Βιογραφικό σημείωμα
Προκειμένου να καταστεί προσέτι γνωστή η προσωπικότητα του γράφοντος, παρακαλώ όπως αναγνώσετε με τη δέουσα προσοχή τα παρατειθέμενα στοιχεία προς γνώση και…(προφανώς) συμμόρφωση, ίνα μη διανοηθείτε μελλοντικά να πείτε: «Δεν ήξερα».
Αν θα μπορούσα ποιητικά να σκιαγραφήσω τα 65 μου χρόνια θα έλεγα την ακόλουθη μαντινάδα του Μιχάλη Στεφανάκη:
«Χαρές στο διάβα της ζωής, δεν το θυμούμαι να ’δα
Όλη η ζωή μου ήτανε, μια Μεγαλοβδομάδα».
Παρά ταύτα όμως εννόησα νωρίς-νωρίς, ότι ο δρόμος για την ανάσταση έπεται εκείνου της σταύρωσης. Έτσι και καθώς η ζωή τραβάει την ανηφόρα και ο σταυρός πληγώνει το σώμα, εγώ πλέον, κατανόησα ότι ο προορισμός δεν είναι μόνο ο Γολγοθάς. Θυμούμαι μικρό παιδί κάπου 7-8 χρονών βρισκόμουν με τον πατέρα μου σε κάποια εκπληκτικής ομορφιάς υψώματα απέναντι της Άνω Βιάννου, όπου σπέρναμε κριθάρι. Εκείνο το πρωί συνειδητοποίησα, για πρώτη ίσως φορά, την κοσμογονία, έτσι καθώς είδα ευδιάκριτα το φωτοστέφανο του ήλιου να προβάλλει από το πρώτο ύψωμα. Ήταν τόσο δελεαστικός, που την άλλη μέρα πήρα ένα μπαστούνι και, πρωί-πρωί, ξεκίνησα για να ανέβω στο ύψωμα να τον αγγίξω! Βλέπετε ο μύθος του Φαέθοντα είναι διαχρονικός… μόνο που εγώ δεν είχα το τιμόνι να κουμαντάρω τον ήλιο…
Όταν ανέβηκα διαπίστωσα ότι θα έπρεπε να ανέβω ακόμη ένα ύψωμα. Το ανέβηκα. Όσο ανέβαινα η προσμονή και ο πόθος μου γιγαντώνονταν. Όταν έφτασα στην κορυφή διαπίστωσα ότι έπρεπε να ανέβω κι άλλη κορυφή. Με επανέφεραν στην πραγματικότητα οι αγωνιώδεις φωνές του πατέρα που, με έκδηλη αγωνία, με καλούσαν να επιστρέψω. Ο ήλιος ευτυχώς ήταν πολύ ψηλά κι έτσι δεν έλιωσαν οι ελπίδες μου να φτάσω κάποτε στην ψηλότερη κορφή. Όταν ιστόρησα στον πατέρα το εγχείρημά μου, εκείνος μου απάντησε σοφά, επικαλούμενος ένα στίχο του Βιτσέντζου Κορνάρου:
«Πάντα ’ναι στα ψηλά φωτιά
και τσοι φτερούγες καίγει,
’κεινού που τ’ ανημπόρετα
και τ’ άπιαστα γυρεύγει».
Τότε κρατούσα το μπαστούνι γιατί, αργότερα το ξύλο βάρυνε και ο σταυρός γινόταν σαράκι κατατρώγοντας τη σάρκα μου.
