Με αφορμή μια καντάδα
Ανάμεσα στις λέξεις «επανεμφάνιση» και «αναβίωση» υπάρχει τουλάχιστον μία διαφορά. Εκείνη που προσδιορίζει (ή επιχειρεί να προσδιορίσει) τη διάρκεια του αναφερόμενου φαινομένου. Μια επανεμφάνιση έρχεται και φεύγει… Μια αναβίωση έρχεται για να μείνει…
Το φαινόμενο «καντάδα» που έχει, όπως λένε οι ειδικοί, την απαρχή του στην Ενετοκρατία και που αρχικά εκδηλώνεται στα αστικά κέντρα της Κρήτης, στη συνέχεια ξαπλώνεται προοδευτικά στην επαρχία και στα μέρη της Βιάννου, μιας περιοχής με ιδιαίτερα ευαίσθητη και καλαίσθητη κοινωνία που μουσικά εκφράζεται με ένα δικό της ιδίωμα, τέτοιο και τόσο ώστε, να επιβεβαιώνει την μη ισοπέδωση της μουσικής έκφρασης εκείνης της εποχής, κάτι το οποίο, συνειδητά ή ασυνείδητα επιχειρείται τα τελευταία χρόνια στην Κρήτη απ’ άκρου σ’ άκρο.
Στις Βιαννίτικες καντάδες που, κατά κανόνα, είναι ολιγομελείς, εδώ παίζει ένα ρόλο και η εχεμύθεια, ειδικά αν πρόκειται για καντάδα με χαρακτήρα ερωτικής εξομολόγησης, τραγουδιούνται πατροπαράδοτες ή και αυτοσχέδιες μαντινάδες, πάντα όμως με τον βιαννίτικο χαρακτηριστικό λιτό τρόπο, έναν τρόπο που μοιάζει με τον αντίστοιχο της Ανατολικής Κρήτης, κατά το πλείστον, λιγότερο δε με εκείνο της περιοχής της Πεδιάδας Ηρακλείου. Σίγουρα όμως με πολλές διαφορές από τον τρόπο της Κεντρικής Ορεινής και της Δυτικής Κρήτης.
Οι τραγουδιστές δεν αυτοσχεδιάζουν, ακολουθούν πιστά το ένα κατά κανόνα μουσικό θέμα, στο οποίο αντίθετα, οι μουσικοί, βιολάτορες ή μαντολινιέρηδες, κόντρα στη μονοτονία, επιχειρούν συχνά μικρούς αυτοσχεδιασμούς. Είναι εκείνοι οι μικροί αυτοσχεδιασμοί ή τρόποι, που διαφοροποιούν ανεπαίσθητα τον ένα από τον άλλο μουσικό, που καθιστούν ελάχιστα αλλιώτικο το ένα από το άλλο παίξιμο χωρίς να παρεμβαίνουν με τρόπο καταλυτικό στη βασική δομή του.
Καθαρά Βιαννίτικες μελωδίες- σκοποί ήταν οι, λεγόμενες Ανοικτές Κοντυλιές, η Στραταρίδα, ο Φλισκούνης, το Δεύτερο Ρε , και ο Καλογερίδης (κοντυλιά του φα).
Αυτοί οι σκοποί «ζουν» μέχρι τώρα, μέσα στο αίμα των απανταχού Βιαννιτών, και αυτές οι κοντυλιές επιβάλλεται να διαφυλαχτούν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η παραδοσιακή Βιαννίτικη καντάδα.
Τίποτα όμως δεν μπορεί από μόνο του να πορευτεί στο μέλλον αν εκείνοι που αναλαμβάνουν να το κουβαλήσουν ως εκεί, δεν το γνωρίζουν επαρκώς. Δεν γνωρίζουν τα τεχνικά του χαρακτηριστικά μα και δεν έχουν αποκτήσει βιωματική σχέση μαζί του.
Κι εδώ τοποθετείται η μεγάλη ευθύνη εκείνων που στοχεύουν στη διαιώνισή του.
Διότι μια καντάδα στημένη, μεθοδευμένη, προγραμματισμένη από καλοπροαίρετους, εννοείται, συλλόγους ή άλλους φορείς, κινδυνεύει να γίνει μια καντάδα που απλά «επανεμφανίζεται» μέσα σε ένα πεπερασμένο χρόνο κι όχι μια καντάδα που «αναβιώνει».
Μια καντάδα που αναβιώνει, μια καντάδα δηλαδή που ξαναγεννιέται με την ίδια αρχική της ταυτότητα, απαιτεί μουσική υποστήριξη από γνώστες του μουσικού της ιδιώματος, ανθρώπους που την έχουν μελετήσει θεωρητικά και πρακτικά έχοντας αφιερώσει αντίστοιχα εκατοντάδες εργατοώρες στο άκουσμά της, μέσα από τα σωζόμενα αρχεία και που, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, την έχουν τραγουδήσει-παίξει-ζήσει-βιώσει.
