Λαμπρόσκολα: Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Δημήτρη Θεοδοσάκη
Με ιδιαίτερη χαρά δεχτήκαμε το νέο βιβλίο του συνδημότη μας-πολυγραφότατου συγγραφέα-Δημήτρη Θεοδοσάκη γνωστού και ως «Του Κάστρου Ταχυδρόμος».
Παραθέτουμε τον πρόλογο του συγγραφέα που εκφράζει όλο τον καημό και το παράπονο του αγαπημένου του χωριού, του Χόνδρου, που ολοένα και λιγοστεύουν οι ερχομοί των ξενητεμένων που, περασμένα χρόνια, ομόρφαιναν τη Μεγαλοβδομάδα και τη Λαμπρή. Γράφει λοιπόν ο Δημήτρης Θεοδοσάκης:
«Στην μεγάλη πολιτεία με τις μεγάλες μοναξιές, κάθε που κοντοσιμώνουν οι μέρες της Λαμπρής, η φαντασία με φέρνει στο ταπεινό αγαπημένο μου χωριό, στην διπόταμη κοιλάδα του Χόνδρου, που με μεθούσε με τις ομορφιές της και μου χάριζε αγαλλίαση με τα έθιμά της. Στη γεωργική παραδοσιακή κοινωνία που γεννήθηκα και μεγάλωσα μέχρι τα είκοσί μου χρόνια χαράχτηκε στην ψυχή μου το μεγαλείο της απλότητας της αγροτοποιμενικής ζωής του χωριού.
Τα χρόνια που πέρασαν με δέσανε με την πολιτεία και δεν μπορώ να γυρίσω στην γενέθλια γη. Όμως ο τόπος μου συνεχίζει να με κράζει και νιώθω σαν διψασμένος στρατοκόπος που θέλω νερό να πιώ του τόπου μου να ξεδιψάσω, να αναπνεύσω αέρα από την μικρή μου πατρίδα και να χαρεί η καρδιά μου. Η νοσταλγία και το χρέος με έκαναν να αναζητήσω ένα άλλο μονοπάτι που θα με έβγαζε στην πατρίδα των παιδικών μου χρόνων: έτσι βρήκα το μονοπάτι του πνευματικού γυρισμού. Αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα με οδήγησαν να γράψω το ανά χείρας βιβλίο «Λαμπρόσκολα», που είναι ένα ακόμη αφιέρωμα στις ημέρες των εορτών της Λαμπρής στα γενέθλια χώματά μου.
Κλείνω τα μάτια και περπατώ του ονείρου τα σοκάκια και θυμούμαι: Από τα μεσακά της Λαζαροβδομάδας είχαν αρχίσει τις ετοιμασίες για την Λαμπρή. Μέσα στις ομορφιές της πλανεύτρας Άνοιξης τα παιδιά διαλαλούσαν τα κάλαντα για την Ανάσταση του Λαζάρου.

Την Κυριακή των Βαγιών τρώγανε ψάρι: «Μακάριος όποιος έγλειψε το ψαροκόκαλο και τρισμακάριος όποιος δεν το έγλειψε». Στα πέτα των σακακιών στολίζαμε τις ροδαρές. Χαιρόμουν τις όμορφες και συγκινητικές μέρες της Μεγαλοβδομάδας που έχουν μια μαγεία, έσμιγαν οι φαμελιές και ζωντάνευαν τα πατροπαράδοτα έθιμα, που φτάνουν βαθιά μέχρι τις ρίζες των ριζών μας.
Χαιρόμουν τις γιορτινές ετοιμασίες, όπως όταν ασβέστωναν τα σπίτια. Έντυναν στα ολάσπρα το χωριό για να υποδεχτούμε τη Μεγάλη Λαμπρή. Τα σοκάκια του χωριού μοιράζανε ως αντίδωρο την ευγένεια και το μεγαλείο της απλότητας των δουλευτάδων της γης, την σοφία των παραδόσεων και τους σεμνούς τρόπους μιας άλλης εποχής.
