Σύντομη αποτίμηση του σοβαρού αθόρυβου έργου της Μαρίας Χλειουνάκη - Μαστρογιωργάκη, της «Μαρίας της Βιάννου»
Η Μαρία, που με λύπη αποχαιρετήσαμε το Σάββατο, ήταν καρπός του διαφωτισμού της Βιάννου και του λαϊκού της πολιτισμού.
Έφυγε ήσυχα, αφού τον βάθυνε, τον πλάτυνε, τον πλούτισε και τον ανέδειξε, παραδίδοντάς μας τη σκυτάλη, την ευθύνη και την αποστολή να συνεχιστεί το έργο της.
Η ζωή της Μαρίας μάς δίνει τον πιο ολοκληρωμένο ορισμό του δημιουργικού ανθρώπου και της άξιας γυναίκας, που με τον τίμιο, αδιάκοπο αγώνα της αφήνει, φεύγοντας, την ανεξίτηλη σφραγίδα της στην οικογένειά της ως σύζυγος, μάνα, γιαγιά και συγγενής, αλλά και στην κοινωνία, άμεσα και έμμεσα, μέσα από πολλούς και ποικίλους ρόλους.
Η δύναμη, η εξυπνάδα, η αξιοπρέπεια, η αγωνιστικότητα, η αρχοντιά, η καλλιτεχνική της φύση και η ευαισθησία της, η απλόχερη και ευγενική φιλοξενία της, θα αφήσουν εποχή.
Το έργο και η στάση ζωής της δείχνουν τη δύναμη της γυναίκας που πιστεύει στον εαυτό της και δεν ανταγωνίζεται τον σύντροφό της. Τιμά την επιλογή της, του αναγνωρίζει την αξία που έχει χωρίς εξιδανικεύσεις, τον αγαπά, τον τιμά ζωντανό και νεκρό, αλλά γνωρίζει καλά και τις δικές της δυνάμεις, τις οποίες αξιοποιεί για τον εαυτό της, την οικογένειά της και το κοινωνικό σύνολο που αγαπά και υπηρετεί σε όλη της τη ζωή.
Τη λένε «Λευτέραινα» — για τις αντιλήψεις της εποχής και τη δυνατή προσωπικότητα του άνδρα της — κι εκείνη χαίρεται, γιατί δεν φοβάται μήπως επισκιαστεί η ίδια.
Ξέρει τη σοφία της ελληνικής παροιμίας: «Καθένας εις το είδος του έχει και την αξιάδα» (Συλλογή παροιμιών Νικ. Πολίτη) και γνωρίζει πως έχει πολλά ταλέντα, που θέλει και πρέπει να τα θέσει στην υπηρεσία της κοινωνίας και του τόπου της, για να αναδείξει τον βαθύριζο, ποιοτικό πολιτισμό του.
Πιστεύει στην αξία της δικαιοσύνης και της πραγματικής δημοκρατίας και πως οφείλει, όσο ζει, να αγωνίζεται.
Ξέρει την αξία και τον πλούτο της παράδοσης και της ιστορίας της Βιάννου και πως πρέπει να τα αναδείξει με τη δύναμη του μυαλού της, των πλούσιων βιωμάτων της και την αφάνταστη δεξιοτεχνία των χεριών της, με τη βοήθεια των γυναικών του τόπου της συλλογικά, για να τον ενώσει μέσα από τον δραστήριο Σύλλογο Γυναικών Άνω Βιάννου, που άφησε έργο και άνοιξε δρόμους.
Οι εκθέσεις της — υφαντών, κεντητών, πλεκτών κ.λπ. — αποτελούν σελίδες ποιότητας του λαϊκού πολιτισμού. Τα βιβλία της, που βγαίνουν από τα βάθη του μυαλού και της καρδιάς της και πηγάζουν από τις βαθύτατες ρίζες του παρελθόντος της Βιάννου, είναι γραμμένα ζωντανά και αυθόρμητα. Μαγεύει η συνέπεια περιεχομένου και μορφής. Όλη η Βιάννος της μακρόχρονης ακμής διέρχεται απ’ αυτά, ανασταίνεται, εμπνέει και αποτυπώνεται «εσαεί», για να μην ξεχαστεί.
