"Πώς βάζει την πούδρα η Αλίκη"!
Η Βιάννος προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της από τις λαβωματιές που άφησαν κατακτητές και εμφύλιος.
Φτώχια καταραμένη άφηνε τις ρωγμές της στους ανθρώπους της κωμόπολης που, στη συντριπτική τους πλειοψηφία είχαν κοινά προβλήματα και στόχους.
Το παν μετά την υγεία ήταν η εξασφάλιση του επιούσιου.
Κι όμως μέσα στην καταχνιά αυτή, οι Βιαννίτες, έβρισκαν τρόπους να τελαλήσουν τους καημούς και τα βάσανά τους, και διεξόδους για να διασκεδάσουν τις πίκρες τους.
Μια τέτοια δύναμη έσπρωχνε έναν απίθανο Βιαννίτη -τον Γιάννη Κόμη- να μεταμφιέζεται, αυτοσχεδιάζοντας με τέτοια μαεστρία, βάζοντας τα γυαλιά σε μεγάλους σκηνοθέτες και ενδυματολόγους.
Το ψιλικατζίδικο του χωριού που φιλοξενούσε για πρώτη φορά στις προθήκες του μάσκες, δεν έβρισκε αγοραστές. Οι νεωτερισμοί απαιτούσαν χρήματα.
Κάτι γελοίες μορφές από χαρτόνι, κρεμόταν σ’ ένα σκοινί κι ανάμεσά τους η μορφή ενός χιμπατζή.
Ήταν αυτή που έκλεψε την καρδιά ενός άφραγκου μπόμπιρα που προσπαθούσε να βρει με τι τερτίπι θα την αποκτούσε.
Το δεκάχρονο μπρατσωμένο Βιαννιτόπουλο έψαχνε για κανένα χαμαλήκι που θα του εξασφάλιζε το «δίφραγκο», για την αγορά της μάσκας.
Δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να αλλάξει χέρια το ευτελές κέρμα.
Τελευταίος αποδέκτης ο Χρήστος, ο Ψιλικατζής.
Ο Μπόμπιρας έσκισε σαν σίφουνας τα στενοσόκακα για να φτάσει το συντομότερο ψηλά στο χωριό που ήταν το σπίτι του.
Ήθελε να μοιραστεί τη χαρά με τη μάνα και τ’ αδέρφια του.
Σίγουρα όμως όταν αγόραζε το ομοίωμα του μαιμουνιού δεν μπορούσε να φανταστεί τη συνέχεια. Δεν μπορούσε η ρηχή του φαντασία να σκεφτεί ότι ένα εικοσιτετράωρο μετά θα χόρευε σαν αληθινό μαιμούνι στην πλατεία του χωριού κι ότι, θα έκανε όλα τα γνωστά «νούμερα» που διέταζε ο Μαιμουνιάρης.
Οι εξελίξεις που δρομολόγησε η μάσκα, είχαν την ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας, καθώς η μάνα ανέσυρε από τη ρούμπα μια κερδισιμιά γούνα της Ούνρα που κύριος οίδε ποιας Αμερικάνας κοκέτας ήταν περισσευούμενο ένδυμα.
Η γούνα κόπηκε και ράφτηκε ώστε να προσαρμοσθεί στο σώμα του μπόμπιρα, κι όπου δεν έφτανε τη συμπλήρωναν προβιές κουνελιών.
Τον «Μαιμουνιάρη» θα ενσάρκωνε ένας μεγαλύτερος ξάδερφος, ο οποίος δέχτηκε με προθυμία το ρόλο του.
Ένα χιλιομπαλωμένο γιλέκο της αεροπορίας, ένα κακοπαντέλωνο και μπόλικο φούμο απ’ το τηγάνι, ήταν αρκετά για να μεταμορφώσουν το τροφαντό αγόρι σ’ ένα κουρελή γυρολόγο που προσπαθούσε να βγάλει το ψωμί του πουλώντας στο φιλοθεάμον κοινό τα νούμερα του συμπαθούς τετραπόδου.
Στην πλατεία της Βιάννου σήμανε συναγερμός και δια μιας, μαζεύτηκε όλο το χωριό -μικροί και μεγάλοι- για να θαυμάσουν το ασυνήθιστο θέαμα
«Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ» τραγουδούσε «τ’ αφεντικό» και ο «χιμπατζής» εκστασιαμένος από το ανατολίτικο τσιφτετέλι έδινε τα ρέστα του λικνίζοντας το κορμί του.
«Πώς βάζει την πούδρα η Αλίκη;» ρωτούσε «τ’ αφεντικό» και ο χιμπατζής με τις νωχελικές χαρακτηριστικές γεμάτες πλαστικότητα κινήσεις των χεριών του, πουδράριζε το πρόσωπο ενώ κλεφτοκοιτούσε το καθρεπτάκι του.
Ύστερα ο Μαϊμουνιάρης έβγαζε το δίσκο και έπεφταν μέσα βροχή τα κέρματα.
Το μεγάλο πανηγύρι έγινε στην πλατεία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, όπου ο Χιμπατζής έκανε τα νούμερα του με άνεση και «άλλο» πλέον αέρα. Ο Γιάννης ο Καλαϊτζής, που παλιότερα είχε καβαλήσει μια αληθινή αρκούδα που ήρθε στο χωριό, δίνει εντολή στο «Μαιμούνι» να «δείξει» πώς καπνίζει η Τζένη Καρέζη και ο μπόμπιρας αρπάει το τσιγάρο και το κάπνιζε με περίσσιο νάζι.
Ο απόηχος της εξόρμησης στη Βιάννο του τροπικού ανθρωποειδούς, δεν έλεγε να κοπάσει. Στον μεγάλο πλάτανο οι θαμώνες των καφενείων περιμένουν πώς και πώς να απολαύσουν εκ νέου τα κόλπα Μαϊμουνιάρη και Μαϊμουνιού. Ο δικηγόρος Ιωάννης Στειακάκης, αδημονεί και παροτρύνει τον δάσκαλο Νικόλαο Ηγουμενίδη «να βάλλει τα μέσα» ώστε, να επιστρέψει το συντομότερο η «μαγική δυάς», όπως τη χαρακτήρισε.
Με το γνωστό σκωπτικό του ύφος πλησιάζει τον πατέρα του μπόμπιρα -που αγνοούσε το γεγονός- και τον ρωτά: «Δικό σου είναι Γιάννη το Μαϊμούνι που χορεύει στον Αρχάγγελο;»
…Τα λάφυρα ήταν αρκετά για την εποχή.
Έτσι την επόμενη χρονιά κάποιοι εποφθαλμιούσαν την αντιγραφή της πατέντας.
Ήταν Κυριακή της Αποκριάς όταν στον κεντρικό δρόμο του Σωρού δυο ηλικιωμένοι Βιαννίτες –ο Μιχάλης κι ο Γιώργης - είχαν μεταμφιεστεί αντιγράφοντας το εγχείρημα των δυο Μπόμπιρων. Το θέαμα ήταν ξεκαρδιστικό.
Όμως στην καρδιά της μάνας ήταν σκέτη μαχαιριά που έβλεπε να της κλέβουν την ιδέα. Το μόνο που βρήκε να ψελλίσει βγάζοντας όλη την πίκρα και την οργή της ήταν: «Το Μαιμούνι ήταν εμένα ο Μανώλης μου, όχι ετουτανέ τα ρέντεγα».
Λεζάντα: Αριστερά ο αείμνηστος Μανώλης Αντ. Αγαπάκης σε ρόλο «Μαϊμουνιάρη» και δεξιά, σε ρόλο χιμπαντζή, ο Μανώλης Σπανάκης