Στη μνήμη και το παράπονο
Επιάσαν πάλι τα στενά, βιολιά και μαντολίνα
κι εξανακούστη ο σκοπός, στ’ Άη Γιωργιού τσοι σκάλες
Και κοπελιές κλουθούσανε, μα και ντεληκανίδες
κι ο «Καρυδιώτης» πέρασε ’πο του Σωρού τσοι ρούγες...
Κι ο Κάτω Μύλος, ήβγαλε, φωνή και μίλησέ μου...
Κι είπε μου κι άκου να σου πω, τα μου ’χει μιλημένα:
«Δεν επαραπονέθηκα, ν’ ακούσουν οι γι’ αθρώποι
μα ο Πλάτανος επόνεσε κι η βρύση του, εστάθη...
Γιατί... τα έρμα τα στενά, ήτο σκοτεινιασμένα
κι οι πόρτες, δεν ανοίξανε νοικοκερές να βγούνε...
Αφού οι νοικοκύρηδες, που τα διαφεντεύγα(ν)
από το κόσμο τούτονέ, ήτονε μισεμένοι...
Κι εκείνοι που κανακιστά λέγα(ν) τσοι μαντινάδες...
Εδ' άλλαμπλίρι ανέ γροικού(ν), αλλού και τραγουδούνε...».
Κι εβγήκε το παράπονο και στα δικά μου χείλη
γιατ’ ήθελε η μοίρα μου, να με κρατεί αλάργο...