Με τη θεία φωνή της και τις αφηγήσεις των μουσικών ξεφαντωμάτων, των καντάδων, αυτής της ποιοτικής αναψυχής, αποτυπώνει το παρελθόν και την πορεία της Βιάννου, που οδήγησε σε υπέρβαση τέτοια, ώστε να τρομάξει τον φασισμό και εκείνος, λυσσασμένος, να τη σταυρώσει. Για να γίνει παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης και θυσίας για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Με τις αναπαραστάσεις της ζωής της Βιάννου στα κεντήματα, στα βιβλία, στα τραγούδια και στις προφορικές, εξαίσιες αφηγήσεις, τεκμηριώνει την εποχή του βιαννίτικου διαφωτισμού που την κοινωνικοποίησε, μας δίνει τους καρπούς του, γίνεται ιστορική πηγή και μας κάνει να γνωρίζουμε και να αγαπάμε τη Βιάννο. Σαν να ήταν αυτή η αποστολή της.
Η Μαρία είχε εσωτερική ζωή. Ξανασυλλογιζόταν ό,τι έκανε και ό,τι δεν έκανε. Ανασκοπούσε μόνη με τον εαυτό της. Ένα άτομο που κυβέρνησε τη ζωή του έτσι ώστε να συμβάλει στο να πραγματωθούν τα ιδανικά και οι στόχοι της για το άτομο και το σύνολο.
Με φρόνηση και σοφία, κατά την πλατωνική θεωρία αλλά και τις σημερινές ανάγκες, ζούσε και γι’ αυτό είχε εσωτερική ισορροπία και ψυχραιμία. Γι’ αυτό οι εκδηλώσεις της είχαν βάθος, νόημα, περιεχόμενο και ανθρώπινη υφή.
Μια χαρισματική γυναίκα, που πλάστηκε μέσα στη σιωπή του παρελθόντος, στις συνθήκες του παρόντος και στον κόσμο του μέλλοντος.
Μας έφεραν κοντά η πορεία μας, οι εργασίες μας και η κοινή μας αγάπη για τη Βιάννο.
Φωτίστηκα από τα αριστουργήματα της τέχνης, του μυαλού και των άγιων χεριών της: της κεντητικής, της υφαντικής, της πλεκτικής, της τέχνης του μεταξιού, του λιναριού, του βαμβακιού, της μαγειρικής και της νοικοκυροσύνης που επικρατούσε στο σπίτι της.
Όταν με φιλοξενούσε — σπάνια, λόγω του ελάχιστου ελεύθερου χρόνου μου — ζούσα την ομορφιά και την αγάπη, τη ζεστασιά της αγκαλιάς της, όμοια με εκείνη της μάνας μου και του Μανόλη, που νωρίς είχα χάσει. Άνοιγε μαζί με την καρδιά της τα χαρτιά της, τα μοσχομύριστα μπαούλα της, μου τραγουδούσε τα νανουρίσματα και τις μαντινάδες της και μου μιλούσε για τον Λευτέρη της, τα κορίτσια της, τα εγγόνια της και για τους βιαννίτες φίλους μου: τον Αλέξανδρο, τον Δημοσθένη Ραπτόπουλο και την Αταλάντη, τον Γρηγόρη Ζερβουδάκη, τον Γρηγόρη και τον Βαγγέλη Ηγουμενίδη, τον Νίκο Κατσαράκη, τον Γερουλάνο και την Ελπινίκη και τόσους άλλους, ενώ το γλυκό ψηνόταν στον φούρνο και μοσχομύριζε το σπίτι.
Όλοι αυτοί θα της είναι, στην αιωνιότητα που την περιμένει κατά την παράδοση, μια ολόζεστη αγκαλιά από σήμερα.
Κι εγώ θα ζω στη σκέψη και την ψυχή μου την ποιοτική της παρέα, που τόσο μου έλειψε στην απώλεια του Γιώργου μου, ευγνώμων, μεταξύ άλλων λόγων, και επειδή σήμερα, που το σύμπαν έχει παραφρονήσει, η Μαρία μάς έδινε την ελπίδα των γερών ριζών και της επαναφοράς της φρόνησης, της ισορροπίας και των αξιών που, «ανεπαισθήτως», χάσαμε.
Άννα Μανουκάκη - Μεταξάκη