"Ήθελα, λέει, να 'μουνε στα χώματα της Βιάννου..."
...σε μια παραστιά, παρέα με φίλους σαν τον Γιώργη Ραπτάκη, που δεν τον εγνώρισα, μα που τονε κατέχω σαν που κατέχω και τον απατό μου, για να δηγηθώ ίντα 'νακάλυψα σήμερο, προπαραμονή των Χριστουγέννων, κάνοντας ένα μακροβούτι στα μικράτα μου.
Να δηγηθώ του Γιώργη, πως φτάνοντας στον πάτο και σκαλίζοντας με τα κρανύχια μου τση λάσπες και τα μαργαριτάρια, ανακάλυψα μια θύμηση που έδωκε απάντηση στην ισόβια απορία μου, γιάντα δε θέλω να κοντοσιμώνω σε αθρώπους που 'ναι πεσμένοι στο χώμα, με θερισμένα τα πόδια τους από επιληψία, και με αφρούς στη μπούκα τους που δεν είναι πράμα άλλο, εξόν η πόρτα απού βάνει η ίδια η ψυχή τους στο σώμα, για να μη μπορεί να πορίσει όξω.
Μόνο ο Γιώργης θα με καταλάβει, για τούτο και του το μολογώ.
Παραμονή Χριστουγέννων ήτανε και από πολύ νωρίς είχα ξαμοληθεί στα ρουμάνια των Καμινιών, της Χανιόπορτας, του Συνοικισμού, της Θερίσου, του Γιόφυρου, Του Πανάνειου, του Ξεροπόταμου και μέχρι τη Λαχαναγορά για να λέω τα κάλαντα.
Με τις κόκκινες γιαλιστερές γαλότσες μου, δυό νούμερα μεγαλύτερες από τον πόδα μου για να μου κάνουνε και του χρόνου, με το σακάκι που μου 'φτανε ίσαμε τα γόνατα και μου το 'χε δώσει ο μπάρμπας μου ο Κώστας Μαράκης ο κουρέας, γιός του θείου μου του Σταύρου και της θειάς μου της Καλλιόπης, και με την μπλούζα που 'χε πλέξει η κακομοίρα η μάνα μου με τη μάλινη κλωστή που 'χε κονομήσει ξηλώνοντας τη ζακέτα της θειάς μου της Δέσποινας.
Χιλιόμετρα των χιλιομέτρων είχα πορπατήσει, ανακοινώνοντας μροστά σε ανοιχτές, μα και κλειστές, πόρτες τη γέννηση του Χριστού, που ήτονε πλιό φτωχός από μένα.
Κάμποσα λεφτά είχα μαζέψει από το χιλιομετρογύρισμα όταν εγύρισα στο σπίτι μας στα Καμίνια, στην οδό Ηφαίστου, πίσω από τη μηχανική καλλιέργεια.
Ξεθεωμένος, μα πλούσιος ήμουνε, γιαυτό κι ευτυχισμένος, αφού πλέον θα μπορούσα σνα πάω στο ζαχαροπλαστείο του Χρονιάρη και να φάω όσους εργολάβους επόθιε η ψυχή μου.
Μα αλλιώς τα λογάριαζα κι αλλιώς μου 'ρθανε, φίλε Γιώργη.
Κόσμο είδα μαζωμένο στο σταυροδρόμι, λίγα μέτρα βορεινά του σπιθιού μας.
Εσίμωσα και είδα πεσμένο στο χώμα έναν μαύροκακομοίρη επιληπτικό που τονε κατέχαμε πολλά χρόνια για το σταυρό που εκουβάλιε.
Γονατισμένος από πάνω του ο γείτονας Ηρακλής Ξενικάκης έβανε τα δαχτύλια του στη μπούκα του αρρώστου και ο μπάρμπας μου ο Σταύρος Μαράκης εκράθιε ένα μεγάλο κλειδί και επάσκιζε να το βάλει αναμεσίς στα δόντια του.
Κάποτε, επέρασε η κρίση και ο κακομοίρης ο πεσμένος άρχισε να συνέρχεται.
Εδιαλύθηκε ο κόσμος και μόνο εγώ επόμεινα να τον θωρώ, πασκίζοντας να καταλάβω ίντα εθώρουνα.
Εσηκώθηκε ολόρθος ο άθρωπος, επορπάτησε λίγα μέτρα και εχτύπησε την πόρτα της κυράς Ανθούλας.
''Να τα πω;'' ερώτηξε με το που άνοιξε η πόρτα.
Εντάκαρε να λέει τα κάλαντα.
Εγώ τρία πράματα έκανα:
Τον εξάνοιγα, τον άκουγα και έκλαιγα.
Έκαμα κι ένα τέταρτο, Γιώργη.
Εφκέρεσα από την τσέπη μου όσα λεφτα είχα μαζωμένα από τα κάλαντα και του τα 'δωσα.
Μη με ρωτήξεις γιάντα το 'καμα.
Δεν κατέχω ίντα απόκριση να σου δώσω.
Μοναχά ετούτο θα σου πω. Σαν εμπήκα στο σπίτι μας, η μάνα μου με αγκάλιασε και μου 'δωσε ένα ολόκληρο δεκάρικο.
Ποτέ δεν έμαθα γιάντα το 'καμε.
Κι εδά που σου μιλώ, αιστάνομαι τ' ακρονύχια μου να 'ναι γεμάτα με λάσπες και μαραγαριτάρια του βυθού του νου μου.
Καλά Χριστούγεννα Γιώργη, κατέχω πως με καταλαβαίνεις"
Μιχάλης Στρατάκης