"Όποιος πανηγυρίζει πάνω σε έναν νεκρό, δεν υπερασπίζεται τη ζωή"
Γράφει ο Ιωάννης Αμπατσίδης
Ένας νέος άνθρωπος, μόλις 27 ετών, χάθηκε στα βουνά της Κρήτης. Και πριν ακόμη στεγνώσει η είδηση, πριν ακουμπήσει η σιωπή εκεί που οφείλει να ακουμπά, ξεπήδησαν πάλι οι γνώριμες φωνές. Κραυγές όχι για να θρηνήσουν και να συλληπηθούν, αλλά για να χλευάσουν. «Καλά να πάθει», «ψόφος», «κάρμα» κι άλλα τέτοια φαιδρά μιας συνθηματικής κενολογίας. Όχι επειδή γνώριζαν τον άνθρωπο, αλλά επειδή έφερε μια ιδιότητα. Κυνηγός!
Εκεί ακριβώς φαίνεται ποιος είναι ποιος. Γιατί όποιος πανηγυρίζει πάνω σε έναν νεκρό, δεν υπερασπίζεται τη ζωή. Δεν πρόκειται για φιλοζωία, ούτε για ηθική ανωτερότητα. Πρόκειται για απανθρωποποίηση, για την ανάγκη να αφαιρεθεί πρώτα η ανθρώπινη υπόσταση, ώστε ο θάνατος να γίνει ανεκτός, ίσως και ευχάριστος. Είναι εύκολο να μιλάς για «αγάπη» όταν δεν δοκιμάζεται. Όταν όμως η «αγάπη» μετατρέπεται σε χλεύη ενός φέρετρου, τότε δεν είναι αγάπη παρά μίσος με καθαρό πρόσωπο.
Το διαδίκτυο μπορεί να είναι απρόσωπο, αλλά δεν είναι άκαρδο από μόνο του. Οι άνθρωποι το γεμίζουν με το περιεχόμενό τους. Και σε τέτοιες στιγμές, κάποιοι αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημά τους δεν είναι το κυνήγι. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι η ύπαρξη οτιδήποτε δεν χωρά στο στενό τους ηθικολογικό καλούπι. Αυτός είναι ο «πολιτισμός» που επικαλούνται. Ένας πολιτισμός που καταρρέει μόλις βρεθεί μπροστά σε έναν νεκρό που δεν εγκρίνουν.
Όσο για το κυνήγι, ας το καταλάβουν κάποτε. Δεν γεννήθηκε στα σχόλια και δεν θα πεθάνει σε αυτά. Δεν είναι μόδα, ούτε ιδεολογία, μα κομμάτι της ανθρώπινης διαδρομής γραμμένο βαθιά μέσα στην ιστορία και στη φύση του ανθρώπου. Σε έναν κόσμο ολοένα πιο ψεύτικο, πιο αποκομμένο, πιο αποστειρωμένο, θα συνεχίσει να υπάρχει όσο υπάρχει άνθρωπος. Και όσο το πολεμούν με μίσος, χλεύη και απανθρωπιά, τόσο απλώς αποδεικνύουν ότι δεν το κατανοούν. Γιατί ό,τι αντέχει χωρίς να χρειάζεται την έγκρισή τους, δεν αποδυναμώνεται, παρά μόνο δυναμώνει.
Και στους γονείς του παλληκαριού, όσο κι αν ο πόνος είναι αβάσταχτος, αξίζει να ειπωθεί τούτο. Είχαν έναν λεβέντη, έναν αντρειωμένο άνθρωπο που έζησε και έφυγε όρθιος. Πέθανε εκεί έξω, ελεύθερος στη φύση, πάνω σε αυτό που αγαπούσε, όχι κρυμμένος, όχι φοβισμένος και σκυφτός. Και αυτό, όσο κι αν κάποιοι δεν το αντέχουν, είναι κάτι που κανένα σχόλιο δεν μπορεί να μικρύνει.