Συγκρίσεις που πληγώνουν...
«Παππού, πώς επικοινωνούσαν παλιά οι άνθρωποι»;
Αυτό ήταν το ερώτημα, που μου έθεσε δια μέσω του τηλεφώνου, ο εξάχρονος εγγονός μου. «Όταν λες παλιά, εννοείς στην αρχαία Ελλάδα;», ρώτησα το «πρωτάκι» μου, για να εννοήσω τι ακριβώς ήθελε να του πω. «Όχι παππού, όταν εσύ ήσουν παιδί, είχατε ιντερνέτ; Πώς επικοινωνούσατε οι άνθρωποι τότε»; Προφανώς αυτά ήταν τα ερωτήματα που τους είχε θέσει η δασκάλα τους και μπράβο της, που έβαζε τόσο ουσιώδεις προβληματισμούς σε μικρά παιδιά.
Αυτό λοιπόν το ερώτημα έγινε η αφορμή για να ανακαλέσω στη μνήμη μου μια εξαιρετική ιστορία, την οποία διηγήθηκα στον εγγονό μου και θεωρώ σκόπιμο να τη μοιραστώ και μαζί σας.
Ήμουν δεν ήμουν 12 χρονών, όταν έλαβα την εντολή από τον πατέρα μου, να καβαλικέψω το πουλάρι και να πάω, στο άλλο χωριό, το Κεφαλοβρύσι, κάπου 8 χιλιόμετρα ανατολικά της Άνω Βιάννου, και να το παραδώσω στον μακαρίτη τον Αντώνη Κοντάκη, τότε κλητήρα στο Ειρηνοδικείο Βιάννου και να παραλάβω το χρηματικό αντίτιμο του πωληθέντος ζώου. Πράγματι, έφτασα στον προορισμό μου, όπου ναι μεν παρέδωσα το ζώο, αλλά χωρίς να πάρω τα χρήματα: «Δεν δίνω εγώ λεφτά σ’ ένα μικρό παιδί, μόνο να πηγαίνεις και αύριο θα τα φέρω ο ίδιος στον πατέρα σου», μου είπε ο μακαρίτης ο κυρ Αντώνης. Λογικό μου ακούγονταν, αλλά η εντολή του πατέρα μου ήταν άλλη. Πήρα στροφές και ζήτησα να πάω στο κοινοτικό τηλέφωνο. Πράγματι ένας άλλος Κοντάκης. στου οποίου το καφενείο ήταν το τηλέφωνο, σηκώνει το ακουστικό και γυρνά την μανιβέλα: «Βιάννος εκεί; Εδώ Συνοικισμός. Θέλουμε να μας συνδέσετε με το Σωρό της Βιάννου», είπε ο καφετζής. «Σωρός εκεί; Σας καλούμε από Κεφαλοβρύσι και θέλουμε να μας φωνάξετε τον Γιάννη Σπανάκη». Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου ήταν ο αείμνηστος Λουλάκης Πολύβιος, ο νονός μου! Σε ελάχιστο χρόνο, ειδοποιήθηκε ο πατέρας μου και… εκείνη την Κυριακή, έμελε να βιώσω κάτι το φανταστικό: Για πρώτη φορά έφτανε στα αυτιά μου, μέσω του τηλεφώνου, η φωνή του πατέρα μου! Το ανθρώπινο μυαλό, σε μια ακόμη περίπτωση, είχε κάνει το θαύμα του. Συνεννοήθηκα με τον πατέρα μου στο άψε-σβήσε…
Αμίλητος ο εγγονός μου, άκουγε τις ιστορήσεις μου, και στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η απορία, γιατί, ας είναι και «πρωτάκι», ξέρει τι συμβαίνει την σήμερον ημέρα…
Αργότερα, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’70 βλέποντας τους πρωταγωνιστές στα αμερικάνικα έργα να οδηγούν τις κάντιλακ και ταυτόχρονα να συνομιλούν στα προηγμένης τεχνολογίας ασύρματα τηλέφωνά τους που όχι μόνο είχαν φωνή, αλλά ταυτόχρονα έβλεπαν και τον συνομιλητή τους, μας φαίνονταν σαν ψέμα… Όμως δεν ήταν. Απλά η Ελλάδα πήγαινε μισό αιώνα πίσω στις τεχνολογικές εξελίξεις…
Και φτάσαμε στο φινάλε της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, οπότε ξαφνικά παραλαντίσαμε και γίναμε έρμαια της τεχνολογικής εξέλιξης. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν, στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή επικράτεια γίνεται ό,τι και στην Ψωροκώσταινα. Σε μια ακόμη περίπτωση αποδεικνυόμαστε εξαιρετικά καταναλωτικά πειραματόζωα που καταπίνουν αμάσητα ό,τι τους σερβίρεται. Κάποτε οι νεοέλληνες θα μετανιώσουμε πικρά για ό,τι συμβαίνει σήμερα στη σχέση μας με τα λεγόμενα κινητά τηλέφωνα. Ειδικότερα με τη νεολαία και δυστυχώς, με μικρά παιδιά! Όλοι έχουμε θλιβερά παραδείγματα της σχέσης κινητού-παιδιών. Αποχαυνωμένοι νέοι, που σε λίγο θα ξεχάσουν τον προφορικό λόγο. Το τηλέφωνο, από επαναστατική εφεύρεση, μετατράπηκε σε μέσο πνευματικής αποχαύνωσης και αιχμαλωσίας. Μια μεγάλη μερίδα σημερινών γονέων, χωρίς περίσκεψη, ενδίδει στα επικίνδυνα «θέλω» των παιδιών και ξοδεύει πεντακοσάρια και οκτακοσάρια για την αγορά κινητού τηλεφώνου! Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί θα πρέπει ένα παιδί δώδεκα, δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών να έχει κινητό τηλέφωνο, και μάλιστα με ελεύθερη πρόσβαση στον χαοτικό και κυρίως ανεξέλεγκτο κόσμο του διαδικτύου. Είναι βέβαιο, ότι τα έκδοχα θα έρθουν οσονούπω… Τη «νύφη» δεν θα την πληρώσουμε οι μεγάλοι, αφού θα έχουμε εκδημήσει, αλλά τα παιδιά και τα εγγόνια μας…