Ανέβαινα τις κορφές κι όσο ανέβαινα, πλήθαιναν οι γνώσεις που το σαντιγί τους ήτανε ανάκατα πίκρα, σκαμπίλια, αλλά και χαρές! Κάθε κορφή μου έδινε κι άλλες γνώσεις, πρωτόγνωρες! Καμιά κορφή δεν ήταν σαν τις άλλες. Κανένα γεωφυσικό ανάγλυφο δεν ήταν ίδιο! Απ’ όλα όσα είδα έγιναν σοφότερος…
Εκείνη η πρώτη κορφή, στα μίζερα και «κασασμένα» παιδικά χρόνια γέννησε την αναρχία της εφηβείας. Αιτίες άπειρες για ένα επαναστατημένο χωριατόπουλο. Διάλεξα τη φυγή στην πρωτεύουσα των πρωτευουσών, που από τότε έκανε αυστηρές επιλογές στους ενοίκους της. Μ’ έδιωξε κακήν κακώς κι αυτή. Η επιστροφή ήταν κάτι σαν ήττα. Ο καγχασμός και… τα γελοχαχαρίσματα της άρχουσας τάξης,όπλισαν ξανά τις καραμπίνες της ψυχής… Ξαναέφυγα…. Δεν είναι εύκολο να πηγαίνεις κόντρα… Αλλά δεν το έβαζα εύκολα κάτω… Ήμουν ένας στιγματισμένος φυγάς, που ρουφούσε αχόρταγα τη γύρη της γνώσης. Άλλη μια κορφή πατήθηκε. Ύστερα ήρθε ο καιρός για τα πρώτα καρδιοχτύπια. Ο έρωτας σε στροβιλίζει στα απόνερά του κι αν αντέξεις, έχει καλώς. Άντεξα. Με απώλειες, με κόστος. Αλλά άντεξα. Κι άλλη κορφή.
Στρατός. Τα χουντικά αποβράσματα θέλησαν να τσαλακώσουν την ψυχή μου. Βρήκαν απέναντί τους τη γεμάτη ψυχή μου. Κώλωσαν. Μια ακόμη κορφή βρέθηκε από κάτω μου. Ύστερα ήρθε ο…Ησαΐας. Ένας απαίσιος ισοπεδωτικός γέροντας που τον ενδιέφερε μόνο ο χορός του. Τίποτε άλλο! Άλλη κορφή! Η πιο γλυκιά κορφή η γέννηση του Γιάννη μου! 23 Ιουνίου 1981! Η πιο μεγάλη στιγμή του πολέμου, και το ακριβότερο λάφυρο! Ύστερα ήρθαν τα…χιόνια. Οι εποχή των παγετώνων. Η ψυχή μου μπήκε στην κατάψυξη. Άντεξα. Γκρεμίστηκα στη χαράδρα του… Ησαΐα και έσπασα την καρδιά μου. Ακόμη σήμερα υπάρχουν ουλές…
Βρήκα δυνάμεις να συνεχίσω. Απόκτησα κι άλλη γνώση, κι άλλη δύναμη κι άλλη αυτοπεποίθηση. Καμιά κορφή δεν ήταν ίδια. Άλλα περάσματα, άλλο ανάγλυφο, άλλες Κίρκες κι άλλοι Λαιστρυγόνες. Στη συνέχεια ήρθε η στιγμή της απόδρασης. Πάλι φυγάς. Πάλι εμιγκρές. Στον απόσκιο της γενέθλιας γης είχε πολλές μύγες. Στην αρχή τις έδιωχνα, μετά τις σκότωνα!! Ως νέο άλογο στην αγέλη της πασοκοκρατούμενης Βιάννου μ’ άρχισαν τις κλωτσιές. Έπρεπε να ενταχθώ στην αγέλη τους, με τους όρους της καθεστηκυίας τάξης. Ήταν η στιγμή της επίθεσης. Όχι με γιούργια και τακτικές, αλλά με αντάρτικο και πρακτικές του Άρη. Ήταν ο μόνος τρόπος να αντιπαρατεθώ στους γκουρού ψευτοσοσιαλιστές, τους χθεσινούς υμνητές της χούντας που βρήκαν ανοικτή πόρτα στις πράσινες τσόχες και ..μπήκαν. Την ίδια εποχή ο δημόσιος προφορικός και γραπτός λόγος βγαίνει από μέσα μου ωσάν λάβα. Τα όνειρα εκδικούνται πάντα και τώρα ήρθε η στιγμή τους. Δυο ψηλές απρόσιτες κορφές ήταν πια κοντύτερες από μένα. Ύστερα ήρθε ξανά ο έρωτας.
