Η ιστορία ενός γλάρου...
Φανατικός ερασιτέχνης ψαράς, ο φίλος μου, που τον έχανες πού τον έβρισκες, στο ψάρεμα!
Εφοδιασμένος με όλα τα σύνεργα της ψαρικής, κάθε απόγευμα, μετά τη δουλειά πήγαινε στ’ ακροθαλάσσια της Αμοργού και πετούσε τις πετονιές του.
Δεν ήταν τόσο η εξεύρεση τροφής, αλλά το μεράκι του, να αισθανθεί αυτό το… μαγικό τσίμπημα στο καλάμι του. Κάποια μέρα όμως δέχτηκε μια ασυνήθιστη όσο και απροσδόκητη επίσκεψη. Η βουλιμία, που δυστυχώς δεν είναι μόνο ανθρώπινο ελάττωμα, έβαλε ένα πανέμορφο και μεγαλόσωμο γλάρο σε μεγάλες περιπέτειες! Μεγάλο θεριό η απληστία, έχει καταστήσει δυστυχείς αρκετούς ανθρώπους που είναι αχόρταγοι και ανικανοποίητοι. Το ίδιο αυτό θεριό, έβαλε και το πολυτραγουδισμένο πτηνό σε μπελάδες.
Ο φίλος μου, αισθάνθηκε στην πετονιά του αυτό που ώρα περίμενε: το… μαγικό τσίμπημα! Με μεγάλη αγωνία σήκωσε το καλάμι του και μια τεράστια γόπα (καλαμόβουπα τη λένε οι ψαράδες) βγήκε στην επιφάνεια σπαρταρώντας! Όμως, με το που έκαμε την εμφάνισή της η γόπα, το βουλιμικό πτηνό, εφορμά με απίστευτο θράσος σαν γερμανικό στούκας, για να αρπάξει το λαχταριστό μεζέ. Δεν λογάριαζε όμως τα εμπόδια, που εν προκειμένω ήταν η πετονιά, η οποία μπερδεύτηκε στα νύχια του και στις μεμβράνες που υπάρχουν ανάμεσά τους. Πάει, η γόπα, φαγώθηκε από το γλάρο και ο φίλος μου, έμεινε ενεός παρακολουθώντας το πρωτόγνωρο περιστατικό. Μετά το… γεύμα του, ο γλάρος επιχείρησε να πετάξει αλλά… δεν ανέβηκε όσο ψηλά θα ήθελε, γιατί είχε πιαστεί αιχμάλωτος της πετονιάς…
Ανέβηκε γύρω στα 20 μέτρα και μετά, νά σου τον στην επιφάνεια της θάλασσας. Ανακτά δυνάμεις και επιχειρεί ξανά να απελευθερωθεί, αλλά αντί για την ελευθερία βρέθηκε πιο μπλεγμένος στις πετονιές. Τούτο, το δεύτερο εγχείρημα ήταν πιο απογοητευτικό, αφού μετά βίας κατάφερε να υψωθεί κατά δέκα μέτρα κι ύστερα πάλι, προσγειώθηκε απογοητευμένος στην επιφάνεια της θάλασσας. Δεν είχε ξαναζήσει ανάλογη νίλα και άρχισαν να τον ζώνουν μαύρες σκέψεις… ότι δηλαδή, εξαιτίας της βουλιμίας του θα γινόταν κι εκείνος ένα ωραίο μεζεδάκι…
Επιστρατεύει όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και επιχειρεί εκ νέου το πέταγμα προς την απελευθέρωσή του. Η τρίτη αυτή προσπάθεια, τον απογοήτευσε παντελώς, γιατί πείσθηκε ότι… ήγγικεν το τέλος…
Ούτε καν πέντε μέτρα δεν κατάφερε να υψωθεί από την επιφάνεια της θάλασσας, αφού οι πετονιές είχαν τόσο περιτυλιχθεί στα πόδια του που πλέον δεν τα όριζε. Ήταν σαν να του είχαν φορέσει χειροπέδες.
Ο φίλος μου, που από την ακτή παρακολουθούσε με έκδηλο ενδιαφέρον τις αγωνιώδεις προσπάθειες του γλάρου να σπάσει τα δεσμά του, αποφάσισε να παίξει το ρόλο του ερυθροσταυρίτη και να συνδράμει στην αποδέσμευσή του. Άλλωστε η οικολογική του συνείδηση είναι παροιμιώδης.
Με ταχείς ρυθμούς βρίσκει μια παλιόβαρκα και, κωπηλατώντας έφτασε στο σημείο που ήταν ο γλάρος. Όμως η παροχή βοήθειας κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση ήταν, γιατί η πετονιά είχε γίνει κάτι σαν γόρδιος δεσμός, αλλά το δυσκολότερο ήταν να γλιτώσει από το μακρύ και ασφαλώς επικίνδυνο ράμφος του πτηνού. Επιστρατεύοντας όλη του τη μαεστρία περιτυλίγει με σκοινί το σουβλερό ράμφος του γλάρου. Ο γλάρος, μάλλον καταλάβαινε τις προθέσεις του φίλου μου και τον κοιτούσε επίμονα σαν να ήθελε να του πει να βιαστεί και να του αφαιρέσει τα δεσμά του.
Βασανίστηκε αρκετά ο φίλος μου, έως ότου καταφέρει να κόψει τις πετονιές. Το ψαροπούλι, χωρίς εμπόδια πια, πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά αλλά και μακριά μέσα στο πέλαγος, θέλοντας να κερδίσει όσα πρόσκαιρα στερήθηκε. Ίσως και να ήθελε να πεισθεί απολύτως ότι η περιπέτειά του είχε αίσιο τέλος. Ασφαλώς, ποτέ πια δεν θα ξανακάνει τέτοιο θανάσιμο λάθος, από το οποίο όμως διδάχτηκε, αυτό που εύστοχα λέμε οι άνθρωποι σε τέτοιες περιπτώσεις: «Τον έφαγε η κοιλιά του»…
Υ.Γ. Δεν έμαθα αν ο γλάρος βρήκε τη λεβεντιά να επιστρέψει για να ευχαριστήσει το σωτήρα του, που ήταν ο καλός και αγαπημένος φίλος Χαρίδημος Παπαδημητρόπουλος (Κούδας) από τον Πεύκο της Βιάννου.