Άσε με να σε λογιάζω Παναγία!
Ένα χαμηλοτάβανο μονόσπιτο ήταν όλο κι όλο το ιδιόκτητο εμβαδόν, που κατά τη δικαιοσύνη του Κυρίου, και των «κυρίων», εδικαιούτο η Μαρία με τη φαμελιά της.
Τα τρία μεσοδόκια που σήκωναν στις πλάτες τους τη σκεπή, γίνονταν τα βράδια πίστα πατινάζ για τα ποντίκια. Ανάμεσα στα κέδρινα δοκάρια και στις ξερές πικροδάφνες φώλιαζαν τα τρωκτικά, για να μπορούν από κοντινή απόσταση να προσεγγίζουν τα λιγοστά τρόφιμα αλλά και τα τραγανά των ενοίκων.
Η μοίρα είχε εγκλωβίσει ψυχές και τρωκτικά σ’ ένα μονόσπιτο, που βρίσκονταν στην Οδό Κολάσεως. Ο άντρας, ένας τριχωτός πίθηκος νεότερός της, ραχάτευε ολημερίς στα γρουσουζάδικα του χωριού και τις νύκτες έσπερνε κοπέλια… Αυτή ήταν μια αντρογυναίκα που γάνωσε μικρή-μικρή την καρδιά στο πατρικό κολαστήριο. Ο κύρης της δεν ήταν τόσο φειδωλός στις βιαιοπραγίες όσο στα λόγια. «Μουρά και ζάλο» τη λαλούσε κι αυτή, συνήθισε τον άντρα-αφέντη να κουμαντάρει σάρκα και ψυχή. Έτσι, όπως τα ζώα του τσίρκου, απ’ τα παιδικά της κιόλας χρόνια, απ’ το πολύ ξύλο έμαθε καλά τα νούμερά της. Στο μεροκάματο, από πρωί ως το βράδυ για 7-8 δραχμές. Ο «αφέντης» της όταν ξυπνούσε, γράσωνε τα μαλλιά για να γυαλίζουνε, φορούσε ένα νάιλον άσπρο πουκάμισο και κατηφόριζε να συναντήσει τους άλλους λεχρίτες του χωριού. Εκείνη διέγραφε αγόγγυστα την 24ωρη ζοφερή της τροχιά: μεροκάματο-σπίτι-κρεβάτι και, ίσα που προλάβαινε να «κλαδέψει» λίγο τα μάτια της και ξαναδώστου.
Ένα-δυο νεροπότηρα κρασί στη ζούλα, ήταν το απολυτίκιό της. Το αλκοόλ ήταν η ντόπα της αντοχής. Στην παρανομία όμως, γιατί το «σύστημα» εκτός από κρεβάτι και μεροκάματο δεν επέτρεπε άλλες υπερβάσεις.
Ύστερα άρχισε να γεννοβολά. Κάτι μυξιάρικα που γυρνούσαν στα στενά σαν τελώνια, κάνοντας κολαΐνες την πείνα και την εξαθλίωση. Αφυδατωμένες ψυχές βουτηγμένες στην ώχρα της μετεμφυλιακής αγγλοσαξονικής σαπίλας, έτρωγαν τις μύξες τους σαν σερενάτες. Στα κασιδιασμένα τους κεφαλάκια δε χωρούσαν τα γράσα του σατράπη.
Η ζωή τοποθετήθηκε μέσα στα πανέρια της λαϊκής, αλλά ξέμεινε στα αζήτητα.
«Τι αποφόρι να σου δώσω μωρή Μαρία, να ντύσεις τα χελώνια σου που αυλακώνουν με τη γύμνια τους τα δασιά στήθια της αξιοπρέπειας», τη ρώτηξε η γειτόνισσα η Μαγδαληνή.
Η Μαρία όλη τη μέρα ήταν στο μεροκάματο κι όλη τη νύχτα ένιωθε στα σκέλια της τον σπόρο του αρσενικού φαλλοκράτη. Γεννούσε ασταμάτητα, σαν τη γη Χαναάν, βγάζοντας απ’ τα σπλάχνα της κάθε λίγο και λιγάκι μια ζωή.
Τα κουρασμένα και πρόωρα γερασμένα γιγάντια χέρια της μοιάζανε στην Παναγία τη Βρεφοκρατούσα, έτσι στοργικά όπως αγκάλιαζε τα φλισκουνιασμένα γιασεμιά της. Τα τρία πρώτα άντεξαν την Κατοχή, που για ορισμένους δεν έλεγε να τελέψει. Το τέταρτο – ένα γέρικο μωρό – έζησε όλους κι όλους τέσσερις Δεκέμβρηδες κι ύστερα του ’βαλε μια τρικλοποδιά ο άγιος Πέτρος και πάει…
Όσοι το γνώρισαν, το μόνο που θυμούνται ήταν δυο καλάμια και πλευρά που ευδιάκριτα σχημάτιζαν ένα θώρακα που στην κορυφή του είχε ένα μόνιμα ανοιχτό στόμα και στα τέσσερα άκρα μεγάλα νύχια σαν ασβού. Το κηδέψανε καμιά δεκαριά νοματαίοι όλοι κι όλοι δίχως δάκρυα. Το τίμημα του θανάτου ίσα που άξιζε το βουβό κλάμα της μάνας καθώς ανασάκιαζε τις ελιές, γιατί το αφεντικό δε σήκωνε συναισθηματισμούς και λιγώματα «εν ώρα εργασίας».
Μοναχά το απόδειπνο όταν ξεμονάχιαζε τον εαυτό της στα ραντολόγια, εναπόθετε δάκρυα και μύξες μαζί, στο μαύρο τσεμπέρι που γινότανε με μιας λιβανιστήρι και ένας δίσκος κόλλυβα για το άμοιρο. «Έλα μωρή να σου βάλω ένα ποτήρι κρασί», της έλεγε συχνά η ξαδέρφη της, που δε μπορούσε να ξεχάσει ότι στα μεγάλα ζόρια της, η Μαρία, σε ρόλο αέναης οικουμενικής μάνας, γινότανε η Αμάλθεια και για τα δικά της κουτσούβελα.
Το νάμα, ήτανε το συσσίτιο ολόκληρης της ύπαρξής της. Πιοτό και φαί μαζί. Το φαί, βενζίνα στον κινητήρα του σώματος και το αλκοόλ, μαγικό καύσιμο να μην κολλήσει στο τέλμα του σατράπη με τα γράσα. Έτσι περνούσανε οι χρόνοι. Κι ύστερα μπήκε στη ζωή της και η… ξενιτιά.
Ποια ξενιτιά δηλαδή… Σάμπως τώρα είχε πατρίδα; Ό,τι είχε και δεν είχε ήταν τα τρία ελάφια. Αλλά ο προκομμένος αποφάσισε να τραβήξει σ’ άλλες πολιτείες, προφασιζόμενος μια καλύτερη μοίρα. Όμως, η μοίρα είναι σαν το ψωμί, που η νοστιμιά του εξαρτάται από το αλεύρι, τη ζυμώστρα και τη φουρνάρισσα, και του λεγάμενου, ούτε το αλεύρι του ήτανε σόι, μα ούτε κι οι φουρναραίοι του καλοί.
Το βουβό κλάμα της Μαρίας κράτησε χρόνια, γιατί αυτή ψυχανεμιζόταν πόσο πλάνες και μαγεύτρες είναι οι ξενιτιές. «Δεν περιμένω ’γω καλιμέντα απ’ όνομίς του», έλεγε συχνά, αλλά τον ήθελε κοντά της, έτσι πασαλειμμένο με τα γράσα του, να οσμίζεται τη βαρβατίλα του που την όπλιζε να ξαναδώσει ταχιά κλώτσο του ήλιου. «Άστονε, μωρή, να πάει στο αγιάγερτο», της έλεγαν οι κοντινές της όταν την έβλεπαν να σιγοκλαίει. Ύστερα σκούπιζε τα δάκρυα στο κάτω μέρος του τρυπημένου ρούχου κι αρπούσε τη νερόκουπα με το κρασί.
Νάρθηκα έβαλε στην καρδιά και στην ψυχή της ν’ αντέξει τους Λαιστρυγόνες και οστρακοποίησε τα συναισθήματά της που συχνά την κυλιούσαν καταγής.
Το αγέλαστο, ρυτιδιασμένο της πρόσωπο είχε αιχμαλωτισθεί σε μια βαθιά μελαγχολία και μόνο όταν ρουφούσε 1-2 κούπες κρασί, μισογελούσε-μισοέκλαιγε. Θυμότανε τον προκομμένο της κι άξαφνα άρχιζε το τραγούδι:
«Η ξενιτειά σε χαίρεται,
γλυκιά παρηγοριά μου,
τώρα ποια μάτια σε θωρούν
και κλαίνε τα δικά μου».
Ύστερα πάλι φορούσε ένα ρεαλιστικό μανδύα και μονολογώντας έδειχνε τάχα μου την απόρριψη στο λιγδιασμένο βαρβατικό της: «Δεν πάει, στο διάολο ή θαρρεί πως θα σκάσω;», έλεγε στους ατέλειωτους μονολόγους της.
Πάνω στον ιμάντα της καρδιάς της κυλούσανε πότε η χαρά και πότε η λύπη, πότε η μελαγχολία και το σαράκι, προϊόντα παραγωγής του ίδιου εργοστασίου. Το μαύρο τσεμπέρι έκρυβε τις ψαρές τρίχες που στα τριάντα πέντε της βουτήχτηκαν μέσα στο πηχτό κάτασπρο βάμμα της πίκρας. Άλλο ένα τσεμπέρι στην καρδιά, εκεί που ήταν τα άδηλα και τα κρύφια. Στο πηχτό σκοτάδι της έκρυβε όλη την πίκρα για όσα ζούσε και όσα δε θα ζούσε ποτέ.
Όχι ότι ζητούσε σπουδαία πράγματα. Ήθελε να νιώθει κι αυτή τη σιγουριά, που προσδίδει σε μια γυναίκα το αρσενικό, ασχέτως πως ο… προκομμένος της ήταν αρσενικός μόνο στα σκέλια.
Ένα βράδυ βρέθηκε στον πρόγαμο μιας ανιψιάς της. Γέμισε τον ντορβά με πέντε φτάζυμα, ένα φλασκί κρασί και σαν τρυγόνα, πήρε μαζί της και τα τρία κουτσούβελα που σιγά-σιγά στέλιωναν στα πόδια τους. Εκεί την ξαναπήρε το παράπονο που ήταν μόνη κι ασυνόδευτη. Ήταν η πρώτη φορά που είδε τη μεγάλη της κόρη – τρυγόνι ξετελεμένο – να τσιλημπουρδίζει ερωτικά με τα αρσενικά. Ήταν ήδη στην εφηβεία κι αυτή, είχε ως φαίνεται κληρονομήσει τα αψά ερωτικά ένστιχτα του κυρού της.
Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, οι χρόνοι. Το 365, η Μαρία δεν το γνώριζε, καλά-καλά δε γνώριζε ούτε τα χρήματα. Ήξερε όμως το ειδικό βάρος της μέρας και της νύχτας. Τη μέρα την έσφιγγε η θηλιά των αφεντάδων. Τις νύχτες πάλι, μόνη καθώς πορευότανε στο «Όρος των Ελαιών» προσευχόμενη για να αποφευχθούν τα χειρότερα, ίσα που κλάδευε τα μάτια της και μόνο τότε ένιωθε γυναίκα από τις «ονειρώξεις» που τράνταζαν το κορμί και τη ψυχή της. Αυτή η αλληλουχία έμοιαζε σαν την άμπωτη και την πλημμυρίδα. Πότε άδειαζαν τα συναισθήματά της και πότε πλημμύριζε, πνίγοντας κάθε ίχνος αισιοδοξίας.
Μια μέρα πριν τη Λαμπρή, να σου και ξεπροβαίνει ο καλός της. Μ’ ένα εμπριμέ πουκάμισο, ένα μαύρο παντελόνι, λουστρίνια και στο μικρό δάκτυλο του αριστερού χεριού ένα ολόχρυσο βαρύ δακτυλίδι με μαύρη πέτρα. Η μπριγιαντίνη είχε αντικαταστήσει τα γράσα και στο καλοζωισμένο του πρόσωπο δεν υπήρχε ίχνος στραπάτσου. Τα παιδιά εξαργύρωσαν την απαντοχή τους με κάτι φτηνόρουχα απ’ τα πανέρια της ξενιτιάς. «Θαύμα, θαύμα!», λέγανε στη γειτονιά που κανείς δεν ανέμενε την επιστροφή του ξενιτεμένου φανφαρόνου. Κάτι φαρμακόγλωσσες πίστευαν ότι είχε βρει μια παστρικιά μετανάστρια και την είχε «καπατουμά».
Η χαρά της Μαρίας κράτησε όσο η Λαμπρή, γιατί τη Δευτέρα των ψυχών ο προκομμένος επιβιβάσθηκε ξανά στο 24άρι της φεύγας. Η γυναίκα απολύμανε πάλι το κορμί της στην κολυμπήθρα της ερημιάς της. Η μπριγιαντίνη κι η βαρβατίλα εξατμίστηκαν μόλις πήρε το λεωφορείο τις κατηφόρες του χωριού. Όνειρο ήταν και έσβησε στα απόνερα του «Ηράκλειο», καθώς σαλπάριζε απ’ τον Κούλε ουρλιάζοντας δαιμονισμένα. Ξέμεινε πάλι μονάχη στη «Γεσθημανή» της να παρακαλάει «να μας έχει ο Θεός γερούς, πάντα ν’ ανταμώνομε και να ξεφαντώνομε». Η φτώχεια κι η εγκατάλειψη, η πίκρα κι η αντοχή απόκτησαν ονοματεπώνυμο. Μαρίες Τάδε τις έλεγαν, άσχετο πως οι θρησκείες το αγνοούσαν σκανδαλωδώς γιατί τα χέρια της γυναίκας δεν έφταναν ίσαμε τις βαθιές τσέπες του αντεριού τους να αποθέσουν το τίμημα. Η απέραντη σαπίλα της κοινωνίας περιτυλίχθηκε με ακριβά σελοφάν, αγνοώντας την εγγύς πραγματικότητα. Προείχαν οι παράτες για τους Γιωργαλάδες και τους άλλους χουνταίους. Η ασημαντότητα της Μαρίας δεν επέτρεπε παρεκκλίσεις κι ούτε ποτέ γράφτηκαν τα παιδιά της στον κατάλογο των «άπορων κορασίδων» της Βαυαρής ρουφιάνας.
Κάποτε, η Μαρία κοιμήθηκε… Ξεκουράστηκε, είπανε όσοι γνώριζαν τα πάθη της. Τα δάκρυα ήταν λιγοστά. Μοναχά τα παιδιά της θρήνησαν τον χαμό της τρυγόνας. Κανένας δεν τόλμησε να εκφωνήσει επικήδειο γιατί κανένας δεν τολμούσε να κάμει την αυτοκριτική του. Άλαλα τα χείλη των ασεβών…
Στα αποτελέσματα χρήσεως του ισολογισμού τους η Μαρία ήταν εγγεγραμμένη στις ζημιές. Στο αυτοσχέδιο φέρετρό της δεν είχε γλαδιόλες, παρά μονάχα λίγες μυρτιές. Ήταν όμως εντυπωσιακό το φωτοστέφανό της, που το ’χε από γεννησιμιού της. Ακόμη κι ο ήλιος κρύφτηκε, μέχρι να ολοκληρωθεί η κατάβαση της πολυκουρασμένης γυναίκας. Δε χρειάστηκε πολύς χρόνος, γιατί ο μοναδικός παπάς, γνωρίζοντας καλά αριθμητική, τα είπε τσάτρα-πάτρα χωρίς σημεία στίξεως.
Η Μαρία ανέβηκε στους ουρανούς εξαργυρώνοντας την τιμή της τετιμημένης κι ας μην έκαμε ποτέ της αρτοκλασία. Ο μαύρος καπνός απ’ τα καμμένα ελαστικά των υποκριτών δεν τους άφησε να δουν την ανάληψη του θηλυκού Αγγέλου. Οι σταυρωτήδες απόλαυσαν τον καφέ τους στον μεγάλο πλάτανο, αφού για ακόμη μια φορά – την ύστερη – χωμάτιζαν τον θηλυκό Χριστό. Στα διπλανά τραπέζια οι υποκρισίες τους έτρωγαν γλυκό κουταλιού και τσακώνονταν με τις Ερινύες, καθώς η λεσβιακή τους σχέση εξατμίστηκε μόλις τέλεψε το χωμάτισμα…
Υ.Γ. Αφιερωμένο σε κάθε βασανισμένη «Μαρία» τούτου του κόσμου, σε κάθε μικρή Παναγία.
Φωτογραφία: Dorothea Lange "Migrant Mother"