«Το χαμόγελο που θα έχεις όταν θα με θυμάσαι»
Όταν σκέφτομαι τις γιαγιάδες μου, νιώθω πραγματικά τυχερή που τις είχα στη ζωή μου. Ήταν πολλές οι μορφές που πέρασαν από τα παιδικά μου χρόνια, όμως δυο από εκείνες άφησαν βαθιά το αποτύπωμά τους μέσα μου. Και όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πως οι πιο σπουδαίες διδασκαλίες της ζωής δεν ήρθαν από βιβλία, αλλά από εκείνες τις «αγράμματες» γυναίκες με τα ροζιασμένα χέρια και τις σοφές κουβέντες.
Οι γιαγιάδες στις περισσότερες οικογένειες ήταν ο βασικός πυλώνας του σπιτιού. Εκείνες κρατούσαν τις παραδόσεις, τις μνήμες, τα ήθη και τους ανθρώπους δεμένους μεταξύ τους. Ήταν ο συνδετικός κρίκος που ένωνε τις γενιές. Μας αγαπούσαν με έναν τρόπο βαθύ και σιωπηλό. Και μας συμβούλευαν συνεχώς, χωρίς τότε να καταλαβαίνουμε πόση σοφία έκρυβαν οι κουβέντες τους.
«Το καλάμι που λυγίζει δεν το σπάει ο αέρας…»,
«Η πέτρα η πελεκημένη ποτέ δεν μένει στην άκρη…».
Λόγια που τότε περνούσαν βιαστικά από τ’ αυτιά μου και σήμερα σκουντουφλούν συνεχώς μέσα στο υποσυνείδητό μου, προσπαθώντας να με ταρακουνήσουν, να με συνεφέρουν, να μου θυμίσουν όσα εκείνες ήξεραν για τη ζωή χωρίς ποτέ να έχουν πάει σχολείο. Με μάθαιναν πρώτα απ’ όλα να μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Πώς να ανοίγω φύλλο για πίτα, να ζυμώνω ψωμί, να διαλέγω φακές, να πλέκω, να κεντώ, να φροντίζω τις κότες και τα κουνέλια, να ανάβω σωστά το τζάκι για να κρατά περισσότερο η φωτιά.
Για εκείνες αυτά ήταν απαραίτητα μαθήματα ζωής για κάθε κορίτσι. Όχι από καταπίεση. Αλλά γιατί ήθελαν να ξέρουμε να αυτοσυντηρούμαστε και να μη χρειαζόμαστε κανέναν για να επιβιώσουμε. Κι ύστερα ήταν τα γιατροσόφια. Χαμομήλι, λεμόνι, σκόρδο, κρεμμύδι, τσουκνίδα, αλισίβα από στάχτη, ξύδι για τους λεκέδες, βότανα για κάθε πόνο. Οι παλιοί ήξεραν να θεραπεύουν με ό,τι τους έδινε η φύση, γιατί δεν υπήρχαν φαρμακεία και ευκολίες. Κι όμως, σχεδόν πάντα κάτι ήξεραν να κάνουν για να απαλύνουν τον πόνο.
Θυμάμαι ακόμη το χαμόγελο της γιαγιάς όταν μου έγνεφε κρυφά πως θα μου βάλει όσο γλυκό κυδώνι θέλω, αρκεί να μην μας πάρει είδηση η μάνα μου. Κι εγώ να φυλάω “τσίλιες” γεμάτη σοβαρότητα, λες και συμμετείχα σε μεγάλο μυστικό. Θυμάμαι το σπίτι να μοσχοβολά κι εμένα να μπαίνω σαν σίφουνας μετά το σχολείο.
«Θα φάμε σαρικόπιτες με μέλι μετά το μεσημεριανό; Σ’ αγαπώ γιαγιά!» Κι εκείνη να γελά.
Θυμάμαι ακόμη να με βάζει μαζί με τη μάνα μου μέσα στον ξυλόφουρνο της γειτονιάς για να βγάλουμε τα ψωμιά και τα παξιμάδια. Η ζέστη του φούρνου με έκανε να ιδρώνω ολόκληρη κι εκείνη, μόλις έβγαινα έξω, έτρεχε να με τυλίξει με μια ρόμπα «μην κρυώσω». Κι εκεί, ανάμεσα στη μυρωδιά του ξυλόφουρνου και στο ζεστό ψωμί, κρυβόταν όλη η ασφάλεια του κόσμου.