Οι μοδίστρες έκαναν νυχτέρια για να ράψουν τα λαμπριάτικα να μην μείνει καμιά γυναίκα παραπονούμενη, αλλά να γκινιάσει την Λαμπρή. Τα πρόσαργα της Μεγαλοβδομάδας οι φαμελίτες ανέμεναν στη μικρή πλατεία του χωριού να ’ρθει το λεωφορείο της γραμμής απ’ τη Χώρα να φέρει τους ξενιτεμένους, με χαρά και να στολίσουν τους φτωχικούς χωματένιους δρόμους του χωριού.
Την Μεγάλη Τετάρτη οι γυναίκες σε ασπρόπετσες πηγαίναν στην εκκλησία πέντε-έξε χαχαλιές στάρι και μια μεσοκαδιάρα μποτίλια λάδι για να γίνει το ευκέλαιο και να μυρωθούμε. Η λειτρουγία της Μεγάλης Πέμπτης είναι μια από τέσσερεις ωραιότερες λειτρουγιές του χρόνου. Οι γυναίκες βάφουν πολλά αυγά να δώσουν και σε εκείνες που πενθούν και δεν βάφουν. Οι κοπελιές φορούσαν τσεμπέρια και πενθούσαν τα πάθη του Χριστού. Οι ψάλτες με σεμνότητα ψάλλουν τα κατανυχτικά τροπάρια, την υμνογραφία των μεγάλων θρησκευτικών ποιητών, που σε μαγεύει και σε γεμίζει ευλάβεια.
Κλητή και παραπονεμένη μέρα της Μεγαλοβδομάδας είναι και η Μεγάλη Παρασκευή. Οι γυναίκες και οι κοπελιές έχουν ξεχυθεί στα χωράφια, να μαζέψουν αγριολούλουδα και μαχαιρίδες, απ’ τις αυλές ρόδα και κοντέδες, και αρισμαρί, κάνουν ματσάκια τις βιόλες και στολίζουνε τον Επιτάφιο. Πολλές φορές σα μπει κανένα χελιδόνι η άλλο πουλί σε κανένα σπίτι ή στην εκκλησία δεν το μαλώνουνε, γιατί λογούνε πως είναι η ψυχή του αγαπημένου τους που γύρισε να τους επισκεφθεί.
Ήφυγες και παράγγειλες να ’ρθεί το χελιδόνι,
μη του χαλάτε τη φωλιά, κανείς μη το μαλώνει
Η αγρυπνιά της Μεγάλης Παρασκευής, είναι από τις συγκινητικότερες της Μεγαλοβδομάδας. Πολύ κόσμος ακολουθούσε στην περιφορά του Επιταφίου. Λέγανε πως όσα ζάλα κάμεις τόσες αμαρτίες σου κόβονται. Τους δρόμους στόλιζε ο γιαγερμός των ξενιτεμένων, το χαρούμενο συντάλαχο από ευχές γλυκομιλιές και καλωσορίσματα. «Καλώς ορίσετε»! «Καλώς σάς ευρήκαμε!». «Καλώς τα δέχτηκες τα κοπέλια σου. Ευχαριστώ. Καλώς τα δέχτηκες και συ τα δικά σου». «Καλά το κάμετε, παιδιά μας, κι ήρθατε. Α δε ρθείτε, δε μορφαίνει το χωριό».
Ξεχωριστός ήταν και ο γυρισμός των στρατιωτών. Το βράδυ του Επιταφίου έρχονταν με τα στρατιωτικά ρούχα και άναβαν μεγάλες κίτρινες λαμπάδες, γιατί αξιωθήκαν να εορτάσουν τα λαμπρόσκολα στο χωριό τους. Μεγάλες κίτρινες λαμπάδες και λιγοστές άσπρες και λαμπαδάκια ήταν αναμμένα πάνω στις βιόλες του Επιταφίου.
Πρωί του Μεγάλου Σαββάτου οι καμπάνες χαρωπά διαλαλούσαν την χαρά της πρώτης Ανάστασης. Ο παπάς στην πρωινή λειτρουγιά του πετά καλορίζικα από την Ωραία Πύλη ψάλλοντας «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην».
Άφτουν τους φούρνους στις γειτονιές για να πυρώσουν τα γαστριά και σαν ασπρίζαν τα θεμέλια είχε «γενεί» ο φούρνος, να φουρνίζουν οι γυναίκες τα λαμπροκούλουρα και τα πεντανόστιμα καλιτσούνια.΄Οσο πλησιάζανε οι μέρες τις Λαμπρής κουραδώνανε τα παιδιά, πιάνανε τα αμπέλια και κουβαλούσαν στους ώμους δεμάτια κληματόβεργες για τη φουνάρα.
Για πενήντα μέρες στο χωριό ανταλλάσσανε τον λαμπριάτικο χαιρετισμό. Ανήμερα της Μεγάλης Λαμπρής στα χωματένια σοκάκια του χωριού λιτανεύανε την Ανάσταση, πηγαίνανε στο νεκροταφείο και λέγανε στους νεκρούς το «Χριστός Ανέστη». Λάμπανε από χαρά, γιατί πιστεύαμε ότι με το «Χριστός Ανέστη» στον Κάτω Κόσμο πέφτουν τα μάνταλα, ανοίγουν οι καστρόπορτες, πικραίνεται ο Άδης, δίκαιοι και οι αμαρτωλοί ξαναγυρίζουν οι ψυχές τους για πενήντα μέρες στον Πάνω Κόσμο. Εκεί όπου ζήσανε και αγαπήσανε γυρίζουν και βολιταρεύουν, βλέπουν εμάς τους ζωντανούς και καμαρώνουν, δίχως εμείς να μπορούμε να τους δούμε. Πολλά από τα έθιμά μας έρχονται από τα αλαργινά, από τις πανάρχαιες ρίζες των ριζών μας. Γαληνεύουν την αγωνία της ψυχής, ζεσταίνουν τις καρδιές και μας οδηγούν στο ξημέρωμα της χαράς, που φέρει αγάπη και περισσότερο φως.
Ο νέος τρόπος ζωής έφερε την ερήμωση της υπαίθρου και νέα ήθη και έθιμα. Σβήνουν τα παλιά, αμφισβητούνται αξίες, κλονίζεται η πίστις, περιφρονούνται οι θρύλοι και οι παραδόσεις και σιγοσβήνει η προφορική ποίηση. Στην κοινωνία της κατανάλωσης και της αποξένωσης των μεγαλουπόλεων μάταια αναζητούμε την χαμένη ευτυχία».
Ωστόσο, στη 2η σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα ποίημα του συγγραφέα, το οποίο, θεωρούμε ότι αξίζει να το μοιραστούμε μαζί σας:
Όντε σιμώνουν οι γιορτές της Μεγαλοβδομάδας τ’ αλάργο δε με βάνουνε, κι ανερωτώ να μάθω,
αν έχει κόσμο το χωριό κι αν ήρθαν τα ξενάκια κι ετοιμασίες σαν παλιά οι χωριανοί αν κάνουν.
Να κρατούν τα εθίματα μα και τις παραδόσεις οι γιεδικοί να σμίγουνε πλούσο σοφρά να στένουν,
αγάπη να ανταλλάσσουνε, να ξεσαρακοστεύουν.
Από τις στράτες του χωριού σβήσανε τα χατίρια, οι ξένοι μπλιό δεν έρχονται, όπως παλιά γιαγέρναν,
που δεν μας ήβανε η ’κκλησά τη Μεγαλοβδομάδα.
Στο μελαγχολικό χωριό παίζει συχνά η καμπάνα, πατρίδα για τους γέροντες γενήκαν τα χωριά μας.
Σαν σκοτεινιάζει στο χωριό μια θλίψη με βαραίνει, γιατί η μικρή πατρίδα μου σβήνει κι αργοπεθαίνει…