Εκεί που χτυπούσε η καρδιά του χωριού
Στο χωριό μου υπήρχαν δύο μεγάλα καφενεία, του Μιχάλη Τζανάκη, του γνωστού «Μιχαλαριά», και του Ιωάννη Δουλγεράκη, του «Γιαννάκη», που τα θυμάμαι σαν μικρές πολιτείες. Δεν ήταν μόνο χώροι για καφέ και ρακή. Ήταν τα περίφημα «Ντουκιάνια» της εποχής, χώροι συνάντησης, ενημέρωσης, κουβέντας και ζωής. Εκεί μπορούσε κανείς να βρει πράγματα που δύσκολα υπήρχαν στα σπίτια: ζάχαρη, καφέ, αλάτι, ρύζι, πετρέλαιο, σπίρτα, βελόνες. Μα στην πραγματικότητα, το Ντουκιάνι πρόσφερε πολύ περισσότερα από εμπορεύματα. Εκεί αντάλλασσαν νέα για τις καλλιέργειες, για τις σοδιές, για τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, για χαρές και βάσανα. Εκεί οι άνθρωποι ξαλάφρωναν λίγο την ψυχή τους.
Πολλές φορές ζητούσαν χαμηλόφωνα από τον καφετζή λίγα πράγματα «βερεσέ» κι εκείνος τα σημείωνε στο παλιό τεφτέρι, ώσπου να ξεχρεώσουν ή να του δώσουν κάποιο αντάλλαγμα από τη σοδειά τους. Ήταν χρόνια δύσκολα, μα οι άνθρωποι κρατούσαν ακόμη την αξιοπρέπεια και την εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Οι καφετζήδες ήταν μορφές μιας άλλης εποχής...
Λεβέντες, καλοσυνάτοι, με πειράγματα, χιούμορ και ιστορίες πάντα πρόχειρες στα χείλη τους. Όταν κάποιος περνούσε την πόρτα του Ντουκιανιού, ακουγόταν συχνά η γνώριμη φωνή:
«Κέρασε το σύντεκνο!»
«Κέρασε τον κουμπάρο!»
«Κέρασε το φιλιότσο!»
«Κέρασε τον παπά!»
Και αμέσως το κέρασμα έφτανε στο τραπέζι μαζί με χαμόγελα και πειράγματα. Ο καφές ψηνόταν αργά στη χόβολη και το άρωμά του απλωνόταν παντού, ανακατεμένο με μυρωδιές από δίκταμο, ρακή, σουμάδα και κανελάδα.
Εγώ πήγαινα συχνά στα Ντουκιάνια, όταν με έστελναν να αγοράσω τσιγάρα για τον πατέρα ή πράγματα που χρειαζόταν η μάνα για το σπίτι. Κι όμως, για μένα δεν ήταν αγγαρεία. Ήταν μικρή περιπέτεια. Τα χειμωνιάτικα βράδια μαζευόταν εκεί όλο σχεδόν το χωριό για να δει τηλεόραση. Τις μοναδικές τηλεοράσεις που υπήρχαν τότε. Θυμάμαι σειρές και ταινίες όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Οι Άθλιοι», «Το Λούνα Παρκ», «Οι Έμποροι των Εθνών». Φυσικά πάντα με συνοδεία γονιών. Γιατί αν κυκλοφορούσαμε μόνοι μας νύχτα, την άλλη μέρα στο σχολείο μάς περίμενε παρατήρηση από τη δασκάλα.

Γλέντι στο καφενείο του Μιχάλη Τζανάκη (Μιχαλαργιά). Αριστερά η γυναίκα του με την κόρη της και δεξιά ο γιατρός Μίμης Μιχελογιαννάκης
Το Ντουκιάνι είχε τις δικές του μυρωδιές. Μύριζε βανίλια υποβρύχιο, λεμονάδα, καραμέλες μέντας και παστέλι. Ακόμα και σήμερα, κάποιες μυρωδιές αρκούν για να με γυρίσουν πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια. Εκεί πηγαίναμε και τα «τσιγαρόλαδα» και το πρώτο «ραντολόι» από το λιομάζωμα, περήφανοι για το μικρό μας χαρτζιλίκι ή για τον κουμπαρά που γέμιζε σιγά σιγά. Έξω από τα καφενεία υπήρχαν μεγάλες μουρνιές με βαθύ ίσκιο. Εκεί κάθονταν οι θαμώνες με τις ώρες, πίνοντας ρακή και κουβεντιάζοντας. Οι καφετζήδες ήταν συχνά και χασάπηδες του χωριού· κάτω από τα δέντρα κρεμούσαν τα γιδοπρόβατα για το πασχαλινό τραπέζι, ενώ η μυρωδιά από τη τηγανισμένη συκωταριά γινόταν ο καλύτερος μεζές για τις παρέες.
Κάποιοι θαμώνες αποκοιμιόνταν στις καρέκλες, ώσπου κάποιος πειραχτήρης τούς ξυπνούσε απότομα, σκορπίζοντας γέλια σε όλο το καφενείο. Και πότε πότε εμφανιζόταν στην πόρτα κάποια θυμωμένη γυναίκα του χωριού, για να μαζέψει τον άντρα της που είχε ξεχάσει τις υποχρεώσεις του για χάρη της παρέας και της ρακής.
Πιο πέρα ήταν η βρύση, η «Καταβλοδού», όπως την έλεγαν οι χωριανοί. Εκεί πότιζαν τα ζώα τους, κι εμείς τα παιδιά μετατρέπαμε τη γούρνα σε καλοκαιρινό παιχνίδι, κάνοντας μπουγέλο κάτω από τον ήλιο.
Και λίγο πιο δίπλα βρισκόταν η «πίστα». Εκεί γίνονταν τα πανηγύρια, οι χοροεσπερίδες και τα γλέντια του χωριού. Εκεί μαζευόταν ο κόσμος για να τραγουδήσει, να χορέψει, να γελάσει, να ξεχάσει για λίγο τις δυσκολίες της ζωής. Μα για εμάς τα παιδιά, η πίστα ήταν και τόπος παιχνιδιού. Ένα μέρος γεμάτο φωνές, γέλια και καλοκαίρια που έμοιαζαν ατελείωτα.
Σήμερα πολλά από αυτά χάθηκαν ή άλλαξαν μορφή. Μα όσοι μεγαλώσαμε σε τέτοια χωριά, κουβαλάμε ακόμη μέσα μας τη μυρωδιά του παλιού Ντουκιανιού. Και μαζί της… μια εποχή που μπορεί να ήταν φτωχότερη στα πράγματα, αλλά πλουσιότερη στους ανθρώπους.
Κεντρική φωτογραφία: Φωτογραφικό Αρχείο Μανώλη Σπανάκη.
Κατωβιαννίτες επιβιβάστηκαν μαζικά στο φορτηγό του αείμνηστου Λεωνίδα Τζανάκη και πήγαν στο πανηγύρι του Άη Γιώργη του Βαγιωνίτη!
Διακρίνονται μεταξύ των άλλων: Τιτίκα Μανδαλάκη με την μητέρα της και τον σύζυγό της Τάσο Γιαννιτσιώτη, ο Λεωνίδας (με τα γυαλιά), ο Θοδωρής και η Μαρίκα Τζανάκη, ο Νίκος Μανδαλάκης κ.α. Τα μικρά παιδιά αριστερά είναι ο Μανώλης και η Βιολέτα Μανδαλάκη.
Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί στην «Ηχώ της Βιάννου»
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος