Ένα κείμενο-ύμνος στο μεγάλο Μάνο Κατράκη!!!
Ο Μάνος Κατράκης, θεωρείται από τους σημαντικότερους (αν όχι ο σημαντικότερος) Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στο Καστέλι Κισσάμου στις 14 Αυγούστου 1908 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Σεπτεμβρίου 1984.
Στο κείμενο που παρατίθεται (ίσως το ωραιότερο που γράφτηκε για τον Μάνο Κατράκη), ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ή Κ.Χ. Μύρης, ένας από τους σπουδαιότερους λόγιους-θεατρικούς κριτικούς και στιχουργούς, αναφέρεται στο υποκριτικό μεγαλείο του Μάνου Κατράκη. Το κείμενο με τίτλο «Σηματωρός», δημοσιεύτηκε στις 9-9 -1984 στην εφημερίδα Ριζοσπάστης με αφορμή το θάνατο του μεγάλου ηθοποιού.
Επισημειώνεται ότι, ένα μόλις χρόνο πριν το θάνατό του, ο Μάνος Κατράκης τίμησε τη Μεγάλη Θυσία της Βιάννου και παραβρέθηκε στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύλλογος Βιαννιτών της Αθήνας «Ο Διαβάτης» στο Λόφο του Στρέφη τον Σεπτέμβρη 1983, απαγγέλλοντας κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη και του Οδυσσέα Ελύτη!
Το κείμενο-ύμνος του Κ. Γεωργουσόπουλου
«Κάθε απόπειρα κωδικοποίησης ενός ύφους τέχνης και ιδιαίτερα της πιο θνητής, όπως του ηθοποιού, χρειάζεται την επιμαρτυρία των συγχρόνων. Αν σήμερα, λίγες ώρες, αφού κηδέψαμε το φθαρτό κορμί του Μάνου Κατράκη, αποπειρώμαι να προσεγγίσω τον υποκριτικό του κώδικα, το κάνω για να έχω τη μαρτυρία όλων όσοι παρέστησαν σαν θεατές στο θαύμα της τέχνης του, ώστε, όπου ψευτίσω την εικόνα, να τη διορθώσουν. Οι νέες γενιές θα πρέπει να μπορούν με τη δυνατή ακρίβεια να φανταστούν αυτό το μέγα - Σήμα που ευτυχήσαμε να δούμε και να ακροασθούμε εμείς, οι περιλειπόμενοι.
Κάθε κατάθεση είναι βέβαια υποκειμενική· διαφορετικά εγγράφεται σε κάθε συνείδηση το γεγονός της τέχνης. Η ευαισθησία του καθενός, η προσληπτικότητα, η ειδητική ικανότητα στην αφομοίωση των καλλιτεχνικών μορφών δημιουργούν ένα πλέγμα, έναν ιστό αισθητικών κριτηρίων που μέσα στην ιστορική και κοινωνική συγκυρία συγκροτεί τον προσωπικό μας δέκτη. Δεν μπορώ να αποφύγω τον κανόνα. Αφομοίωσα την υποκριτική του Κατράκη τμηματικά. Κάθε φορά αποσπούσα από την τεχνική του ένα στοιχείο, και πέρασε καιρός ώσπου να κατορθώσω να εντοπίσω το κέντρο, τον πυρήνα, το ποιητικό αίτιο της τέχνης του.
Όπως σ’ ένα μεγάλο έργο τέχνης χρειαζόμαστε απανωτές αναγνώσεις για να το κατανοήσουμε, όπως σε κάθε έργο, τυχαία ή συνειδητά, διαλέγουμε ένα δρόμο για να διεισδύσουμε στα γνωστικά του, σ’ ένα πίνακα το χρώμα ή το σχέδιο, σε μια γλωσσική σύνθεση το ηχόχρωμα, το ρυθμό, ή την αρχιτεκτονική του, σ’ ένα ποίημα τις λέξεις, τους ρυθμούς ή τις εικόνες, έτσι και με ένα μεγάλο ηθοποιό· φτάνουμε στην ουσία της τέχνης του από διάφορες πύλες εισόδου.
Το στήθος του Προμηθέα
Προμηθέας, 1977

Πρώτα είδα τον Κατράκη, παιδί, στους Δελφούς να παίζει Προμηθέα σ’εκείνη την παράσταση του Καρζή σαν ήθελε να τιμήσει τα 25 χρόνια των Σικελιανών. Ελπίζω πως δεν θα φανεί παράξενο να πω ότι θυμάμαι μόνο το στήθος του. Δεν είναι η παιδική φαντασία που περιόρισε τη μνήμη σ’ αυτό το καίριο σημείο του υποκριτικού σώματος. Τώρα ξέρω και θα με καταλάβουν περισσότερο οι άξιοι ηθοποιοί πως το κλειδί του ρόλου στον Προμηθέα είναι το στήθος του Τιτάνα. Ο Κατράκης είχε συλλάβει με το ένστικτο και με την πρόσφατη αιματηρή του πείρα, πως ο τιμωρούμενος ή ο βασανιζόμενος πρέπει να ανακαλύψει στο δοκιμαζόμενο σώμα του ένα σημείο έσχατης αντοχής, ένα καταφύγιο επιβίωσης και έναν αλτήρα ελπίδας. Το κέντρο βάρους της υπάρξεως.
Ο Κατράκης βρήκε (οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν ψάχνουν, βρίσκουν) πως το σημείο του Προμηθέα είναι το στήθος του. Μ’ αυτό το εργαλείο έπαιξε το ρόλο. Το θυμάμαι αυτό το περήφανο στήθος να πάλλεται, να οργίζεται, να καραδοκεί, να ελπίζει, να φτύνει, να στοχάζεται, να αδημονεί και να οραματίζεται. Αυτό μιλούσε. Τα αλυσωμένα χέρια και πόδια, οι σφήνες στα πλευρά είχαν αδειάσει από ζωή και όλο το κύρος της υπάρξεως είχε μετατοπιστεί στην έδρα της καρδιάς. Όσο κυλούσε η παράσταση αυτό το κέντρο μεγάλωνε, γιγαντώνονταν, κατακυρίευε την ορχήστρα, γινόταν ο κόσμος όλος. Εκεί είχε καταφύγει η ελπίδα του κουτιού της Πανδώρας. Το μαρτύριο του Προμηθέα είχε μεταποιηθεί σε πόθο ζωής και ο πόθος είχε γίνει σάρκα αφράτη σαν το ψωμί. Τώρα μπορούσε να έρθει ο απειλούμενος αετός του Διός να την κατασπαράξει, πάλι και πάλι. Θα έτρωγε αλλά θα έμενε η μαγιά που λέει και ο Μακρυγιάννης. Αυτό ήταν το πρώτο σήμα που μου εξέπεμψε ο Κατράκης.
Το δεύτερο ήταν τα χέρια του. Περιόδευε στην επαρχία με την Ευγενία Γκραντέ, διασκευή από το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ. Έπαιζε βέβαια τον Γκραντέ, την εντελέστερη πύκνωση του Γάλλου αστού. Καχύποπτος, σκληρός, αφύσικος και παθολογικός φιλάργυρος. Ο Μπαλζάκ λέει κάπου στο κείμενο πως κάθε φορά που ο Γκραντέ ανέβαινε από το υπόγειο όπου φύλασσε τα φλουριά του τα μάτια του είχαν μιαν απόχρωση χρυσαφιά. Ο Κατράκης ήξερε πως αυτή η παρατήρηση δεν μπορεί να περάσει στο θέατρο, γι’ αυτό μετατόπισε το υποκριτικό σήμα στα χέρια.
Τα χέρια του είχαν ιδεολογία· αεικίνητα, γαμψά, αρπακτικά. Ψαχούλευαν συνεχώς τα έπιπλα για να βεβαιωθούν πως είναι εκεί, δικά του. Τα χέρια του Κατράκη αφηγούνταν την ιστορία της ανθρωπότητας μέσα από την ιστορία του ανθρώπινου χεριού· από εργαλείο επιβίωσης και άμυνας, είχαν γίνει όργανο αρπαγής, επίθεσης, κτήσης και εκμετάλλευσης. Ήταν στιγμές όμως στην παράσταση που αυτά τα χέρια γινόντουσαν τρυφηλά, αρρωστιάρικα. Ήταν όταν γύριζε από το υπόγειο με το χρυσάφι. Ένιωθες πως η αφή τους είχε κάτι το ιδιαίτερο, μια τεχνητή ευαισθησία, μια κεκτημένη συνήθεια στο μέτρημα. Όπως τα χέρια των ασκητών μετρώντας τις χάντρες του κομπολογιού μετρούν το χρόνο με την προσευχή, ο Κατράκης - Γκραντέ μετρούσε το χρόνο με το χρυσάφι.
Όταν αυτά τα χέρια αγκάλιαζαν αποκτούσαν, κατακτούσαν, έλιωναν.
Κι όταν ακόμα έδιναν είχες την εντύπωση πως έπαιρναν, πως άρπαζαν.
Τα χέρια του ήταν το δεύτερο σήμα που ανέγνωσα από την υποκριτική του Κατράκη.
Η πλάτη του Μίσκιν
Το τρίτο ήταν οι πλάτες του. Έπαιζε στο Ρεξ τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, στη διασκευή του Σκουλούδη. Ήταν η τελευταία πράξη, στο σαλόνι της Ναστάζιας Φιλίποβνας. Αριστερά το τζάκι και δεξιά δύο τρία σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην έξοδο. Πολλοί ηθοποιοί στην σκηνή. Δεξίωση. Εκεί, θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια η Χατζηαργύρη, ο Καρούσος, η Ξανθάκη, ο Μπαλαδήμας, ο Κ. Παπάς, ο Πλούμπης κ.ά. Η Χατζηαργύρη παίρνει ένα μάτσο χρήματα από τον Καρούσο και τα πετάει με μια εξαίσια και υπερήφανη κίνηση στο τζάκι. Γενική αίσθηση! Και όμως, κι ας με συγχωρέσουν όλοι οι καλοί ηθοποιοί, ζωντανοί και μακαρίτες, όλοι είχαν εξαφανιστεί και κυριαρχούσε στην απέραντη σκηνή η πλάτη του Κατράκη (Μίσκιν). Καθόταν σιωπηλός κοντά στη σκάλα με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Κυριαρχούσε με την απουσία του. Χρησιμοποιώ τον όρο με την έννοια που του έδωσε ο Σαρτρ στον υπαρξισμό. Αυτές οι πλάτες γέμισαν τη σκηνή ένα σκοτεινό κενό που όμως δέσποζε. Μια απέραντη κίνηση την ώρα της χειρονομίας της Φιλίποβνας ήταν το σημαντικότερο σχόλιο που έγινε ποτέ για τη ματαιότητα του πλούτου. Ένας καγχασμός για την ανθρώπινη υποκρισία, τον κοινωνικό ανταγωνισμό, τα φαύλα αισθήματα και την ηλιθιότητα του αστικού βίου. Και μαζί καημός για τη ζωή που ξοδεύεται, για τα αισθήματα που ψευτίζουν και για την αγάπη που νοθεύεται.

Πηγή φωτογραφίας: dromena.net.
Όταν... μιλούσαν τα πόδια
Το τέταρτο σήμα ήταν τα πόδια του. Μάθημα διπλό. Πρώτα, τον θυμάμαι στο ρόλο του Γερμανού - Κρέοντα στην Αντιγόνη της Κατοχής του Περγιάλη. Μέσα στις σφιχτές μπότες ήταν πόδια βλάσφημα. Πατούσαν με περιφρόνηση την ξένη γη κι όμως ένιωθες πως κάθε βήμα του πάνω της τον ερέθιζε, τον ηλέκτριζε να την κατασκάψει. Ήταν πόδια που δεν είχαν ποτέ οργώσει και σπείρει, δεν είχαν χαρεί τη φρέσκια μυρουδιά της ανοιγμένης βραγιάς. Πατούσε με τις μύτες μπροστά, διστάζοντας μήπως η φτέρνα του ξυπνήσει τους πεθαμένους αυτού του τόπου. Πόδια που περιφρονούσαν αλλά που έτρεμαν. Και το έβλεπες αυτό στην κλίση των γονάτων και στον πανικό της οσφύος. Δεύτερο μάθημα ήταν τα πόδια του στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη. Κατάγονταν από τη γη, φύτρωναν, άπλωναν βλαστούς. Χαίρονταν που την πατούσαν με το πέλμα ολόκληρο, με σεβασμό και δέος. Έπαιρναν από τη γη αμπάριζα. Η επαφή τους με το χώμα δημιουργούσε μια συνεχή ροή που διοχέτευε χυμούς στον εγκέφαλο. Ο Κατράκης πατούσε και χόρευε, χόρευε και στοχαζόταν.
Στον Οθέλλο τα πόδια του πραγμάτωσαν μια σοφή σύνθεση των δύο παραπάνω σημάτων. Ξεκομμένα από τα οικεία χώματα τα πόδια του Μαύρου προσπαθούσαν να στεριώσουν σε ξένη γη. Συνεχώς τρίκλιζε και παραπατούσε γιατί γυμνασμένος στις αμμουδιές της πατρίδας έχανε την επαφή στα χαλιά και στα πλακόστρωτα της Βενετιάς. Έπρεπε να προσέξετε τις καμπύλες του πέλματός του. Ψαχούλευαν το έδαφος, όπως η τίγρη στο κλουβί. Διστακτικά και περήφανα. Αμήχανα και «βασιλικά».
Τα μάτια του Δον Κιχώτη

«Δον Κιχώτη», 1973. Μάνος Κατράκης, Παντελής Ζερβός (Σάντσος), Τζόλλυ Γαρμπή (Τερέζα Σάντσαινα) (Πηγή)
Το πέμπτο σήμα του Κατράκη μου δόθηκε στον Δον Κιχώτη. Ήταν τα μάτια του. Πυρετικά και θλιμμένα. Πονετικά και ταυτόχρονα αγέρωχα, πονηρά και αφοπλιστικά αθώα. Κολασμένα και παρθενικά. Αδηφάγα και θεονήστικα. Τι ψυχή ήταν αυτή που μπορούσε συνάμα να παντρεύει στα μάτια ήλιο και βροχή; που μπορούσε να αστράφτει και να συννεφιάζει; Τα μάτια του Κατράκη - Δον Κιχώτη κλαίγαν μαζί και γελούσαν, θρηνούσαν τη θλιβερή πραγματικότητα ενός κόσμου χωρίς όραμα και πίστη και υμνούσαν την ανατολή ενός κόσμου που ανέβαινε γεμάτος όνειρο, πίστη, αθωότητα και αγάπη. Έβλεπες πως αυτά τα μάτια δεν ατένιζαν μιαν ουτοπία αλλά το μέλλον μιας ελπίδας. Στη διασκευή που έπαιζε στο Εθνικό Θέατρο έμεινα με την εντύπωση πως κατόρθωσε το αδύνατο. Στη σκηνή του θανάτου, λίγο πριν κλείσει τα μάτια, πιστεύω πως διέκρινα το ένα μάτι του να θλίβεται για την κατάντια του πεζού κόσμου, αλλά μαζί να θλίβεται που τον άφηνε και το άλλο μάτι του να λάμπει για την προσδοκία ενός μέλλοντος κόσμου που ήταν ταυτόχρονα ποιητικός και πραγματικός.
Το θαύμα της φωνής
Το τελευταίο, ήταν η φωνή του. Έγραψα κι αλλού γι’ αυτό το θαύμα και τόνισα την αίσθηση της συνέχειας της γλώσσας που μετέφερε. Ο Κατράκης με τη φωνή του κατάργησε την τυπογραφία. Ξαναέκανε τη γλώσσα μουσική της αγοράς λαού, έδωσε στη γλώσσα, που οι περιπέτειες της αστικοποίησης και της κατανάλωσης την έκαναν εργαλείο συναλλαγής, τη διάσταση της ψυχικής επικοινωνίας που είχε πάντα στη συνείδηση του λαού μας. Την ουσίωσε. Την πήρε από τα μάτια των αναγνωστών και την ακούμπησε στα αυτιά των ανθρώπων. Από το λίχνο της μοναχικής παρηγοριάς μετάφερε την νεοελληνική ποίηση στην Εκκλησία τον Δήμου. Η φωνή του, ένα φυσικό προϊόν που έγινε, με το συναίσθημα, την εμπειρία και την καλλιέργεια, πολιτισμικό φαινόμενων αποκατέστησε τη σχέση των ποιητών με τους φυσικούς τους αποδέκτες, το λαό.
Παγκοσμιότητα
Περίμενα τον Ληρ, αυτό το έργο Διαθήκης, για να μελετήσω την τέχνη του Κατράκη ως σύνολο. Δεν το επέτρεψε ο θάνατος. Έτσι ο συνθετικός του υποκριτικός κώδικας θα μας μείνει, όπως τον πρότεινε στο Ντα. Πήρε ένα ποιητικό διαμαντάκι ηθογραφικό και του έδωσε παγκοσμιότητα.

Εκεί τα στοιχεία που απαρίθμησα δέθηκαν σε διαλεκτική σχέση. Έγραψα τότε πως ο τρόπος με τον οποίο εισήλθε ο Κατράκης στη σκηνή, ο τρόπος που πρόβαλε στον ορίζοντα του ποιητικού χώρου, ήταν το άπαντο της υποκριτικής τέχνης. Το σώμα-σήμα έδωσε εξαίφνης το στίγμα του. Ο λόγος εγένετο Σαρξ. Γεννήθηκε ένας άνθρωπος πλήρης, αθάνατος. γιατί το ποιητικό γεγονός γίνεται από φθαρτά υλικά αλλά τα υπερβαίνει.
Μίλησαν πολλοί για το ταλέντο του Κατράκη και άφησαν μια υπόνοια μεταφυσικής σ’ αυτή την εκτίμηση. Επειδή δεν πιστεύω στη μαγεία, νομίζω πως το υποκριτικό φαινόμενο του Κατράκη είναι προϊόν μιας αντιφατικής, δηλαδή πολύ ανθρώπινης ζωής, προϊόν μιας πλούσιας εμπειρίας. Οι αγώνες του, τα βάσανά του, οι έρωτές του, τα πάθη του, ο αξεδίψαστος βίος του, ήταν η μοναδική του προίκα.
Μικρός ήθελε να γίνει ναυτικός. Η μάνα του τον εμπόδισε. Κι όμως ταξίδεψε πολύ με ούριο άνεμο μέσα στο καράβι της τέχνης και της ζωής και εκόμισε μέγα πλούτος και μας τον χάρισε αφειδώλευτα. Τώρα που άραξε στο στερνό λιμάνι, τώρα που έκλεισαν για πάντα τα μάτια του, το ένα θλιμμένο, το άλλο γελούμενο, εμείς θα συνεχίζουμε το ταξίδι μέσα στα θαυμάσια πλούτη που μας κληροδότησε».
Πηγή κεντρικής φωτογραφίας:Πηγή Εικόνας: tetartopress.gr