Μνήμη: Η αθανασία που δεν ξεθωριάζει…
Γράφει ο Γιώργος Σαχίνης*
Οι διακόσιοι κομμουνιστές, Έλληνες πατριώτες, που στήθηκαν για εκτέλεση στον-ποτισμένο με αίμα Ελλήνων-Τοίχο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, δεν βρίσκονταν σε καμία «παράταξη των άκρων», όπως αρέσκονται να ψελλίζουν όσοι θέλουν να ισιώσουν την Ιστορία με τον οδοστρωτήρα της βολικής λήθης, όπως ηδονίζονται να μουρμουρίζουν, όσοι θέλουν να ξεπλύνουν την Ιστορία με χλωρίνη ουδετερότητας.
Αυτές οι 12 φωτογραφίες που βγήκαν στο «σφυρί» και έγιναν «σφυριά» στη συλλογική μας μνήμη ως λαός, συνέθλιψαν όλες τις αστειότητες της βαρύγδουπης αλλά κενής «θεωρίας των δύο άκρων»… Το Κτήνος έχει πάντα μία μορφή, όσες αναθεωρήσεις και εκσυγχρονισμούς κι αν δεχτεί. Οι 200 της Καισαριανής δεν στέκονταν απλά στον Τοίχο του θανάτου.
Στέκονταν στο κέντρο μιας ξεχασμένης αρετής: της αξιοπρέπειας. Με αγάπη για την πατρίδα τους, που δεν εξαργυρωνόταν σε παράσημα και με πίστη στην ελευθερία που δεν έμπαινε σε παζάρι.
Κι όμως, οδηγήθηκαν στην παράδοση στους Καταχτητές, από το τότε Ελληνικό καθεστώς και την συνέχειά του, με τη συνδρομή ή και ανοχή των γνωστών «νοικοκυραίων» της εποχής-εκείνων που σε κάθε σκοτεινή περίοδο μεταλλάσσονται σε δωσίλογους, μαυραγορίτες, ταγματασφαλίτες, χίτες, ρουφιάνους και κάθε λογής πρόθυμους υπηρέτες της εκάστοτε ισχύος, αρκεί να μη διαταραχθεί η ησυχία και το ταμείο τους.
Κάτι, λοιπόν, είχε σημασία στον τρόπο που μεγάλωσαν οι μεν και οι δε. Άλλοι ανατράφηκαν με ιδανικά, άλλοι με τη λογική της επιβίωσης πάση θυσία. Οι πρώτοι στάθηκαν όρθιοι μπροστά στα πολυβόλα. Οι δεύτεροι, γέμισαν τα κατάστιχα της προδοσίας με κουκούλες συνήθως και, όταν κόπασε ο κουρνιαχτός, φόρεσαν καθαρά πουκάμισα και αυτοανακηρύχθηκαν «υγιής εθνικός κορμός».
Σε αυτόν τον τόπο η μνήμη συχνά πλένεται πιο εύκολα κι από τα χέρια.
Η στάση των διακοσίων-ίσια ράχη, καθαρό βλέμμα, βήμα σταθερό προς το εκτελεστικό απόσπασμα-δεν ήταν απλώς πράξη θάρρους. Ήταν μια σιωπηλή καταδίκη της μικρότητας. Περπάτησαν προς τον θάνατο σαν άνθρωποι που είχαν ήδη νικήσει τον φόβο κι είχαν τον ανθρώπινο φόβο για το ανεπιστρεπτί δίχως ζωή κι έτσι κέρδισαν τη μόνη αθανασία που δεν ξεθωριάζει: τη μνήμη.
Το μήνυμα που άφησαν είναι λιτό και άβολο: «αξίζει να αγωνίζεσαι για την ελευθερία και για ένα αύριο που ίσως δεν θα δεις ποτέ».
Και το μήνυμα αυτό δεν είναι ιστορικό απολίθωμα. Στην Ελλάδα του σήμερα ακούγεται πιο επίκαιρο από ποτέ.
Σε μια εποχή όπου ολόκληρος μηχανισμός προσπαθεί να χωρέσει την ανθρώπινη ψυχή σε μια τσέπη, όπου η συλλογική αναισθησία φτάνει στο σημείο να βαφτίζεται «μοιραίο περιστατικό» ένα εργατικό δυστύχημα με πέντε νεκρές εργαζόμενες-λες και επρόκειτο για φυσικό φαινόμενο και όχι για χρόνια αμέλεια, περικοπές ασφαλείας και την άρνηση να δαπανηθούν λίγες χιλιάδες ευρώ για την ομαλή ροή ενός εκρηκτικού καυσίμου μέσα σε εργοστάσια-η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή όταν μια μικρή αλλά υπαρκτή μερίδα εργαζομένων, τρομαγμένη από την ανεργία και απελπισμένη για ένα κομμάτι ψωμί, καταλήγει να χειροκροτεί έξω από τα δικαστήρια τον ίδιο τον υπεύθυνο και υπόλογο εργοδότη για την τραγωδία. Όταν το θύμα φοβάται τόσο πολύ να χάσει το μεροκάματο, που υπερασπίζεται τον άνθρωπο που το έθεσε σε κίνδυνο, τότε η ήττα δεν είναι μόνο εργασιακή-είναι βαθιά ανθρώπινη.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, αρκούν μερικές παλιές φωτογραφίες για να θυμίσουν ότι η ζωή δεν εξαντλείται σε μισθούς, λογαριασμούς, ακίνητα και σκυμμένα κεφάλια πάνω από μια οθόνη που σε κρατά απασχολημένο και ήσυχο. Υπάρχει κάτι πέρα από το δόγμα «να σωθώ εγώ κι ας χαθούν οι άλλοι».
Και κυρίως υπάρχει ένα μάθημα για τους νεότερους, που μεγαλώνουν μέσα σε αυτό το σύννεφο κυνισμού: δεν είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν μικρά. Μπορούν, αν το θελήσουν, να χαράξουν και στη δική τους πορεία-με πράξεις, όχι με λόγια-τη λέξη Άνθρωπος με το άλφα κεφαλαίο κι όχι πεζό. Δεν είναι η εύκολη επιλογή. Είναι όμως υπαρκτή. Και μόνο που υπάρχει, αρκεί για να διαψεύδει όσους θα προτιμούσαν να πιστεύουμε πως δεν υπάρχει καμία άλλη. Οι φωτογραφίες λίγο πριν την εκτέλεση των 200 της Πρωτομαγιάς του 1944 σε ασπρόμαυρο φόντο, τίναξαν στον αέρα το περίφημο και «πολύχρωμο» T.I.N.A. αγγλιστί των ημερών μας, περί ανυπαρξίας εναλλακτικής.
Για όλους τους υπόλοιπους που το έχουμε «κάψει», ήδη καμένοι κι ας μην το ξέρουμε ή προσποιούμενοι πως δεν το έχουμε καταλάβει, ας προσέξουμε τις απίστευτα βαθιές κουβέντες του Θοδωρή Βοριά από την ποίηση του στις Ανιλίνες:
«Κρύφτηκε η μέρα στο κρυφτό μας και βραδιάζει»…
*Ο Γιώργος Σαχίνης είναι δημοσιογράφος