Οι γιαγιάδες είχαν έναν μοναδικό τρόπο να αγαπούν. Σε τάιζαν λες και από αυτό εξαρτιόταν όλη η ευτυχία του κόσμου. Η μεγαλύτερη έγνοια της γιαγιάς μου ήταν πάντα αν έφαγα. Όχι οι βαθμοί, ούτε οι σπουδές, ούτε τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Μόνο αν ήμουν χορτάτη και καλά. Το οικογενειακό μας αστείο ήταν πως αν η γιαγιά ρωτούσε: «Θες ένα κομμάτι;» και απαντούσες «όχι», σου έβαζε ένα. Αν έλεγες «ναι», σου έβαζε δύο.
Πριν έρθει ο χειμώνας έπλεκε πολύχρωμα πουλόβερ «μην πουντιάσω». Κι όταν αρρώσταινα, η ζεστή σουπίτσα από τα χέρια της γινόταν το καλύτερο γιατρικό. Χέρια κουρασμένα, σκασμένα από τις δουλειές και το κρύο, μα τόσο τρυφερά όταν χάιδευαν το πρόσωπό σου. Θα σου έκοβε μήλο και θα στο έφερνε η ίδια στο δωμάτιο, ακόμη κι όταν πονούσαν τα πόδια και η μέση της. Θα σε ρωτούσε με πραγματικό ενδιαφέρον:
«Πώς ήταν η μέρα σου σήμερα;»
Και πριν ακόμη ξημερώσει καλά καλά, θα φώναζε πως «μεσημέριασε» για να σηκωθείς να διαβάσεις ή να βοηθήσεις στις δουλειές.
Θυμάμαι όταν έγραφα με τις ώρες στα τετράδια, εκείνη πάντα με διέκοπτε: «Παιδί μου, φτάνει μπλιο το γράψιμο… διάβασε και λίγο!» Κι εγώ γελούσα, σηκωνόμουν, τη φιλούσα και τη ρωτούσα: «Γιαγιά, μ’ αγαπάς;» Κι εκείνη πάντα έδινε την ίδια απάντηση: «Αγαπώ σε παιδί μου… κι όταν φύγω, πάλι κοντά σου θα ’μαι.» Και ύστερα, όταν τη ρωτούσα:
«Γιαγιά, τι είναι αγάπη;» εκείνη μου έλεγε: «Το χαμόγελο που θα έχεις στο πρόσωπο όταν θα με θυμάσαι.»
Τις θυμάμαι ακόμη να σταυροκοπιούνται πριν ξημερώσει καλά καλά, να ψιθυρίζουν προσευχές χαράματα και να αφήνουν πάντα ένα «ο Θεός να σε φυλάει» πίσω από κάθε αποχαιρετισμό. Κι εκεί, λίγο πριν κλείσει η πόρτα, έκαναν πάντα έναν σταυρό πίσω από την πλάτη μας. Σαν μια αόρατη ασπίδα προστασίας. Δίπλα τους ένιωθες πως τίποτα κακό δεν μπορούσε να σε αγγίξει. Η γιαγιά θα σε έβρισκε πάντα αδυνατισμένη, θα σου έψηνε τον πρώτο σου «καφέ», στην πραγματικότητα γάλα με λίγο καφέ ίσα να σκουρύνει, για να της κάνεις παρέα βουτώντας κουλουράκια ή παξιμάδι. Κι εκεί, μέσα στις πιο απλές στιγμές, κρυβόταν όλη η αγάπη του κόσμου.
Και σήμερα, όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως οι γιαγιάδες δεν ήταν μόνο άνθρωποι της οικογένειας. Ήταν καταφύγιο. Ήταν μυρωδιά από ψωμί που ψηνόταν, παραμύθια πριν τον ύπνο, χέρια που προσεύχονταν για εμάς χωρίς να το ξέρουμε. Ήταν αγάπη χωρίς όρους. Κι όταν έφυγαν, πήραν μαζί τους έναν ολόκληρο τρόπο αγάπης που δύσκολα συναντάς πια. Μα άφησαν πίσω τη ζεστασιά τους μέσα μας. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η αγάπη. Το χαμόγελο που έχουμε στο πρόσωπό μας κάθε φορά που τις θυμόμαστε.
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο