Στο πάνω μέρος του χωριού
«Στο πάνω μέρος του χωριού ψάχνω να βρω πεζούλι, να κάτσω να σου τραγουδώ, βιόλα μου και ζουμπούλι...»
Κάθε φορά που ακούω αυτή τη μαντινάδα, επιστρέφω νοερά στο πάνω μέρος του χωριού. Εκεί ήταν το πατρικό μου. Και εκεί, κάποτε, υπήρχε ένα πέτρινο πεζούλι. Για τους περαστικούς μπορεί να ήταν απλώς λίγες πέτρες στη σειρά. Για ένα παιδί, όμως, μπορούσε να γίνει καταφύγιο, τόπος παιχνιδιού, γωνιά ονείρων και παράθυρο σε έναν κόσμο ολόκληρο.
Την άνοιξη, ανάμεσα στις πέτρες φύτρωναν μαργαρίτες, χαμομήλι και μικρά χορταράκια. Δίπλα, οι γλάστρες με τα λουλούδια της μάνας μου συμπλήρωναν την εικόνα με τα χρώματα και τα αρώματά τους. Σήμερα αναρωτιέμαι αν ήταν πράγματι τόσο όμορφο. Ίσως η παιδική ματιά να ξέρει να ομορφαίνει όσα αγαπά. Εγώ πάντως εκεί άπλωνα την κουρελού μου και περνούσα ώρες ολόκληρες. Άλλοτε με ένα βιβλίο στα χέρια. Άλλοτε χαμένη στις σκέψεις μου. Κι άλλοτε απλώς κοιτούσα τον δρόμο, αφήνοντας τη φαντασία μου να ταξιδεύει.
Τον χειμώνα ήταν το μικρό μου λιατσάκι, απάνεμο και φιλικό. Το καλοκαίρι γέμιζε παιδικές φωνές, παιχνίδια και γέλια. Κάποιες φορές με έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο μισάνοιχτο βιβλίο. Με ξυπνούσε το κουδούνισμα από τις κατσίκες που περνούσαν στον δρόμο ή η φωνή της γιαγιάς μου: «Έλα μέσα! Θα βραδιάσει!» Κι εγώ καθυστερούσα λίγο ακόμη.
Εκεί γεννήθηκε και η αγάπη μου για τα βιβλία. Οι σελίδες τους άνοιγαν μπροστά μου δρόμους που δεν είχα περπατήσει, τόπους που δεν είχα γνωρίσει, ανθρώπους που δεν είχα συναντήσει. Μέσα από τις ιστορίες ταξίδευα μακριά και ονειρευόμουν πως κάποτε θα έβλεπα κι εγώ άλλες χώρες, άλλους πολιτισμούς, θα γνώριζα καινούργιους ανθρώπους. Το μικρό πεζούλι χωρούσε ακόμη και τα παιχνίδια της φαντασίας μου. Εκεί, με τα χειροποίητα παιχνίδια μου, μπορούσα να γίνω η Σταχτοπούτα, μια πριγκίπισσα ή το ασχημόπαπο που περίμενε τη δική του μεταμόρφωση. Δεν είχα πολλά παιχνίδια. Είχα, όμως, φαντασία. Και η φαντασία ενός παιδιού δεν χρειάζεται πολλά για να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο.
Στο ίδιο πεζούλι άκουγα τις κουβέντες των μεγάλων. Παραμύθια, τοπικούς θρύλους, παλιές ιστορίες που είχαν περάσει από στόμα σε στόμα και έφταναν σε εμάς σαν πολύτιμη κληρονομιά. Εκεί, ανάμεσα στα βιβλία, στα παιχνίδια και στις ιστορίες, μεγάλωνε σιγά σιγά ένας κόσμος δικός μου. Ένας κόσμος που τότε έμοιαζε ατελείωτος. Ώσπου ήρθε η ώρα της αλλαγής. Ο δρόμος έπρεπε να διανοιχθεί. Και το πεζούλι γκρεμίστηκε. Θυμάμαι πως έκλαψα. Ήμουν παιδί και μου φαινόταν αδιανόητο να χαθεί κάτι τόσο δικό μου για χάρη ενός δρόμου.
Σήμερα το καταλαβαίνω διαφορετικά. Δεν πονούσα για τις πέτρες. Πονούσα για όλα όσα είχαν ακουμπήσει πάνω τους. Για τις ώρες που πέρασα εκεί, για τα βιβλία που διάβασα, για τα παιχνίδια που έπλασα, για τις φωνές των ανθρώπων που αγάπησα, για εκείνο το κορίτσι που καθόταν στην κουρελού και άφηνε τα όνειρά του να ταξιδεύουν. Ο δρόμος έγινε πιο πλατύς. Πιο εύκολος. Πιο πρακτικός. Το πεζούλι όμως χάθηκε. Χάθηκαν μαζί του οι μαργαρίτες και το χαμομήλι, η κουρελού, τα παιδικά παιχνίδια, το μισάνοιχτο βιβλίο και η φωνή της γιαγιάς που με καλούσε να γυρίσω σπίτι. Κι όμως, όταν περνώ από εκεί, υπάρχει μια παράξενη αίσθηση πως κάτι εξακολουθεί να με περιμένει. Ίσως γιατί ορισμένοι τόποι, όταν αγαπηθούν πολύ, παύουν να εξαρτώνται από την παρουσία τους. Μπορεί να χαθεί η πέτρα, να αλλάξει ο δρόμος, να μεγαλώσουν τα σπίτια, να φύγουν οι άνθρωποι. Η ιστορία τους, όμως, μένει. Και κάποτε αρκεί μια μαντινάδα για να ανοίξει ξανά η παλιά πόρτα. «Στο πάνω μέρος του χωριού...».
Και τότε ξαναβλέπω εκείνη την αυλή. Τα λουλούδια της μάνας μου. Το πέτρινο πεζούλι. Ένα κορίτσι πάνω στην κουρελού, με ένα βιβλίο στα χέρια και έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά του. Το κορίτσι εκείνο μεγάλωσε. Το πεζούλι δεν υπάρχει πια. Τα όνειρα όμως, ευτυχώς, δεν χρειάζονται πέτρες για να στηριχθούν. Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που ακούω εκείνη τη μαντινάδα, βρίσκω ξανά τον δρόμο για το πάνω μέρος του χωριού. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε ένα πεζούλι. Κι εκεί όπου, πάνω σε ένα μικρό πεζούλι, χωρούσε τότε ένας ολόκληρος κόσμος.
Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος
Το θέμα της φωτογραφίας του Μανώλη Σπανάκη είναι από το πεζούλι του ιστορικού καφενείου του αείμνηστου Γιάννη Σηφάκη στη μεσοστενιά της Άνω Βιάννου που το στολίζουν οι γλάστρες και τα λουλούδια της κ. Ελένης Κριαράκη-Παπαματθαιάκη.