αυτοφυείς εις τον ωραίον εκείνον τόπον και η μυρσίνη σχηματίζει δάση πυκνά και εκτεταμένα εις τα οποία κελαρύζουν αναρίθμητοι πηγαί. Οι ελαιώνες είναι οι καλύτεροι της Κρήτης και όλα τα κάρπιμα δέντρα ευδοκιμούν εις το έδαφός της».
Και συνεχίζει σχολιάζοντας τα κακώς κείμενα:
«Άλλ’ οι άνθρωποι μόνον κακόν έκαμαν εις το διαμέρισμα εκείνο, όπως και εις πολλά άλλα, και τα φυσικά του πλεονεκτήματα ή παρεμορφώθησαν και κατεστράφησαν ή έμειναν ανεκμετάλλευτα και άγονα. Τα θαυμάσια δάση των πρίνων, των πεύκων και των δέντρων μετεβλήθησαν εις κάρβουνα. Και ενώ έπρεπε να είναι από τας πλέον ευτυχείς επαρχίας, είναι ίσως η αθλιεστάτη».

Στη συνέχεια του χρονογραφήματός του, ο Κονδυλάκης επισημαίνει το μέγα πρόβλημα της οδικής διασύνδεσης με το Ηράκλειο. Ας μου επιτραπεί να καταθέσω την άποψη, ότι η οδική σύνδεση με το Ηράκλειο, ήταν σοβαρότατος αποτρεπτικός λόγος για να μην επισκέπτεται συχνότερα τη γενέτειρά του.
Στο ίδιο αυτό χρονογράφημα αναδεικνύονται και οι τρομερές δυσκολίες διά την μέσω θαλάσσης διακίνηση των αγαθών και των εμπορευμάτων καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «η παραλία της είναι αλίμενος»!
Βέβαια, τα λιμάνια έγιναν, αλλά… αν ζούσε ο Διαβάτης, με την επιδραστική και καυστική του πένα, θα στηλίτευε, ασφαλώς, τις μελετητικές και κατασκευαστικές κακοτεχνίες… αφού τα κατασκευασθέντα, υποτιθέμενα λιμάνια, περισσότερο προσφέρονται για αποθήκευση άμμου και λιγότερο για ελλιμενισμό σκαφών.
Θα αναφερόταν ασφαλώς και στις ανεπίτρεπτες κτηνοτροφικές περιφράξεις των βουνών μας και την τεράστια οικολογική καταστροφή που συντελείται από την υπερβόσκηση, όπως επίσης και από την δασοκτόνο-καταστροφική λατομική δραστηριότητα.
Από την κριτική του συγγραφέως δεν απαλλάσσονται οι Βιαννίτες, οι οποίοι, όπως και τότε έτσι και σήμερα δεν διεκδικούν. «Οι κάτοικοι μη δυνάμενοι να εξάγωσι τα προϊόντα των, περιορίζονται μόνον εις τα απαραίτητα, όσον διά να ζουν αθλίως…» και συνεχίζει «Υπ’ αυτήν την έποψιν η επαρχία εκείνη ευρίσκεται ακόμη εις την εποχήν κατά την οποίαν έγινε η παροιμία «Μουδ’ αμπέλια θέλω νάχω, μούδε λόγια με τον άρχο».
Αλλ’ όταν κανείς, άτομον ή λαός, συνηθίσει να σκέπτεται ούτω, καταντά να μην πολυφροντίζει και διά τα απαραίτητα. Συνηθίζει εις την αβελτηρίαν και την αθλιότητα και η κατάστασίς του προχωρεί διηνεκώς εις το χειρότερον».
Όπως διαπιστώνεται, ο Κονδυλάκης, δεν αρκείται στους διθυράμβους, τις υμνωδίες, και τα παινάδια, αλλά ως καλός δημοσιογράφος, στηλιτεύει και κατακεραυνώνει πολιτικούς και πολίτες που ουδέν έπραξαν για να βελτιώσουν κατά τι τη διαβίωση των Βιαννιτών. Στην ανταπόκρισή του που γράφτηκε στις 12-9-1919 και δημοσιεύτηκε στην «Νέα Εφημερίς» στις 15-9- 1919 με τον τίτλο «Κουτσούρα», αναφέρεται στις φοβερές δυσκολίες και τις κακοτοπιές του κακοτράχαλου μονοπατιού που συνέδεε το Ηράκλειο με τη Βιάννο: «Το ολίγον κακόβολον μέρος παρουσιάζεται επιτέλους. Και ενώπιον αυτού σταυροκοπιούμαι. Αδύνατον να κατέλθω έφιππος και πεζεύω, αν και ξεθεωμένος. Το μέρος δε του δρόμου είνε δήθεν διορθωμένον. Ένα καλδερίμι όρθιον, όμοιον του οποίου ουδ’ εις την Καφρερίαν δύναται να φανταστεί κανείς. Όρθιον καλδερίμι, χωρίς καν σκαλοπάτια. Νομίζει κανείς ότι κατεσκευάσθη διά να κρημνίζονται οι αποφασισμένοι ν’ αυτοκτονούν. Αίσχος της Κρητικής Διοικήσεως, αλλά και όνειδος των κατοίκων, οι οποίοι το εδέχθησαν και δεν έθαψαν τον εργολάβον και το καλδερίμι του».
Δυστυχώς ούτε η πένα του «Διαβάτη» επίσπευσε τη οδική διασύνδεση του Ηρακλείου με τη Βιάννο. Έτσι, ενώ τα έργα διάνοιξης του δρόμου άρχισαν το 1911 το πρώτο αυτοκίνητο ήρθε στην κωμόπολη στις 20 Ιουνίου 1937, δηλαδή 26 χρόνια μετά!!! Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι ήταν ένα ημιφορτηγό μάρκας Ford με οδηγό τον αείμνηστο Βιαννίτη Σπύρο Αγαπάκη!
Στο δε χρονογράφημα με τίτλο «Ο θείος» που δημοσιεύτηκε στις 17 Σεπτ. 1919 ο Κονδυλάκης κάνει αναφορά για τον κεντρικό δρόμο της Άνω Βιάννου αναφέροντας ότι «η οδός αύτη έγινεν ως αρχή της συγκοινωνίας με το Ηράκλειον, με την επιφύλαξιν να προχωρήσει αντιθέτως και μέχρι Ιεραπέτρου άλλ’ αφού κατεσκευάσθη εν χιλιόμετρον εγκατελείφθη».
Επισημειώνεται ότι, η κατασκευή του δρόμου προς τα λεγόμενα «Μέσα» χωριά, προπολεμικά, προχωρούσε με ρυθμούς χελώνας, δεδομένων και των διαθέσιμων κατασκευαστικών μέσων της εποχής, και σαν μην έφταναν αυτά ήρθε και ο πόλεμος του ’40 που ανέστειλε τα έργα κι έτσι ο δρόμος σταμάτησε πάνω από το Γυμνάσιο Βιάννου για να συνεχιστεί τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση.
Δυστυχώς, παρήλθε ένας ολόκληρος αιώνας, για να γίνει (επιτέλους) μια σοβαρή συζήτηση για τον ΝΟΑΚ! Πρόοδος με βήματα σχεδόν σημειωτόν!!!
Για του λόγου αληθές σε πρόσφατο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Νέα Κρήτη» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο Νότιος Οδικός Άξονας Κρήτης δεν είναι ένα ακόμη έργο. Δεν είναι πολυτέλεια, ούτε υπερβολή. Είναι μια αυτονόητη υποδομή που έπρεπε να υπάρχει εδώ και δεκαετίες και όμως, το 2026 η Κρήτη εξακολουθεί να συζητά τα αυτονόητα, εγκλωβισμένη σε ένα γνώριμο μπρα ντε φερ ανάμεσα στην Περιφέρεια και το κέντρο των αποφάσεων στην Αθήνα. Ένα μπρα ντε φερ που, δυστυχώς, έχει πάντα τον ίδιο χαμένο: τους πολίτες του νησιού».
Ομοίως, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, με μαεστρία μετεωρολόγου, καταγράφει ένα καιρικό φαινόμενο, το Βοριά, που, και επί των ημερών μας, συνεχίζει να είναι η ευχή και ταυτόχρονα η κατάρα της περιοχής.
«Προ τεσσάρων ημερών ήρχισεν ο Βορράς. Η κοιλάς εγέμισε από βοάς και ταραχήν και τα δέντρα εσείοντο ως δαιμονιζόμενα. Και ακούω μια κοπελιά επανερχομένην από τα περιβόλια να λέγη: «Χαλασμός κόσμου, ράμπια, απ’ αυτό τον ταρό! Παναγία μου! Ελιά δεν θα αφήσει στα μουρέλλα!».
(Νέα Εφημερίς 18 Σεπτεμβρίου 1919).
