Ο τυφλός μαντιναδολόγος απ'την Κάτω Βιάννο
Ο αείμνηστος Ζαχάρης Δουλγεράκης, με το παρατσούκλι «Πούλακας», ήτανε Κατωβιαννίτης. Απλός, ολιγογράμματος, καλοσυνάτος και φιλικός.
Είχε το χάρισμα να στιχουργεί δεκαπεντασύλλαβους (μαντινάδες). Ακόμα και όταν έχασε «το φως των αμαθιώ» ντου, συνέχισε να μαντιναδολογεί. Κάθε που είχε έμπνευση, έλεγε τις μαντινάδες του στην κ. Μαρία Γελασάκη κι εκείνη κατέγραφε (άξιο το μιστό τζη). Δεν ξέρω αν τις είχε εκδώσει σε βιβλίο ή αν τις είχε συγκεντρώσει σε κάποια τετράδια. Οι άμεσοι κληρονόμοι του, ενδεχομένως και η κ. Γελασάκη, θα γνωρίζουν σχετικά. Επουδενί όμως δεν πρέπει να χαθούν. Λίγο καιρό πριν αποβιώσει είχαμε κάποια τηλεφωνική επικοινωνία. Επεδίωξα να του κρατήσω λίγη συντροφιά στα σκοτάδια που τον είχαν πλακώσει κι αργότερα τον επισκέφτηκα κιόλας. Όταν του έστειλα μερικές μαντινάδες για το χωριό μας, για διάφορες ιστορίες και λαογραφικά της Κάτω Βιάννου, στις 12 Μαρτίου 2008 με μια θερμή επιστολή του, ευχαριστώντας με, μου αφιέρωνε μερικές δικές του. Το αξιέπαινο σ’ αυτόν τον στιχοπλόκο ήταν ότι, παρά την τύφλωσή του δεν απογοητεύτηκε, δεν έχασε την υπομονή, το θάρρος και το κουράγιο του και συνέχισε να γράφει. Αξιοθαύμαστη δύναμη ψυχής!
Οι μαντινάδες που ακολουθούν είναι του αξέχαστου Ζαχάρη Δουλγεράκη:
Σαν την ηλιόλουστη αυγή είναι το πρόσωπό σου
και ψάχνω για να βρω χαρά μες στο χαμόγελό σου
Στα μάτια σε ζωγράφισα και δεν θα ξανακλάψω
μη σβήσεις για να σε θωρώ όπου και να κοιτάξω
Στο δρόμο που εβρέθηκα, εβρέθηκε κι η μοίρα
και εφόρτωσέ με, με καημούς και τρέχουνε πλημμύρα
Πες μου τι μου ‘καμες εσύ και σε λατρεύω τόσο
κι αγάπη δεν μου επόμεινε, αλλού ποθές να δώσω
Πού να σταθώ, πού να διαβώ τσ’ αγάπης να ξεχάσω
μη γίνει αιτία κι αφορμή πάλι να ξανακλάψω
Παράδεισος η ανατολή και κόλαση η δύση
γιατί νυχτώνει και αργεί η μέρα να γυρίσει.
Στου νου το παρακάσελο μικρές χαρές σφαλίζω
να μη τις βρούνε οι καημοί που ‘χω και κουλαντρίζω
Πληγή που έχει μια καρδιά δεν τηνέ γιαίνει ο χρόνος
γιατί ’ρχεται κάθε στιγμή κι ένας μεγάλος πόνος
Κοιμούμαι με τα όνειρα μα με ξυπνά ο πόνος
γιατί τα παίρνει η αυγή και μένω πάλι μόνος
Γραμμένο το’ χει η μοίρα μου χαρά να μη γνωρίζω
μόνο να κλαίω μια ζωή που δεν θα σ’ αποκτήσω
Έσβησε ο ήλιος που ήτανε τσ’ αγάπης μου ο φάρος
και ν’ ακουμπήσω αλλού ποθές δεν έχω πια το θάρρος
Θα βρω καρδιά να μην πονεί να δώσω την καρδιά μου
να μην πονέσει που θα δει νεκρά τα όνειρά μου
Η κάθε νύχτα που περνά για μένα είναι χρόνος
γιατί στην έρμη μοναξιά πάντα πληθαίνει ο πόνος
Κλαίω κρυφά και στην καρδιά τον πόνο μου στοιβάζω
γιατί δεν βρίσκεσαι κοντά, συχνά να σ’ αγκαλιάζω
Λένε πολλοί πως την πληγή ο χρόνος απαλαίνει
μα λέμε εμείς που τσ’ έχομε ποτέ τζη πως δεν γιαίνει
Ήρθες κι οψάργας στ’ όνειρο κι εσφιχταγκάλιασά σε
μα ’φυγες πάλι την αυγή μικρή μου κι έχασά σε
Ποτέ μην παίρνεις όνειρα από το διπλανό σου
ποτέ με ξένα όνειρα μη χτίζεις το δικό σου
Εγώ τη μάσκα τσ’ αποκράς ποτέ δεν θα τη βάλω
θέλω τη μούρη καθαρή όπου και να προβάλω
Βλέπω τον κόσμο να γελά, μα εγώ τονέ λατρεύω αναρωτούμαι ίντα ‘ρθα εγώ στον κόσμο να γυρεύω
Ποτέ σου σε χαρταετό το «σ’ αγαπώ» μη γράψεις
για θα το πάρει ο άνεμος, όταν τονέ πετάξεις.
*Κείμενο του Αντώνη Μανδαλάκη στην "Ηχώ της Βιάννου"