Οφειλόμενο αφιέρωμα στον Ευριπίδη Πλαγιωτάκη
Σε ιδιόχειρο σημείωμά του που έχει τον τίτλο «Μνήμες ενός επονίτη», ο αείμνηστος Ευριπίδης Πλαγιωτάκης από την Έμπαρο Βιάννου γράφει τα ακόλουθα:
«Ήταν τότε το φθινόπωρο του 1943 ήμουν στα δεκαπέντε προς τα δεκάξι μου χρόνια κάτω ακόμη από την μπότα και τη σκλαβιά του Γερμανού κατακτητή. Ήταν ο τρίτος μου χρόνος που οργανωμένος και ανοργάνωτος και για οικογενειακούς λόγους συνέβαλα στην Εθνική Αντίσταση. Είχα πολλές εμπειρίες που πολύς χώρος θα χρειαζόταν για να τις αναφέρω. Η μεγαλύτερη όμως ήταν αυτή με την καταστροφή της επαρχίας Βιάννου, τα μέσα χωριά κατά την τοπική μας επωνυμία. Ακολούθησαν και διάφορα με το που βρέθηκα κοντά τους που με επηρέασαν όπως επηρέασαν όλους που βρέθηκαν μέσα σ’ αυτό τον κύκλο των γεγονότων. Η ψυχή μου, ψυχή ενός δεκαπεντάχρονου αγοριού, ήταν βαριά και παραπονεμένη και σ’ αυτή την ψυχική κατάσταση μια πρωινή που βγήκα στα χωράφια και επηρεασμένος από όλα αυτά, το μυαλό μου και η γλώσσα μου σαν μοιρολόι άρχισε να συνθέτει και να ψάλει το παρακάτω μου τραγούδι που ο τυραννισμένος και πενθισμένος λαός το καθιέρωσε σαν ύμνο της επαρχίας Βιάννου».

Αυτή είναι η ζωντανή μαρτυρία του ανθρώπου που, καταφανέστατα επηρεασμένος από την τραγωδία τα μετέτρεψε στο γνωστό μοιρολόι-Ύμνο της Βιάννου!
Οι εκδηλώσεις για την 83η επέτειο των τραγικών γεγονότων του Ολοκαυτώματος των χωριών της Βιάννου και της Δυτικής Ιεράπετρας έβαλαν ξανά στα χείλη των απλών ανθρώπων τον ύμνο της Βιάννου, που, όπως προελέχθη, με αφορμή την τραγωδία αυτή έγραψε και μελοποίησε ο 15χρονος Επονίτης Ευριπίδης Πλαγιωτάκης από την Έμπαρο.
«Αδέλφια σαν θα πάτε στης Βιάννου τα χωριά
μνήματα μην πατάτε, θα πάρουνε φωτιά.
Στα μνήματα εκείνα που τόσο λυπηρά
αδέλφια εταφήκαν για την ελευθεριά.
Μια μέρα του Σεπτέμβρη που ‘λαμπε ο ουρανός,
μα στα χωριά της Βιάννου ήτανε σκοτεινός,
οι βάρβαροι επήγαν και βάλανε φωτιά,
του Γερμανού το βόλι αθώους δεν ψηφά.
Πολιτισμένη χώρα στσ’ Ευρώπης την κορφή
τους διεθνείς τους νόμους όλους τους εκτελεί.
Σκορπίσανε τον τρόμο, σωρέψανε νεκρούς,
Μυρά, Καφαλοβρύσι δεν ‘φήκαν ζωντανούς.
Ανάθεμα τη χώρα, κατάρα στη φυλή
αιώνες να περάσουν να μην συχωρεθεί».
Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Viannitika.gr ο ιατρός-πολιτισμολόγος και συγγραφέας Αγησίλαος Αλιγυζάκης, μεταξύ των άλλων, γράφει:
«Ο λαϊκός ποιητής Ευριπίδης Πλαγιωτάκης με δωρική λιτότητα ακολούθησε τη ρήση του Διονυσίου Σολωμού: «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους και μετά βαθιά η καρδιά να αισθανθεί ότι ο νους συνέλαβε». Η ανείπωτη τραγωδία του Ολοκαυτώματος της Βιάννου έπρεπε πρώτα να γίνει «κατανοητή» με τη λογική (το νου) του ποιητή και στη συνέχεια η καρδιά να εκφράσει τον αβάσταχτο ανθρώπινο πόνο. Μόνο η ποίηση μπορούσε να «μιλήσει» για τα αμίλητα συναισθήματα πόνου, θλίψης, οργής, απώλειας και απελπισίας».
Και παρακάτω:
«Η σύνθεση, γνήσιο κρητικό μοιρολόι, εκφράζει με ελεγειακό τρόπο τον πόνο των ζωντανών-νεκρών Βιαννιτών. Στον «Ύμνο της Βιάννου» συναιρούνται το ηρωικό, το τραγικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Ο ηρωισμός φαίνεται στις λέξεις, «[…]αδέλφια εταφήκαν για την ελευθεριά», «[…]το βόλι αθώους δεν ψηφά», η τραγωδία εξεικονίζεται στους στίχους «[…]μνήματα μην πατάτε[…]», «Στα μνήματα[…]λυπητερά», «Σκορπίσανε τον τρόμο, σωρέψανε νεκρούς», «Μυρά, Κεφαλοβρύσι δεν ’φήκαν ζωντανούς», ενώ το θρησκευτικό στοιχείο στην κατάρα «Ανάθεμα τη χώρα, κατάρα στη φυλή αιώνες να περάσουν να μην συχωρεθεί».
Παραθέτω δύο πολύ σημαντικά στοιχεία: Το ένα είναι το ιδιόχειρο σημείωμα του αείμνηστου Ευριπίδη Πλαγιωτάκη που μου εμπιστεύθηκαν συγγενικά του πρόσωπα και το άλλο είναι η παρτιτούρα, την εναρμόνιση της οποίας έκανε ο μουσικός Γιάννης Κιαγιαδάκης σύμφωνα με τη μουσική καταγραφή του αείμνηστου Μανώλη Γ. Στρατάκη.

Δεξιά η κ. Μυρτώ Πλαγιωτάκη, αδερφή του Ευριπίδη Πλαγιωτάκη και αριστερά ο Μανώλης Σπανάκης
Πράγματι, οποτεδήποτε κι αν τραγουδήσουμε τον Ύμνο της Βιάννου, έχουμε ιερό χρέος να αναφερόμαστε στον αείμνηστο Ευριπίδη Πλαγιωτάκη…