Ο Βοριάς λοιπόν, ειδικότερα όταν είναι καταβάτης, κυριολεκτικά ισοπεδώνει περιβόλια και λοιπές καλλιέργειες. «Είναι μεγάλη πληγή ο Βορράς εις αυτόν τον τόπον. Ξηραίνει την γην και την βλάστησιν και ρίπτει τους καρπούς. Οι ελιές, ενώ κατά αρχάς προεμήνυον καλήν εσοδείαν, έπειτα έπαθαν από ένα παράσιτον και σήπονται προώρως επί των δέντρων ή ραβδίζονται υπό του βορρά και ρίπτονται εις το έδαφος», γράφει ο Κονδυλάκης λες και από τότε υπήρχε το γλοιοσπόριο!
Ωστόσο ένα τεράστιο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν και στις μέρες μας οι ελαιοπαραγωγοί θίγεται από τον Κονδυλάκη, με τρόπο ώστε να νομίζει κανείς ότι το γραπτό του έχει ημερομηνία Απρίλης του 2026: Γράφει λοιπόν: «Εγνώρισα τους εργάτας εις τας πόλεις εκείνους οι οποίοι τόσα παράπονα και αξιώσεις έχουν. Αλλά αίσθημα αποκλήρων και αδικουμένων μόνον μεταξύ των χωρικών τοιούτων μερών ευρίσκω…. Οι χωρικοί αυτών των απόκεντρων μερών αγωνίζονται τόσον τραχύν αγώνα προς μίαν φύσιν αχάριστον και δυσμενή, ώστε δεν έχουν καιρόν ούτε να αποκτήσουν ελαττώματα. Εργάζονται επίμονον και διηνεκή εργασίαν και τόσα ολίγα απολαμβάνουν ώστε δεν έχουν ελπίδα να ανακουφισθούν και να μετριάσουν τους μόχθους των»… Και παρακάτω: «Επαέ, μου είπεν άλλος χωρικός, μας εξέχασε ο Θεός. Εδά με τον πόλεμο, όλοι οι χωρικοί εκερδίσανε κι εμείς εγενήκαμε φτωχότεροι. Γιατί κι ένα εισόδημα νάχωμε δεν μπορούμε να πάμε να το πουλήσωμε». Επισημαίνω πως, και σήμερα ο πόλεμος είναι πολύ σιμά μας και το λάδι απούλητο…
Όμως, ούτε η κατάσταση στην εύφορη κοιλάδα της Άνω Βιάννου, τα περίφημα Λιβάδια της, έμειναν ασχολίαστα από τη διεισδυτική δημοσιογραφική ματιά του μεγάλου χρονογράφου. Επισημάνεται ότι και η σημερινή πραγματικότητα στη «Γη Χαναάν» της Βιάννου είναι ίδια τραγική. Το γεγονός αυτό προσδίδει ιδιαίτερη αξία στη διαχρονικότητα των δημοσιογραφικών επισημάνσεων στις ανταποκρίσεις του Κονδυλάκη.
«Είπα εις προηγουμένην επιστολήν, ότι διά των Λειβαδιών διοχετεύονται με παλαιόν σύστημα Χανδάκων τα πηγαία και όμβρια ύδατα. Άλλ’ από τινων ετών παρημελήθη ο καθαρισμός των χανδάκων. Ούτω αντί να παράγει σπαρτά βαθύτατα κατά τον χειμώνα, η πρασίνη κοιλάς, όπου αφθονούν οι νάρκισσοι, μεταβάλλεται εις λίμνην. Η λίμνη αυτή θα συνεπλήρωνεν ίσως την Ελβετικήν ομοιότητα. Δυστυχώς όμως στερεί τους κατοίκους μίαν μεγάλην έκτασιν γης πολύ γόνιμον και τα στάσιμα ύδατα γίνονται ολέθρια διά την υγείαν». (Νέα Εφημερίς 25-9-1919).
Έχουν παρέλθει 107 έτη και η σημερινή όψη των Λιβαδιών της Άνω Βιάννου, είναι προσέτι θλιβερότερη!
Το λεκανοπέδιο αυτό, που ήταν ο σιτοβολώνας της Βιάννου, ο ευλογημένος τόπος που ευδοκιμούσαν οι οινικοί ποικιλιακοί αμπελώνες, τα απίστευτα περιβόλια και τα μποστάνια, μετατράπηκε σε χώρο εναπόθεσης οικιακών και ελαιουργικών αποβλήτων. Τα χανδάκια, αυτό το μέγα ενετικό επίτευγμα, που κάποτε ήταν καθαρισμένα και πλήρη υδάτων, όπου οργίαζαν αυτοφυή αγριοσέλινα, άγρια κάρδαμα, και διαβιούσαν κυπρίνοι, καβούρια, χέλια και αγριόπαπιες, δηλαδή ήταν ένας εξαίσιος υδροβιότοπος, σήμερα είναι ξερά και γεμάτα με καλαμιές, ενώ τους θερινούς μήνες κατακυριεύονται από σμήνη κουνουπιών!
Επισημειώνεται ότι, τα περιβόλια άλλα μεν εποτίζονταν με τρεχούμενο νερό από τις αρτεσιανές πηγές, άλλα δε, με ανασυρτό νερό από τα χαντάκια! Δυστυχώς, οι ελάχιστες βροχοπτώσεις και η υπεράντληση των γεωτρήσεων συνετέλεσε στο να εξαφανιστεί μεγάλος αριθμός αρτεσιανών πηγών όπως ο Μπαμπακομάρκος που αναφέρει ο Κονδυλάκης, ο Σκλαβός, το Ψυχούλι κ.α…
Η αναφορά στην «Κρητική Ελβετία» γίνεται, δηλονότι σε προηγούμενη ανταπόκρισή του, ο Κονδυλάκης επικαλείται την άποψη του φίλου του Ελβετού καθηγητή κ. Ρες, ο οποίος, έβρισκε πάμπολλες ομοιότητες της Άνω Βιάννου και της Κρήτης γενικότερα με την προαναφερόμενη χώρα. Μάλιστα ο τίτλος της εν λόγω ανταπόκρισης είναι «Κρητική Ελβετία».
«Και εις την διαδοχήν των κοιλάδων ευρίσκονται διάφορα κλίματα. Εις τον αιγιαλόν κάτω το τροπικόν κλίμα. Εις τον Βαγιωνίτην υπάρχει δάσος φοινίκων ως συνέχεια διακοπείσα υπό του Λιβυκού πελάγους της απέναντι βορείου Αφρικής. Εις την παραλίαν αυτήν ευδοκιμεί θαυμάσια η μπανάνα και γίνονται πρωιμότατα όλα τα είδη των λαχανικών και παντοίων καρπών. Εκ του αιγιαλού αναβαίνομεν εις τας ορεινάς αλλά γλυκείας κοιλάδας της Βιάννου και των Αμιρών, ύψους 600-700 μέτρων, συνοικισμένας υπό διαφόρων κωμών, και διαρρεομένας υπό πολυαρίθμων πηγών. Και κατ’ αυτά δε τα κυνικά καύματα τα νερά των πηγών τούτων είναι κατάψυχρα. Η μεγίστη μου ηδονή κατά την εδώ διαμονήν είναι αυτό το νερόν. Η μεγάλη πηγή της Βιάννου, ο Γαμπριγιέλες, εκρέει από μέγα βράχον. Ομοίως από βράχον εκρέει και ο Κρυγιός ποταμός υπέρ το χωριό Κεφαλοβρύσι. Το νερό δε του Γαμπριγιέλε, κατερχόμενον ως ποταμός διά μέσου δάσους μυρσινών, σχηματίζει μικρούς καταρράκτας εις την κάθοδόν του».
Δυστυχώς, ο σημερινός άνθρωπος κατέστρεψε όλο αυτό τον πλούτο, υπερεκμεταλλευόμενος ή μάλλον κάνοντας αλόγιστη χρήση των υδάτινων αποθεμάτων, για να φτάσουμε ένα βήμα από το να μην έχουμε νερό να σβήσουμε τη δίψα μας!!
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2019 η Διεύθυνση της εφημερίδας «Νέα Εφημερίς», αναγγέλλει την επάνοδο του Κονδυλάκη στο Ηράκλειο με τα παρακάτω λόγια: «Προχθές το εσπέρας επανήλθεν εκ Βιάννου ο διαπρεπής λογογράφος κ. Ιωάννης Κονδυλάκης τον οποίον είχαν την ευτυχίαν οι αναγνώσται μας να παρακολουθήσουν κατά την διαμονήν του εν Βιάννω, την οποία επανείδε μετά 30 έτη χωρισμού, διά των ωραίων χρονογραφημάτων του». Προφητικά δε σημειώνει: «Τα χρονογραφήματα αυτά μίαν ημέραν θα αποτελέσουν τας ωραιοτέρας λαογραφικάς σελίδας διά την Βιάννον».