Τραυματισμένα όνειρα
νεκρές ελπίδες πάλι
κι ο δρόμος κακοδιάβατος
Θεέ μου και πού θα βγάλει;
29 Δεκέμβρη 1990 βλέπει το πρώτο φως του ήλιου ο Λευτέρης μου. Το άλλο αστέρι μου. Μόνο στις δυο απ’ τις πολλές κορφές συνάντησα ωρ(αι)οπέδια με τόση απίστευτη ομορφιά και τέτοια πηγή δύναμης!
Βρίσκομαι στην κορφή μιας ψηλής κορφής πληγωμένος και κάθιδρος, όμως γεμάτος και... ζουμερός. Κάτω μου δεκάδες κορφές και υψώματα με κοιτούν αποσβολωμένες. Εμένα μου φαίνονται μικρές κι ασήμαντες με σχεδόν μηδενικό υψόμετρο. Το ρίχνω στο χωρατό. Θυμούμαι τα λόγια του Καζαντζάκη: «δε υπάρχει κορφή, υπάρχει μόνο ύψος». Στις σπανές βουνοκορφές αισθάνομαι κι άλλων ανθρώπων το αγκομαχητό που αγωνίζονται κι αυτοί ν’ ανέβουν. Άλλος αντέχει το βάρος του σταυρού κι άλλος κλατάρει. Παραδίνεται όμως αγωνιζόμενος. Άλλοι προτίμησαν να πεθάνουν στα... πεδινά με κατεβασμένα τα παντελόνια. Όσο ο χρόνος ξετυλίγεται τόσο οι δυνάμεις αποκάνουν.
Δε δουλεύεις πια με τη δύναμη αλλά με το μυαλό και το συναίσθημα. Είμαι γεμάτος αλμύρα που άφησε πίσω ο ιδρώτας της ψυχής και της καρδιάς μου. Βάζω τα χέρια στο μέτωπο και προσπαθώ να δω στη απάνω κορυφή το Δία και μετά τα βάζω στ’ αυτιά μήπως κι αφουγκραστώ την οργή του. Κάτι βλέπω να διακρίνεται πίσω απ’ το πούσι, μια θολή σιλουέτα κατά σαν τη μορφή του γενειοφόρου ανώτατου θεού. Στην όσφρησή μου φτάνει η χνωτίλα του, που μυρίζει βαθύ-μπρούσκο κρασί. Η υπόνοια της παρουσίας του με κεντρίζει. Ξαναβάζω μπροστά κι απλώνω ξανά την παλάμη μου ανιχνεύοντας το νοτερό περιβάλλον. Απίστευτο! Μια ολοκόκκινη παπαρούνα στη ρίζα του βράχου! «Κυκλάμινο-κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα, πού βρήκες χρώματα κι ανθείς που μίσχο και σαλεύεις;». Να το κέρδος του Γολγοθά. Να η πληρωμή! Ένα ατόφιο χαμόγελο σκάει στα χείλη μου. Να ναι το τέλος; Να ναι οφθαλμαπάτη; Ίσως.
Ήρθα με κλάμα στη ζωή
κι ακόμη πώς να αρνέψω
Ίσως το γράφει η μοίρα
μου με γέλιο να μισέψω
Υ.Γ. Ελπίζω το βιογραφικό μου να αποδειχτεί επαρκές ώστε να «προσληφθώ»!
Υ.Γ. 2 Προσφέρεται δωρεάν θέση στην Παράδεισο, η οποία μου είχε παραχωρηθεί κατά την παιδική και εφηβική μου ηλικία. Μετά από ώριμη σκέψη, προτιμώ την Κόλαση, γιατί δεν αντέχω τη μοναξιά…
Σημείωση: Το κείμενο χρονολογείται περί το 2.000 μ.Χ.