Η παράδοση, ειδικότερα η λαϊκή, δεν υφίσταται χωρίς βίωμα.
Στις 21 του φετινού Αύγουστου, ζήσαμε μια προσπάθεια αναβίωσης της Βιαννίτικης Καντάδας, μέσα από την εμπνευσμένη ιδέα των Πολιτιστικών Συλλόγων της Βιάννου και του Κερατόκαμπου. Η υπεράνθρωπη προσπάθεια των ανθρώπων των συλλόγων, η καλή οργάνωσή της, η σχεδόν παλλαϊκή συμμετοχή, και η εκπληκτική διάθεση συμμετοχής όσων την ακολούθησαν, βάζουν τους ίδιους τους συλλόγους αλλά και ολόκληρη την κοινωνία της Βιάννου προ «νέων» ευθυνών. Εκείνων, όχι μόνο της διαιώνισης της αλλά και της προστασίας της ταυτότητάς της, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της.
Έχοντας την μοίρα του να ανήκω σε μια οικογένεια που εδώ και πολλές γενιές (από πάππου προς πάππου) φιλοξενεί και υπηρετεί με ευλάβεια το Βιαννίτικο μουσικό ιδίωμα κι έχοντας παρακολουθήσει τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα μου (γνήσια εκφράστρια της Βιαννίτικης κουλτούρας και ένα από τα δυο τιμώμενα πρόσωπα της προχτεσινής διοργάνωσης) προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει την εμπειρία και τις γνώσεις στης στις επόμενες γενιές, θέλω με αφορμή αυτή τη γραφή να δηλώσω πως τρέμω μπροστά στην πιθανότητα αλλοίωσης του μουσικού χαρακτήρα της Βιαννίτικης καντάδας καθώς είναι δεδομένη η διαπίστωση πως οι δάσκαλοι των καινούργιων λαουτιέρηδων μη γνωρίζοντας το δικό μας μουσικό ιδίωμα, διδάσκουν εκείνο που γνωρίζουν και που διαφέρει από το Βιαννιτικο.
Δυστυχώς, η Βιάννος, ως φαίνεται, δεν ευτύχησε να έχει στις μέρες μας δάσκαλο λαούτου γνώστη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων.

Κι επειδή μουσικός δεν είμαι, ούτε η οικογένειά μου διαθέτει μουσικούς πέρα από ανθρώπους που αγαπούν το καλό τραγούδι, ντόπιο ή ευρύτερο, θέλω ακόμη να δηλώσω πως το σπίτι μας, τα βιβλία μας, τα βίντεο, οι κασέτες και όλο το μουσικό αρχειακό υλικό μας, είναι στη διάθεση όλων όσων επιθυμούν να μελετήσουν την Βιαννίτικη καντάδα, ακριβώς έτσι όπως έκαναν οι μουσικοί Ραφαήλ και Μαθιός Δαμουλάκης όταν από τα πρώτα τους καλλιτεχνικά βήματα είχαν καταλάβει πως δεν γίνεται να μιλάς για Βιαννίτικο μουσικό ιδίωμα ενώ δεν έχεις τραγουδήσει αμέτρητες ώρες με τη Λευτέρενα, τον Νίκο τον Κόμη, τον Δημήτρη τον Σκαρβελά ,τον Κλεάνθη κ.α.
Πως έστω, δεν γίνεται να μην έχεις ακούσει και ξανακούσει, όσες ηχογραφήσεις έχουν διασωθεί με καντάδες του Σαββαντωνιού, του Μανώλη Παπαγιάννη, του Βαγγέλη του Νίκου, του Μύρου, του Κουσκουμπέκη, του Μιχάλη Πλαντζουνάκη και άλλων.
Η, από το πανωπόρτι του σπιτιού της, εικόνα της μητέρας μου άδουσας δίπλα στους 16χρονους ακόμη, Ραφαήλ και Μαθιό, σε εντελώς ιδιωτικές, σχεδόν μυστικές συνευρέσεις, είναι για όλους εμάς της οικογένειάς της, ο γνώμονας και η πυξίδα, που σχεδιάζει και οδηγεί αντίστοιχα, στη διάσωση της μουσικής κουλτούρας του τόπου μας,
και είμαστε πρόθυμοι όλοι να συνδράμουμε, με όποιο τρόπο μας ζητηθεί, για την ουσιαστική αναβίωσή της.