Πόσο δίκιο είχε η Νέα Εφημερίς!!!
Θα ολοκληρώσω την ομιλία μου, δανειζόμενος ένα μικρό απόσπασμα από τον βαθύτατα συναισθηματικό αποχαιρετισμό του συγγραφέα στην αγαπημένη του Βιάννο, έτσι όπως καταγράφτηκε στο έσχατο εκ Βιάννου χρονογράφημά του στα τέλη του Σεπτέμβρη 1919: «Δεν εντρέπομαι να ομολογήσω ότι με ενδόμυχον σπαραγμόν απεχωρίσθην από τα μέρη τα οποία μετά από τόσα έτη επανείδα και τα πρόσωπα τα οποία ηγάπησα κατά την βραχείαν μου διαμονήν. Η ιδέα μάλιστα ότι είδα τον τόπον της γεννήσεώς μου, προς αποχαιρετισμόν, χωρίς σχεδόν ελπίδα να τον επανίδω, μου έκαμε θλιβερωτέραν την αναχώρησιν εκείνην. Όταν δε ανέβηκα εις τας προς δυσμάς υψώματα και βαθμηδόν απεσύρετο και εκρύβετο η περιοχή των αγαπητών μου μερών, τα μάτια μου υγραίνοντο».
Μόλις ο Κονδυλάκης επέστρεψε στο Ηράκλειο έγραψε ένα απαντητικό γράμμα στον ανιψιό και συνάδελφό του δάσκαλο τον Λεωνίδα Κόμη και ανάμεσα στα άλλα του γράφει: «Θα είναι μέγας ο καημός μου κι η τελευταία μου οδύνη αν αποθάνω μακράν της αγαπημένης μας Βιάννου και δεν με καλύψει το χώμα της».
«Στη Βιάννο να με θάψετε», αυτή του την επιθυμία την είπε κατ’ επανάληψη και στον ανιψιό του, μετέπειτα δημοσιογράφο Γιώργο Τζαμουζάκη.
Αγαπητέ μου κυρ Γιάννη, είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που στα εβδομήντα και δύο έτη της ζωής μου, εκ των οποίων τα 35 υπηρετώντας εντίμως το δημοσιογραφικό λειτούργημα, είμαι επαναλαμβάνω χαρούμενος, που η Βιάννος, ο τόπος που, κι εσύ, είδες το πρώτο φως του ήλιου που κι εσύ τόσο αγάπησες και εξύμνησες, έκαμε, επιτέλους, το χρέος της απέναντί σου.
Εκεί στο γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου δίπλα στα υπερχιλιετή μνημιακά ελαιόδεντρα όπου κατασκευάστηκε το ταφικό σου μνημείο θα σε σκέπει για πάντα το Βιαννίτικο χώμα και θα σου σιγοτραγουδούν τις Βιαννίτικες κοντυλιές τα γαρδέλια, τα κοτσύφια και οι σπίνοι.
Προσωπικά θα σου είμαι αιωνίως ευγνώμων γιατί με δίδαξες και με οδήγησες στο δύσβατο, αλλά γοητευτικό δρόμο της λογοτεχνικής δημοσιογραφίας.
Θερμότατες ευχαριστίες οφείλουμε και στο Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, για την οργάνωση του συνεδρίου που μόλις άρχισε.
Το γεγονός τούτο, αφενός έρχεται να αποδώσει τις πνευματικές οφειλές σ’ έναν τόσο σπουδαίο πνευματικό Έλληνα, αφετέρου να συνδράμει ουσιαστικότατα στο να φωτιστούν άγνωστες πτυχές του πολύπλευρου έργου του.
Ευχαριστίες οφείλουμε και προς τη Δημοτική Αρχή του Δήμου Βιάννου, αλλά και στους πνευματικούς και πολιτιστικούς φορείς του τόπου που αγκάλιασαν το ύψιστο αυτό πνευματικό γεγονός.
Άνω Βιάννος 1 Απριλίου 2026
*Πρόκειται για την εισήγησή μου στο Διεθνές Λογοτεχνικό Συνέδριο για τον Ιωάννη Κονδυλάκη που οργάνωσαν το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, ο Δήμος Βιάννου, η Περιφέρεια Κρήτης, το Βλαχάκειο Πνευματικό Κέντρο, ο Σύλλογος Βιαννιτών της Αθήνας «ο Διαβάτης» και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κερατοκάμπου &Καψάλων «η Βίγλα».